Στον αστερισμό ενός Δημόσιου φορέα
(Αφήγημα)
Αντί οπισθόφυλλου
Θέλετε να μάθετε ποιοι είναι αυτοί που
εργάζονται σε μια Δημόσια υπηρεσία; Ελάτε να σας τους συστήσω. Τους ξέρω καλά.
Έζησα μαζί τους σχεδόν 30 χρόνια. Αγόρια, κορίτσια, μικροί μεγάλοι ίντριγκες
και δολοπλοκίες έρωτες μίση, κακίες κι ανθρώπινες καθημερινότητες. Έχετε την
περιέργεια να μάθετε γιαυτούς; Διαβάστε αυτές τις σελίδες.
Δυο λόγια για μένα
Πρώτα απ΄ όλα. Να συνεννοηθούμε σε κάτι.
Για λόγους ευνόητους σαν συγγραφέας αυτού του έργου, αισθάνομαι την υποχρέωση
να σας τονίσω ότι το όλο αφήγημα δεν έχει σαν σκοπό να θίξει κανέναν από τους
πρωταγωνιστές του. Σε όποια ιστορία κι αν αναφέρομαι, στηρίζεται στην καθαρά
προσωπική άρα και υποκειμενική μου τεκμηρίωση. Κανένα όνομα δεν αποκαλύπτεται
φυσικά ούτε και η υπηρεσία που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα. Ναι υπηρέτησα
σχεδόν τριάντα χρόνια στο Δημόσιο και οι χαρακτήρες που περιγράφω μπορεί να
βρίσκονται παντού, στην Αθήνα, στην Κρήτη ή στην Αλεξανδρούπολη και να δρουν
και να συμπεριφέρονται όπως οι δικοί μου πρωταγωνιστές. Το έργο δεν έχει σκοπό
να αναλύσει «το τις πταιει» στο Δημόσιο ούτε να αποδώσει έπαινο στους πολλούς
κι αγαπητούς συναδέλφους που υπηρέτησαν με αγάπη το χώρο. Αναφέρομαι σε αυτούς
τους χαρακτήρες γιατί πιστεύω πως υπάρχουν παντού και είναι παράδειγμα προς
αποφυγή ή απλά άξιοι περιέργειας. Εγώ πιστεύω πως κάπως έτσι έχουν τα πράγματα
γιαυτό προσπαθήστε να συγκρατείτε κάθε φορά τα χαρακτηριστικά των ατόμων που
περιγράφουμε για να μην τους μπερδεύετε με άλλους κι ακόμα για να μην έχετε
απορίες. Μια πάντως θα σας τη λύσω εγώ από την αρχή. Πληροφορίες για
περιστατικά που αναφέρω είναι καθαρά υποκειμενικές. Αυτά λοιπόν με την ιδιότητα
του συγγραφέα που βρήκε την ευκαιρία αποχωρώντας από το Δημόσιο να βγάλει τα
απωθημένα του.
Αν είναι έτσι αρχίζοντας, ας ξεκινήσουμε
με τη γνωστή μας φράση «Μια φορά κι έναν καιρό, ΗΤΑΝ & δεν ΗΤΑΝ»
ΓΙΑ
ΤΗΝ ΑΦΕΝΤΙΑ ΜΟΥ
Όταν
διορίστηκα κόντευα τα τριάντα. Αυτό όμως που με έκανε διαφορετικό από τους
άλλους, ήταν πως η αφεντιά μου δεν ήτανε πρωτάρης στη δουλειά. Όσους
προκατόχους βρήκα (καμιά δεκαπενταριά) κι όσοι ήρθαν μετά από μένα, ήταν στην
πλειοψηφία η πρώτη τους έξοδος στην αγορά εργασίας γιαυτό όταν ένας-ένας
αρχίσαμε να βγαίνουμε στη σύνταξη, εγώ ήμουν ο μόνος που είχε διαδοχική
ασφάλιση, (προϋπηρεσία στον ιδιωτικό τομέα) προσόν που μόνο κακό μου έκανε αφού
αυτό ήταν η αιτία που για δυο ολόκληρα χρόνια, μέχρι δηλαδή να ενημερώσει το
ΙΚΑ το Δημόσιο, δεν εισέπραξα ούτε ένα ευρώ. Πέρα από τα εργασιακά ήμουν ήδη
οικογενειάρχης σχεδόν από δεκαετίας κι είχα δύο παιδιά. Σ΄αυτό βέβαια δεν πρωτοτυπούσα.
Υπήρχαν κι άλλοι παντρεμένοι αλλά υπήρχαν και πολλά σχολιαρόπαιδα που εδώ μέσα,
σ΄αυτή την υπηρεσία πλάτυναν τους ορίζοντές τους και βρήκαν τα πατήματα τους. Κάποιοι
παντρεύτηκαν συναδέλφους, άλλοι δοκίμαζαν τα πρώτα ερωτικά τους σκιρτήματα και
γενικά «μεγάλωναν» επιτέλους.
Τόνισα
επίτηδες την ειδοποιό διαφορά με τους άλλους συναδέλφους για να καταστήσω σαφές
πως αν μη τι άλλο δεν ήμουν κανά ψαράκι ούτε και είχα τα μάτια μου κλειστά, πωλώ δε μάλλον, δεν διακατεχόμουνα από κανένα ιδιαίτερο δέος στη θέα
του Διευθυντή ή του προϊσταμένου. Τι στο διάολο. Πρώην πρόεδρος του σωματείου
εργαζομένων στη μπύρα Henninger ήμουνα, τα κολεγιόπαιδα του
Δημοσίου θα με τρόμαζαν. Είχα λοιπόν τον πλήρη έλεγχο της κατάστασης γιαυτό από
την πρώτη στιγμή ήμουν σε θέση να καταλάβω τι καπνό φουμάριζε ο καθένας εκεί
μέσα. Ενδεικτικά θα σας αναφέρω το πρώτο crash test που δοκίμασε να μου κάνει ένας πονηρούλης τυπάκος (θα ασχοληθούμε
εκτενέστερα αργότερα με αυτόν). Στην πρώτη του προσπάθεια να με ψαρώσει, μου
την είχε φαίνετε στημένη, τη δεύτερη κιόλας μέρα της εργασίας μου. Ανταμώσαμε
πρωί-πρωί εκεί που υπογράφουμε στην κατάσταση παρουσιών. Πιάναμε δουλειά στις
επτά και μισή και η ώρα ήταν οκτώ παρά τέταρτο. Υπέγραψα πρώτος και στην ώρα
άφιξης έγραψα επτά και τριάντα. Ο κύριος αυτός παίρνει το στυλό και γράφει επτά
και σαράντα πέντε κι όσο ήταν σκυμμένος μου λέει σε τόνο αυστηρό «Στις επτάμιση
πιάνουμε δουλεία κύριε συνάδελφε» κι εγώ πάντα ετοιμόλογος του απάντησα «Αυτό
νομίζω ότι ισχύει και για εσάς» Ε λοιπόν πιστεύω πως αυτό μου τον αντίλογο, δεν
μου τον συγχώρεσε ποτέ, παρ΄ ότι από την αρχή διαπιστώθηκε ότι ανήκουμε στον
ίδιο πολιτικό χώρο. Ήταν και φαινόταν καθαρά εχθρικός απέναντί μου αν και ποτέ
και για κανέναν, δεν εξέφραζε φανερά τα συναισθήματά του. Αλλά αμοιβαία ήταν τα
αισθήματα και από μέρους μου. Στο σύλλογο που κατ΄ανάγκη μπήκαμε στο ίδιο
ψηφοδέλτιο δεν υποστηρίχτηκα καθόλου, κάτι που αργότερα έπραξε για άλλη συνάδελφο
μας, ένα καλό κορίτσι κι αρκετά συμπαθητικό, από άποψη χαρακτήρα, αλλά τι να το
κάνεις, παρίστανε το γιουσουφάκι του κι αυτό με εξόργιζε. Αυτός ο άνθρωπος με
έφερε στο σημείο να σιχαθώ ακόμα και το κόμμα που ψήφιζα χρόνια, αλλά με
τέτοιους κουμουνιστές συνδικαλιστές σαν και του λόγου του, εγώ δεν γίνεται να
συχνοτίζομαι μαζί τους.
Η
σημαδιακή μέρα που νομίζω πως κόπηκε ο ομφάλιος λώρος με το ΚΚΕ ήταν σε μια κομματική
μάζωξη στο σπίτι του εν λόγω Κυρίου, παραμονές εκλογών. Στην παρέα μας η κυρία
Λιάνα Κανέλη. Της έκανα μια ερώτηση και η απάντηση της ήρθε σαν κεραυνός εν αιθρία
εναντίον μου «Εσύ, μου είπε δε νομίζω πως ψήφισες ποτέ σου ΚΚΕ» Ε αυτό ήταν.
Τούτοι οι άνθρωποι μου φαίνετε πως είναι πυροβολημένοι όλοι τους. Κρίμα που για
χάρη τους κάκιωσα με αρκετούς από τους συγγενείς μου μέχρι που μου έκλεισαν την
πόρτα, μόνο και μόνο γιατί ψήφιζα ΚΚΕ. Καλώς ή κακώς από τότε δεν ξαναψήφισα
ποτέ μου. Αυτός ο «φίλος» για τον οποίο σας μιλάω τόσην ώρα, δεν ήταν άλλος από
τον μεγάλο εργατοπατερούλη της παρέας
μας
Ο μεγάλος εργατοπατερούλης
Παρ’
ότι η απόδοση του τίτλου μεγάλος, είναι παράσημο που αποκτάται στα πεδία των μαχών,
αλλά του απονεμήθηκε από την κουστωδία του, έτσι σαν διαπιστευτήρια ας πούμε
για να ΄χουμε μια πρώτη προσέγγιση. Φτυστός ο μακαριστός Χριστόδουλος. Ευτραφείς
κι ανέραστοι κι οι δυο, ο ένας λόγω του σχήματος κι ο άλλος από ανάγκη. Παράστημα
πληθωρικό όχι μόνο λόγω των κιλών του, αλλά
του βγαίνει ρε παιδί μου. Το ‘χουνε που λένε. Η ειδοποιός διαφορά τους
είναι το χιούμορ. Απ αυτόν τίποτα. Μια φορά σε μια ταβέρνα είπε ένα ανέκδοτο κι
αυτό το άφησε μισό, ίσως γιατί φοβήθηκε μη σπάσει ο πάγος και ξεφύγουμε από τη
γραμμή του κόμματος. Είδατε εσείς ποτέ αριστερό να έχει χιούμορ. Μόνο το
Γέλτσιν θυμάμαι που τσιμπούσε τα οπίσθια των γυναικών μπροστά στις κάμερες. Γι
αυτό τον πήρε και τον σήκωσε και προκοπή δεν είδε. Τύπος επιβλητικός. Παράστημα
ανθρώπου που δείχνει να ξέρει τι του γίνεται. Λίγα λόγια αλλά γεμάτος αυτιά. Άφηνε
πάντα να μιλούν οι άλλοι κι αυτός άκουγε. Τι υπομονή θεέ μου. Να κάτι που εμένα
με εκνεύριζε. Πως αντέχει έλεγα και δεν αντιπαραθέτει τη δική του άποψη. Σαν
μόλις να είχε φάει κάνα βόδι και σφιγγόταν μέχρι να χωνέψει. Δεν θυμάμαι ποτέ
να σχολιάζει τοποθετήσεις άλλων. Σαν να μην ήταν εκεί. Σαν να μην άκουγε
τίποτα. Το πολύ-πολύ να ύψωνε τη φωνή του για να σε διακόψει, ποτέ όμως δεν θα
σου πει το γιατί. Μόνιμη κορωνίδα στις αντιδικίες του η φράση «δεν είναι έτσι.
Δεν είναι έτσι σου λέω» αλλά πως είναι, ποτέ δεν μας έλεγε. Δεν κατηγορούσε
ποτέ κανέναν. Ο χειρότερος εχθρός σήμερα μπορεί να γίνει ένας καλός σύμμαχος
αύριο. Όλοι έμπαιναν στο ψυγείο του. Άλλοι στη συντήρηση και άλλοι στην κατάψυξη
ή το αντίστροφο, ανάλογα με τις περιστάσεις. Δεν θα σου πει ποτέ ότι θύμωσε
μαζί σου αλλά την καλημέρα σου την στερούσε εις ένδειξη διαμαρτυρίας, για να
καταλάβει ο κάθε πικραμένος, ότι κάτι συμβαίνει μαζί του, προφανώς όταν κάτι
δικό σου, δεν τυγχάνει της αποδοχής του. Έτσι επικοινωνούσαμε τόσα χρόνια.
Μαράζι το ‘χω να τον ακούσω μια φορά να ζητά το λόγο από τους συναδέλφους μας,
για να τους πει, «έλα εδώ ρε μαλάκα τι κουβέντες είναι αυτές που λες» τίποτα,
ίδιος ο Βούδας καθισμένος στο θρόνο του. Στην αίθουσα του θρόνου, στο γραφείο
του μωρέ, σφύζει πάντα από επισκέπτες έτοιμοι να δώσουν τα διαπιστευτήρια τους.
Μια βολτίτσα όλοι θα την κάνουμε για να
μη νομίζει ότι ξεκόψαμε από το μαντρί. Τον ίδιο δεν θα τον δεις ποτέ μα ποτέ σε
γραφείο συναδέλφου. Ούτε για κουτσομπολιό, ούτε για καφέ, ούτε για πολιτικό
σχολιασμό, ακόμα ούτε κι αν χρειάζεται κάποιον για υπηρεσιακούς λόγους. Γι αυτό
έχει πάντα δίπλα του το τηλέφωνο, κι αν δεν τον βρει αγγαρεύει κάποιον άλλον
για να τον φωνάξει, τι στο καλό τα έχουμε τα γαλόνια. Κατά τα’ άλλα είμαστε
αριστεροί δημοκράτες αλλά δεχόμαστε να μας φτιάχνει τον καφέ ο γείτονας η να
γκαρίζουμε από καθ έδρας «Πηνελόπηηηηηη έλα στο γραφείο μου που σε θέλω.» Εκεί
που θα κάνει όμως τις εξαιρέσεις του και θα αυτοκαταργήσει θεμελιώδεις αρχές
της συμπεριφοράς του είναι όταν πρέπει να συνεργαστεί για σοβαρά πράγματα με
τον διευθυντή της υγειονομικής υπηρεσίας, με τον πρόεδρο του Ταμείου ή με τη
διευθύντρια ασφάλισης, αν και για τη συγκεκριμένη δεν το ‘χει σε τίποτα να την
ειδοποιήσει πως τη χρειάζεται και πρέπει να κατέβει αμέσως στο γραφείο του. Η
πλάκα είναι πως εξ αιτίας αυτού του παρουσιαστικού που έχει οικοδομήσει,
πέφτουν στην παγίδα του και οι αντίπαλοι του, ορκισμένοι εχθροί ή μη. Ουκ
ολίγες φορές συμπορεύτηκαν μαζί του, συνεργάστηκαν, δήλωσαν παρών στις
τηλεφωνικές του κλήσεις κι έσπευσαν στο γραφείο του για να πάρουν τις ευλογίες
του.
Το
μεγάλο του ατού ήταν οι συνάδελφοι της περιφέρειας. Εδώ μου θυμίζει παζάρι που
πουλάνε φύκια για μεταξωτές κορδέλες. Ότι πληροφορία κυκλοφορούσε στην πιάτσα
και αφορούσε υπηρεσιακά ή συνδικαλιστικά θέματα, πουλιόταν σαν έκτακτο
παράρτημα η σαν εκδούλευση στην ανύποπτη επαρχία. Πως λέμε « η είδηση αυτή
βγαίνει κατ’ αποκλειστικότητα μόνο από το Mega channel, αυτή
την όσμωση φρόντιζε να εμφανίζει η προσφορά του. Δεν ήταν ανάγκη να τα μάθουμε
κι εμείς στην Αθήνα. Εμείς θα τα μάθουμε ούτως ή άλλως επί του πρακτέου. Έτσι εκμεταλλευόμενος
την άγνοια των συναδέλφων για την προσωπική του εικόνα έδρεπε δάφνες και ψήφους
από το κομμάτι αυτό που αριθμητικά ήταν και το μεγαλύτερο. Οι διαφόρων ειδών
μικροεξυπηρετήσεις σκλάβωνε τους συναδέλφους και γι ‘αυτό έφτασαν να πίνουν
ορισμένοι νερό στ’ όνομα του.
Η
επισφράγιση όμως αυτής της σχέσεις γίνονταν με κάθε ευκαιρία σαν κατέβαιναν
όλοι αυτοί με πρόσκληση της κεντρικής υπηρεσίας στην Αθήνα. Μερικές φορές (αλλά
δεν παίρνω όρκο) οι πρόσκληση γίνονταν για τα μάτια. Τάχαμου που λένε, δήθεν
πως πρέπει να ενημερωθούν σε σοβαρά υπηρεσιακά ζητήματα. Θυμάμαι πως κάποτε
αρκετά παλιά, δημιουργήθηκε μια ομάδα εργασίας για να συντάξει τον νέο
κανονισμό παροχών . Ε δεν ξέρω πως τα κατάφεραν, αφού το βράδυ γυρνούσαν στα
μπουζούκια και τη μέρα πίναν τα ουζάκια τους στη λίμνη της Βουλιαγμένης. Κι αν
πει κανείς ότι δεν έγιναν έτσι τα πράγματα θα του απαντήσω «ας έβαζαν στην
ομάδα και κανέναν υπάλληλο της Αθήνας για να μη λέμε τώρα αστήριχτα πράγματα.
Αλλά και πάλι θα μου πει κανείς πως και βέβαια υπήρχαν εκπρόσωποι των Αθηνών. Ναι-ναι
ένας από τους γιατρούς μας που πέταγε τη σκούφια του για γυναικείο ποδόγυρο,
που δεν έδινε όμως διάρα για τα κοινά και την προκοπή αυτής της υπηρεσίας και
οι γνωστοί άγνωστοι παρατρεχάμενοι ελέω ΠΑΣΟΚ. Οι νυχτερινές περιπλανήσεις με
οδηγό τον ξένιο κύριο εργατοτοπατερούλη, άφησαν εποχή. Κάθε μαραμένη ψυχή
άρπαζε απ’ τα μαλλιά την ευκαιρία να γευτεί αυτό που λένε Athens by night. Τη συνταγή πήγαινε να
χαλάσει λίγο η αφεντομουτσουνάρα μου, γιατί τελείως απροσδόκητα, δύο απ’ τα
προβατάκια της ομήγυρης, απέκτησαν ειλικρινή και ζεστή φιλία μαζί μου κι έτσι
έπρεπε να το δεχθεί ο κύριος ή να συμμετέχω κι εγώ στα δρώμενα ή να αποδεχθεί
ότι θα προηγηθεί μια βόλτα με τη δική μου παρέα και μετά τα προβατάκια θα
επιστρέψουν στο μαντρί τους. Αυτό όμως δεν έμελε να συνεχιστεί δια παντός.
Κάποιος φρόντισε (όλους τους υποπτεύομαι) να ρίξει τέτοιο δηλητήριο σ’ αυτή τη
σχέση, που κόπηκε και η καλημέρα και μάλιστα μια εποχή που για κάτι μήνες
νοσηλευόμουν σε ψυχιατρική κλινική. Δεν σιχτιρίζω όμως τον δράστη, αλλά τη φίλη
μου που είχε τόσο αφιονιστεί μαζί τους, που πέταξε στα σκουπίδια τον μόνο
άνθρωπο που σεβάστηκε και αντιμετώπισε αυτή τη σχέση χωρίς ψεγάδι υποκρισίας
και ιδιοτέλειας. Ας όψονται.
Ο ΣΥΛΛΟΓΟΣ (για τον ίδιο άνθρωπο
μιλάμε)
Κατά
τα καλά και συμφέροντα η συνδικαλιστική του διαδρομή ήταν πάντα με την πλευρά
που μπορεί να τσιμπολογήσει ψιφαλάκια και να έχουμε το πάνω χέρι. Άντε βρε τα
παραλές θα μου πείτε. Εγώ τα παραλέω ή η τακτική των κινήσεων του. Η υπηρεσία
μας συνδικαλιστικά λόγω του μικρού αριθμού των υπαλλήλων της έως το 1985
τουλάχιστον, καλύπτονταν από έναν Σύλλογο που κάλυπτε συναδέλφους και άλλων
υπηρεσιών του αυτού κλάδου. Σίγουρα λεφτά και εισόδημα μεγάλο. Η αριστερά, στα Hi της τουλάχιστον
συνδικαλιστικά εκείνη την εποχή και η εκλογή του εργατοπατερούλη, εξασφαλισμένη.
Στην υπηρεσία μας όμως, έσκασε μύτη και ο εγχώριος Σύλλογος Υπαλλήλων και
μάλιστα πανελλήνιας κάλυψης γιατί ενηλικιώθηκε η ανάγκη να έχει ο χώρος τη δική
του έκφραση, γιατί όχι. Τριακόσια άτομα προσωπικό έχει πια, γιατί να μην είναι
ανεξάρτητος. Αμ δε. Μανούλες στη διάσπαση οι αριστεροί. Από την πολύ δημοκρατία
που τους δέρνει, δέκα αριστεροί καταθέτουν έντεκα προτάσεις. Ο μέγας
συνδικαλιστής, λοιπόν στύλωσε τα πόδια του. Μουλάρι ο Αστραχάν, γιατί στην
αντίπερα όχθη ο νεοϊδρυθείς σύλλογος, χειραγωγείται από τους παλιοπασοκτζίδες.
Κορόιδα είμαστε να αφήσουμε τα πόστα μας και να τρέχουμε τώρα να γίνουμε απλοί
οπαδοί. Όχι η αφεντιά του είναι γεννημένη για να είναι μόνο αρχηγός. Το θυμάστε
το ανέκδοτο που λέει «όταν πίνει ο αρχηγός, όλοι πίνουν, όταν τρώει ο αρχηγός,
όλοι τρώνε κλπ κλπ. Μπαστακώθηκαν άπαντα τα μέλη και περίμεναν τον Μωυσή να τους περάσει από την Ερυθρά
θάλασσα στη γη Χαναάν. Πολύ αργά, όταν η κυριαρχία του ΠΑΣΟΚ έπαιρνε την κάτω
βόλτα, ωρίμασε η σκέψη της «ενοποίησης» τάχαμου και νάτος με τις πρώτες εκλογές
αντιπρόεδρος του συλλόγου. Κάτι όμως δεν τον τράβαγε εδώ. Δεν κόλλαγε κατά τη
γνώμη μου να συνεδριάζει το Δ.Σ με μέλη μια «Μπάρμπη» και ένα σαχλοκούδουνο των βορείων προαστίων.
Με έναν παλιοκρητικό και τον εκ Καρδίτσας ορμώμενο (I love Karditsa) Πολύ φτώχεια
βρε παιδί μου. Το 1998 όμως η Υπουργός ΦΠΠ (ούτε το όνομα της δεν θέλω να
αναφέρω) σαν να του ‘κλεινε το μάτι και να του έλεγε. «κοίτα εδώ τι σού χω. Θα
σας ενώσω όλους μαζί. Χαρές και πανηγύρια τ’ αφεντικό. Μεγάλο το μαγαζί και
γωνία. Δεν πρόλαβε να στεγνώσει το μελάνι της υπογραφής του νομοσχεδίου και βρέθηκε
μετά της κουστωδίας του στον από κει τον μαχαλά. Πάνε και οι Πανελλήνιοι
Σύλλογοι, πάει και το σύνθημα ΄΄όλοι μαζί μπορούμε΄΄ Πάλης ξεκίνημα νέοι αγώνες
για τον μέγα εργατοπατερούλη. Μέσα σ’ αυτούς ήμουν κι εγώ που πάντοτε ο μαλάκας,
ευκολόπιστος και επηρεασμένος από το μικρόβιο της δημοκρατικής ευαισθησίας,
είπα να μη γίνω αφορμή σε καμιά νέα διάσπαση. Έλα όμως που έγινα. Οι
περισσότεροι των συναδέλφων δεν ακολούθησαν κι άντε one more time να
ακούγεται ξανά στην υπηρεσία μας όπως παλιά η γνωστή μας φράση. «Εσύ σε ποιόν
σύλλογο είσαι; Στον από δώ ή στον από κει;.» Πάντως στον από κει τα κουκιά
έφταναν για να τσιμπήσει μια θεσούλα στο Δ.Σ. Μέχρι να έρθει ο καιρός να πάμε
όλοι στο ΙΚΑ θα έχει συνταξιοδοτηθεί. Η αγκαλιά που τον ανέθρεψε και του έδωσε
την ευκαιρία να μπαινοβγαίνει όποτε θέλει για τις ανάγκες των συνδικαλιστικών
του υποχρεώσεων παραπαίει. Ο ηγέτης της Αριστεράς όμως δεν έχει καιρό. Τα της υπηρεσίας μας ποτέ
δεν τον απασχόλησαν σοβαρά. Άστη να κουρεύεται. Εμείς είμαστε του δόγματος,
«εμπρός στο δρόμο που χάραξε η ενοποίηση»
Η μεγαλύτερη
όμως τεχνική, προσόν, ή όπως αλλιώς πέστω, ήταν οι σχέσεις του με τους εκάστοτε
προέδρους. Μελιστάλακτος, πράος,
συνεργάσιμος, υπομονετικός. Περίμενε πάντα να εκδηλωθεί ο θυμός των άλλων για
τις όποιες ενέργειες του προέδρου. Συνυπογράφει έγγραφα διαμαρτυρίας, όχι όμως
από δική του παρέμβαση. Απλά από συγκατάβαση κι αλληλεγγύη προς τους
συναδέλφους. Πολλές φορές τα κείμενα διαμαρτυρίας φανέρωναν, από το ιδιαίτερο
στυλ γραφής του, την πατρότητα των σκέψεων, αλλά το βάρος των καταγγελιών επωμίζονταν
ο σύλλογος ή η ομοσπονδία. Γάτα στις δημόσιες σχέσεις. Εγώ όμως ένα πράγμα δεν
καταλάβαινα. Πως γίνονταν και οι όποιες καταγγελίες γίνονταν εκ των υστέρων
παρ’ ότι τις περισσότερες φορές ήταν ηλίου φαεινότερο πως κάτι μυρίζει από
νωρίς. Στις φανερές αδικίες, σιωπούσε και στις μυστικές υπηρεσιακές λοβιτούρες,
είχε πάντα πληροφόρηση αλλά……. Περίμενε.
Λένε
πολλοί πως κατά βάθος δεν ήταν κακός και κακό δεν έκανε σε κανέναν. Συγνώμη δεν
θα συμφωνήσω. Μπορεί ποτέ να μην υποκίνησε τον διωγμό κανενός. Βοήθησε με
επιτυχία την οικειοθελή μετακίνηση συναδέλφων από την μια πόλη στην άλλη. Και
γιατί να μην το κάνει. Όμως με τη σιωπή του, με την επιλεγμένη στάση της
αδιαφορίας, άφηνε να αδικούνται συνάδελφοι και δεν κουνούσε το δακτυλάκι του,
που θα μπορούσε γιατί κάποια φεγγάρια ήταν ο απόλυτος κυρίαρχος του παιχνιδιού.
Σ’ άφηνε να σιγοψήνεσαι στην αδικία και στα γρανάζια της στείρας γραφειοκρατίας.
Ήταν με το συμπάθιο «εκόν κακός».
Φεύγει
σε λίγο με σύνταξη και σίγουρα σε κάποιους θα λείψει πολύ. Θα λείψει φυσικά και
στα δυο τρία «γιουσουφάκια» Ποτέ δεν κατάλαβα όμως ειλικρινά, τι ήταν αυτό που
τα έκανε να είναι τόσο τυφλοί υποστηρικτές του. Θα λείψει ακόμα σε κανα-δυό
ψυχούλες που ποτέ δεν τόλμησαν να του πούνε όχι και θεωρούσαν τιμή τους πως τά
χουν πάντα καλά μαζί του. Η απουσία του όμως θα αφήσει κι ένα σοβαρό κενό. Όπως
και να το κάνουμε κατάφερε να ενώσει τις πιο αντιφατικές φατρίες των
συναδέλφων, ενώ τώρα ποιος ξέρει πόσοι κοκόροι θα λαλούν, κι άιντε να βρεις
άκρη. Θα λείψει κι ως αντίπαλων δέος διότι κακά τα ψέματα, όλοι λογάριαζαν τον
θυμό του. Κάποιοι τον ονόμασαν «πατερούλη». Είμαι υποχρεωμένος να δεχθώ πως η
παρομοίωση του ταιριάζει. Ένα είναι σίγουρο πως η απουσία του γρήγορα θα
ξεχαστεί όχι γιατί δεν άξιζε και τίποτα ο άνθρωπος, αλλά γιατί οι πρώην υπήκοοί
του θα βρουν καινούρια στασίδια για ν΄αράξουν και νέες ομπρέλες για να στεγαστούν.
Έτσι είναι η ζωή. Εδώ ξεχάσαμε έναν παλληκάρι μεγάλη ψυχή που τον χτύπησε νωρίς
η παλιοαρώστια κι έφυγε νωρίς,, στον εργατοπατερούλη θα σκαλώσουμε τώρα;
Ένα λουλούδι που μαράθηκε νωρίς
Σ΄αυτό
το μαγαζάκι που βρέθηκα (έτσι μου άρεσε χαιρέκακα να αποκαλώ την υπηρεσία μας)
εκτός από τον εργατοπατερούλη έβρισκες κάθε καρυδιάς καρύδι. Από άτομα στα
πρόθυρα της σύνταξης έως και εικοσιδιάχρονες κοπελίτσες όλο νάζι που αν μη τι
άλλο ομόρφαιναν με την παρουσία τους τον άχαρο Δημοσιοϋπαλληλικό χώρο.
Κοριτσάκια που ήρθαν να εξαργυρώσουν το πτυχίο τους που το πήρανε με άριστα για
χάρη του μπαμπά τους που έφτυσε αίμα για να τις σπουδάσει.
Μια
από αυτές τις όμορφες υπάρξεις ήταν κοπέλα που θα αναφερθούμε τώρα. Παρθένος
οργανισμός αν και παντρεμένη, έμοιαζε παιδούλα, άδολη και απονήρευτη. Αφάνα τα μαλλιά
της και μελαχρινή. Τα χείλη της κόλαση κι μονίμως χαμογελαστή και πρόσχαρη.
Λίγο έλειψε να την ερωτευτώ κι εγώ. Πτυχιούχος με άριστα. Τέτοια άτομα μπαίνουν
στην αγορά εργασίας κι αντί να είναι για αυτούς ένα νέο ξεκίνημα, μοιάζουν με
τους αθλητές που τα έδωσαν όλα στον αγώνα για να πάρουν το πτυχίο και τώρα
αποκαμωμένοι παίρνουν βαθιές αναπνοές, γιατί ο αγώνας γιαυτούς έχει τελειώσει. Έτσι
είναι μα το θεό. Αντί να γιορτάζουν το νέο ξεκίνημα χαίρονται που τέλειωσαν τα
βάσανα τους (από το διάβασμα) Έτσι είναι μην εκπλήσσεστε. Όχι η δουλειά εδώ δεν
είναι αυτοσκοπός. Λειτουργεί απλά σαν επιβράβευση ή σαν διαβατήριο. Και με
τέτοια όπλα στη φαρέτρα δελεάζεσαι από τον μνηστήρα που καραδοκεί έχοντας κι
αυτός ανάλογα προσόντα. Διευθύνον σύμβουλος σε εταιρεία ΑΕ παρακαλώ (που
αργότερα έγινε κι ιδιοκτήτης της) να μην κλείσουμε και τα μάτια μας και
ξεπέσουμε σε παρακατιανούς. Αμ τι, θα αφήσουμε τα κόπια μας να πάνε χαμένα; Το
΄παμε το ναι κι ας ήταν και πάνω από μια δεκαετία μεγαλύτερος. Μη χάσουμε το
κελεπούρι.
Ποιος
σας είπε πως ΄΄η τάξη και η ηθική΄΄ που ευαγγελίζεται ο πολύς Βασίλης Αυλωνίτης
στη γνωστή Ελληνική ταινία θα εύρισκε χώρο σ΄αυτή τη μικρή μας κοινωνία. Σας το
λέω εγώ η λεϊμονιά που ΄κανα χίλια προξενιά, πως δεν υπάρχει χώρος εργασίας που
να μην σφύζει από σεξιστικά υπονοούμενα. Πληθώρα σεξουαλικών παρενοχλήσεων από
τις πιο αθώες μέχρι και τις σοβαρές, που φτάνουν να γίνονται απλές σχέσεις
(νόμιμες ή παράνομες) έως και το γάμο. Πραγματικό νυφοπάζαρο καθημερινά. Οι
κοπελιές που ουδεμία σχέση έχουν με τον εαυτό τους τον πραγματικό, αυτόν που
αφήνουν στο σπίτι, έρχονται στη δουλειά τους εντελώς μεταλλαγμένες. Αλλά και οι
άντρες δεν πάνε πίσω σ΄αυτό. Απλώνουν λοιπόν την πραμάτεια τους στα ειδικά
πρωινάδικα του Δημόσιου τομέα, εδώ που η επιτήρηση είναι ανύπαρκτη. Εδώ
ικανοποιείται κάθε φιλαρέσκεια, ωραιοπάθεια, κρυφά ερωτικά ένστικτα. Εδώ θα
δοκιμάσουν ότι δεν τους επιτρέπει ο οικογενειακός τους περίγυρος. Η ωραία από
τον Βοτανικό, παραδείγματος χάριν, πολύ πιθανά, για να μην πω με βεβαιότητα,
στο σπίτι της θα ζούσε κάτω από την αυταρχική κυριότητα του συζύγου της, του
οποίου ο κλήρος έλαχε να γεύεται αυτόν τον ανθό, αλλά ας μην επεκταθούμε μιας και
δεν αφορά αυτό την έρευνα μας. Εμείς είπαμε πως εδώ μιλάμε για πρόσωπα και
καταστάσεις που διαδραματίζονται σε μια Δημόσια υπηρεσία. Αυτό κουβάλαγε κάθε
πρωί μαζί της το λουλουδάκι μας, τη δίψα για ζωή, που μάλλον ο κατά πολύ μεγαλύτερος
σύζυγος της δεν της προσέφερε. Που πας καραβάκι με τέτοιον καιρό θα έλεγα. Αυτά
τα αθώα μπουμπούκια παντού αλλά ιδιαίτερα στις Δημόσιες υπηρεσίες, τα παίρνουν
και τα βάζουν κατευθείαν στη γυάλα. Είχε δεν είχε προσόντα, αλλά μάλλον είχε
αυτά που προαναφέραμε, τις πρόσφεραν τη θέση της γραμματέα του ΔΣ, έτσι για να
λέει καλημέρα σε έναν κοντοπίθαμο κι ανέραστο Πρόεδρο. Τσάμπα πράμα ήτανε γιατί
να μην το γεύεται έστω με τα μάτια. Αλλά κι εμείς οι απ’ έξω, γίναμε όλοι δορυφόροι
της. Τι με ένοιαζε εμένα αν έπρεπε να της ερμηνεύω δεύτερη φορά τα ανέκδοτα που
της έλεγα γιατί αργούσε να τα καταλάβει. Αυτό μπορεί να ενοχλούσε μόνο τον σύζυγο
της και να τις το καταλόγιζε σαν ελάττωμα, εμένα όμως ο τρόπος που χαμογελούσε
ειδικά όταν έκανε τη γνωστή κίνηση κάτι σαν της Μενεγάκη της τηλεόρασης, όταν
με έσπρωχνε χαμογελώντας και μου έλεγε «Αϊ στο διάολο. Καλέ πως τα λες έτσι» ή
μετά εκείνο το κτητικό «μου», πόσο ερωτισμό έκρυβε μέσα του. Ούτε η γυναίκα μου
μα το θεό δεν κατάφερνε να με ξεσηκώσει έτσι όταν δίπλα από το όνομα μου κόλλαγε
αυτό το θεϊκό «μου»
Ο ατσαλάκωτος
Από
τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ, υπήρχε κι ένας τύπος που κάλλιστα θα
μπορούσαμε να πούμε πως ήταν ο Ζεν Πρεμιέ της παρέας. Ωραίος από τη φύση του
αλλά κι ο ίδιος πολύ ωραιοπαθής, με κινήσεις επιτηδευμένες που ξέρει πως
αρέσουν στις γυναίκες. Λεπτός πάντα στους τρόπους του και με προσεγμένη πάντα
εμφάνιση. Δον Ζουάν πραγματικός. Την παρουσία του δεν την ξόδευε με τίποτα. Ότι
και να γίνονταν, όποια σύναξη και να είχαμε, όσο όμορφα κι αν περνούσαμε, αυτός
θα ήταν ο πρώτος που θα αποχωρίσει. Σε ένα πάρτι ειδικά, που από τη μέση και
μετά άρχισε να γίνεται το έλα να δεις, ξαφνικά τον χάσαμε από τα μάτια μας. Για
να καταλάβετε, όταν στις πρωινές συνάξεις οι συζητήσεις μας εκχυδαΐζονταν κι
έμοιαζαν λιγάκι καφενείο, αυτός αποσύρονταν διακριτικά. Εγώ που εκτός των άλλων
είχα και την τύχη να τον έχω τα περισσότερα χρόνια της θητείας μου στο ίδιο
γραφείο, τον αποκαλούσα με το παρατσούκλι «ο ατσαλάκωτος» Πραγματικά έτσι μου
φάνταζε και να γιατί. Εγώ πχ κάθε χρόνο άλλαζα πορτοφόλια γατί με το βάλε βγάλε
στην τσέπη, σχίζονταν. Αυτός σαράντα χρόνια το ίδιο πορτοφόλι, άθικτο και
γυαλισμένο. Ποτέ δεν το έβαζε στην τσέπη του και είχε πάντα την έννοια του για
το που θα το ακουμπήσει. Αυτό όμως που εμένα με έκανε να βγαίνω από τα ρούχα
μου, ήταν ένα δικό του ρούχο το οποίο είκοσι χρόνια δεν το είχε φορέσει ποτέ.
Επρόκειτο για μια μάλλινη μπλούζα που ήταν απλά, μπλούζα ώμου. Ριχτή πάνω από
το πουκάμισο για συγκεκριμένες ημερομηνίες του χρόνου. Στην αρχή και το τέλος
του χειμώνα. Ποτέ τυχαία και άκαιρα. Ακόμα και η εναλλαγή στη χρήση του καφέ
από τον ζεστό Νες στον φραπέ, είχε συγκεκριμένη ημερομηνία που θα περνούσε από
το ένα είδος στο άλλο ανάλογα με τις εποχές. Σκέπτομαι πολλές φορές, που αλλού
θα είχε την ευκαιρία κανείς να έχει απέναντί του για επτά ολόκληρες ώρες έναν
τέτοιο άνθρωπο και να τον σκανάρεις σαν αξονικός τομογράφος.
Το
Δημόσιο λοιπόν είναι ένα ανοιχτό πανεπιστήμιο όπου πανεύκολα μπορεί κανείς να
σπουδάσει το μάθημα της Κοινωνιολογίας. Ας ξαναδούμε αυτόν τον υπέροχο γιάπη.
Ειδικότητα του ήταν η έρευνα αγοράς. Δεν αγόραζε ποτέ και τίποτα αν πρώτα δεν
έψαχνε όλη την Αθήνα. Ποτέ δεν βάδιζε στα τυφλά. Για ότι χρειάζονταν να κάνει
είχε από χρόνια φροντίσει να έχει τον κατάλληλο άνθρωπο για να απευθυνθεί για
να απευθυνθεί σ’ αυτόν όταν θα τον χρειάζονταν. Που τους εύρισκε όλους αυτούς;
Σε μια προσωπική ατζέντα πρόσθετε μέρα με τη μέρα κι από ένα τηλέφωνο.
Συναντούσε πχ στο γραφείο μας κάποιον που έπλεκε μάλλινες κάλτσες ας πούμε.
(καλά πολύ παρατραβηγμένο το παράδειγμα) Κρατούσε το τηλέφωνο του κι αν μετά
από χρόνια χρειάζονταν μάλλινες κάλτσες, θα του ζητούσε προσφορά. Αυτό όμως που
εγώ ποτέ δεν πρόκειται ποτέ να ξεχάσω με την πάρτη του, είναι το τρόπος σκέψης
για οικονομικές διακοπές. Όλοι μας ξέρουμε ότι το σερβίρισμα του πρωινού στα
ξενοδοχεία σταματά στις δέκα το πρωί. Ο φίλος μας εάν δεν κέρδιζε μια ώρα
παράταση στις διαπραγματεύσεις του, δεν έκλεινε το δωμάτιο. Τις περισσότερες
φορές το κέρδιζε, αλλά ξέρετε γιατί το έκανε αυτό; Κατέβαινε στις έντεκα παρά
για πρωινό, το τρενάριζε όσο μπορούσε κι έτρωγε του σκασμού, ώστε να καταλήξει
να πάει για μπάνιο μετά τις δώδεκα, πράγμα που σημαίνει. Καθόμαστε στην παραλία
μέχρι τις πέντε περίπου και μέχρι να γυρίσουμε να κάνουμε τα ντούζ μας, να
χαλαρώσουμε, περνούσε η μέρα κι έτσι γλύτωνε το μεσημεριανό φαγητό. Ακολουθούσε
η βραδινή έξοδος κι εντάξει δεν είπαμε πως θα τη βγάλει με μαρμελάδες και βούτυρα.
Ο τύπος αυτός δεν έχει καμιά σχέση με την καθημερινότητα. Ακούει πάντα το
δελτίο καιρού για να ξέρει αν θα πρέπει να πάρει μαζί του ομπρέλα. Ακούει πάντα
έντεχνη μουσική και σιχαίνεται το τσιφτετέλι. Ραδιόφωνο ακούγαμε στο γραφείο
και εάν τύχαινε στο πρόγραμμα να ακουστεί καμιά διπλοπενιά τσακίζονταν να
αλλάξει σταθμό. Τα απογεύματα του καλοκαιριού που όλη η Ελλάδα δίνει και
παίρνει με τον φραπέ, αυτός πίνει στο μπαλκόνι του ξινό νερό Perrier παρακαλώ
με μια φλοίδα λεμόνι, γιατί το Ελληνικό είναι μπανάλ. Κάνει δηλαδή ότι δεν
κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Κοντολογίς είναι ένας γιάπης του κερατά. Αυτός ο καλοκαρδισμένος
κύριος που δεν θέλει να μοιάζει σε τίποτα με τους άλλους άνδρες, πιστεύει πως
οι προδιαγραφές του τον καθιστούν διαφορετικό και άρα υπολογίσιμο στον
γυναικείο πληθυσμό. Μήπως εδώ έχει κομματάκι δίκαιο, γιατί αν είναι οι γυναίκες
να ξενοκοιτάξουν έναν άντρα που είναι πιστό αντίγραφο με τον δικό τους, ε τότε
να τους λείπει το βύσσινο, μένουνε σ΄αυτό που έχουν. Έχει βάλει στο μάτι από
καιρό τη γραμματέα του ΔΣ που προαναφέραμε. Δεν γυρεύει σχέσεις για ξεσαλώματα
και περιπέτειες, γιατί κι ο ίδιος είναι παντρεμένος. Αυτά τα τυπάκια περιμένουν
τα άκακα αρνάκια μπας και ξεστρατίσουν από το μαντρί. Είναι του δόγματος «μάζευε
κι ας είναι και ρόγες» γιατί και μια ρόγα να τσιμπήσεις από τέτοιο σταφύλι, θα
γλύφεις και τα δάκτυλα σου. Τελικά καλά τα λέει η Κρητική παροιμία «πέτω-πέτω
το κοπέλι, κανετο και θέλει» Κακά τα ψέματα. Είναι δύσκολο ν΄ αντέξεις τον
πειρασμό όταν θέλοντας και μη συναναστρέφεσαι με τα ίδια άτομα καθημερινά,
γιατί πώς να το κάνουμε, όταν σμίγει η φωτιά με τη φωτιά, ο νόμος της φύσης
είναι αμείλικτος. «Μα πως μας τα λες έτσι κύριε συγγραφέα. Σιγά μην είναι όλο
το Δημόσιο, ένα απέραντο μπουρδέλο.» Εντάξει θα συμφωνήσω. Επιτρέψτε μου όμως
να ισχυρίζομαι πως δεν είναι δα και όλα αγγελικά πλασμένα ή τουλάχιστον δεν είναι
όλα όπως φαίνονται. Εγώ που αποφάσισα να γράψω αυτό το πόνεμα, το έκανα ακριβώς
για αυτό το λόγο, δηλαδή να φέρω στην επιφάνεια αυτά που εγώ είδα, γιατί τα
είδα και τα έζησα, αυτά που εσύ δεν θέλεις να παραδεχθείς ότι συμβαίνουν κι ας
έζησες κι εσύ δίπλα από αυτά τα γεγονότα, αλλά τα πασπάλειψες με αρκετή δόση
σεμνοτυφίας και τα κατάπιες αμάσητα, παριστάνοντας το «έν οίδα ότι ουδέν οίδα»
Για
σένα λοιπόν σεμνότυφε μου αναγνώστη, έχω να σου παραθέσω την επόμενη περιγραφή
Μια κυρία με τα όλα της
Η
συνάδελφος αυτή, είχε όλα τα χαρακτηριστικά αυτού που λέμε, κυρία με τα όλα
της. Μητέρα με δυο παιδιά και με αυστηρές οικογενειακές προδιαγραφές. Δεν ήταν
η θεογύναικα αλλά αρκούντος ομορφούλα κοντούλα και μελαχρινή. Για να
περιχαρακώσει το image της αναφέρονταν συχνά πυκνά στην ηθική και τις αξίες
της ζωής. Κάθε φορά δε που αναφέρονταν στον σύζυγο της, το στόμα της έσταζε
μέλι. Εδώ τα πάσης φύσεως αρπακτικά, σηκώνουν τα χέρια. Το πεδίο είναι
αδιάβατο. Εδώ οι πιθανότητες να πιάσουν λαυράκι είναι μια στο εκατομμύριο. Οι
αθεόφοβοι όμως, δεν αφήνουν και κανέναν να αγιάσει. Όταν διαπιστώνουν ότι δεν
έχουν να ελπίζουν σε τίποτα, ρίχνουν το σπόρο τους μόνο και μόνο για να σου
ταράξουν τα νερά.
Η
συνάδελφος ήταν αξιαγάπητο άτομο. Μες την ευγένεια με όλους. Χαμογελαστή και
εξυπηρετική. Στην αρχή όταν τη γνώρισα, δεν είχα να πω κάτι παραπάνω απ΄όσα έχω
πει. Κλασική Ελληνίδα, με ντύσιμο απλό κι όχι μοδάτο και χτένισμα καθημερινό. Είχε
δηλαδή μια εικόνα που αν δεν γνώριζες τα άλλα της προσόντα, θα περνούσε απαρατήρητη.
Ε εδώ λοιπόν οι ειδικοί σε τέτοιες περιπτώσεις, αρχίζουν τις φιλοφρονήσεις, οι
οποίες έδιναν και έπαιρναν. Καθημερινά,
θεά την ανέβαζαν, θεά την κατέβαζαν. Κανείς δεν τολμούσε να την ακουμπήσει αλλά
όλοι χαριεντίζονταν μαζί της και σιγά-σιγά η φρασεολογία σ΄αυτές τις αγαθές και
απονήρευτες πρωινές συνευρέσεις, όπως θέλεις να τις βλέπεις εσύ, αποκτούσαν
σεξιστικό περιεχόμενο και από το στερεότυπο «κορίτσι μου εσύ» περνούσαν στο «αγαπούλα
μου» μετά στο «τι κουκλάρα είσαι μάτια μου» για να φτάσουμε και στο «καλά
σήμερα είσαι σκέτη καύλα» Ε θέλει πολύ μετά το μπουμπούκι για να ανοίξει; Δεν
θα ισχυριστώ πως το κάστρο έπεσε. Ούτε τότε, ούτε ποτέ. Σιγά-σιγά όμως όλοι μας
διαπιστώναμε μια μετάλλαξη. Άρχισε να προσέχει ιδιαίτερα την καθημερινή της
εμφάνιση. Η κοκεταρία μπήκε για καλά στη ζωή της κι άρχισε να ξοδεύει ουκ ολίγα
για κομμωτήρια, καλλυντικά και συνολάκια. Μέχρι που έφτασε κάθε μέρα να έρχεται
με κάτι διαφορετικό και με εναλλαγές στην κόμμωση της. Επιζητούσε πια από μόνη
της τα κομπλιμέντα, αν και ο καθένας μας αυτόκλητα της αποδίδαμε τον θαυμασμό μας,
λες και το κάναμε επίτηδες. Τρία τέσσερα χρόνια πριν συνταξιοδοτηθεί άρχισε να
παραδέχεται πόσο ματαιόδοξα ήταν όλα αυτά κι επέστρεψε στις αρχικές της
ενδυματολογικές συνήθειες, αφού όμως διέγραψε έναν κύκλο περίπου τριάντα ετών εισπράττοντας
αυτό που ίσως ο οικείος χώρος της δεν της απέδωσε ποτέ. Στο Δημόσιο όμως;
Τσάμπα είναι. Εμάς τι μας νοιάζει αν με τη συμπεριφορά μας ενδεχόμενα βάζουμε
ζευγάρια σε περιπέτειες, γιατί κακά τα ψέματα, ο σύζυγος στο σπίτι συνήθως
παραλείπει να σου λέει σε καθημερινή βάση «Κορίτσι μου, σήμερα είσαι μια
κούκλα»
Μια μοιραία γυναίκα
The best of. Το κορίτσι αυτό ήταν ένα πραγματικό λουλούδι που
όταν μας ήρθε ήταν γύρω στα εικοσιεπτά της χρόνια. Παντρεμένη κι αυτή μ΄ ένα
όμορφο παλληκάρι που τη βλέπαμε να τη φέρνει καθημερινά στη δουλειά με μια
πανέμορφη μηχανή. Σίγουρα θα ήταν αυτή που μοστράρισε στο γκομανάκι και της
γυάλισε ο συνδυασμός, μηχανάρα και όμορφο παιδί. Άβγαλτη ακόμα όταν έκανε τα
πρώτα της βήματα στον εργασιακό χώρο, αλλά στον ιδιωτικό τομέα. Κορίτσι σαν τα
κρύα τα νερά, αυτό που λέμε εμείς οι άντρες «μπιμπελό». Ο τέλειος συνδυασμός
για γυναίκα. Χωρίς κάτι το πρόστυχο επάνω της και με μια ομορφιά, γεμάτη
τσαχπινιά και χάρη. Δεν μιλούσε πολύ και ποτέ δεν παρασύρονταν σε μακροσκελείς Δημοσιοϋπαλληλικές
συζητήσεις. Γνώριζε σίγουρα πως για τους άντρες ήταν το αντικείμενο του πόθου
και το απολάμβανε. Το έδειχνε η ματιά και το κρυφό της χαμόγελο που έμοιαζε σαν
της Τζοκόντας. Οι γυναίκες την αποδέχονταν στην παρέα τους αδιαμαρτύρητα, γιατί
αλλιώς θα έδιναν την εντύπωση πως τη ζηλεύουν και ίσως έχαναν την εύνοια των
ανδρών που την περιτριγύριζαν.
Ότι
συνέβαινε στην ομήγυρη της κοπέλας, αλλά και στις άλλες πρωινές συνάξεις των
Δημοσιών υπαλλήλων, εκτός σπανίων περιπτώσεων, ήταν επιτηδευμένα σεμνότυφα και
ευπρεπώς συγκαλυμμένα, που θα έλεγε κανείς πως «Μπα εδώ πέρα, τίποτα δεν βλέπω
να κινείται» Κι όμως γυρίζει, που έλεγε κι ο Γαλιλαίος. Τα μισά από αυτά έπεσαν
στην αντίληψή μου κι άλλα τόσα τα υποπτεύομαι, αλλά είμαι και σχεδόν βέβαιος
πως έγιναν. Βέβαιος είμαι επίσης πως αν κατέγραφα με ήχο ή με εικόνα ότι είχε χροιά
ροζ, θα έφτιαχνα μια νέα Οδύσσεια. Το όλο της στυλ της μορφονιάς και η εικόνα
που προσπαθούσε επιτηδευμένα να περάσει, ήταν το «Μην ελπίζετε, δεν πέφτω»
Θέλω
εδώ ν΄ ανοίξω μια παρένθεση και να σας
θυμίσω πως στις Δημόσιες υπηρεσίες δεν συναντάς μόνο τους κλασικούς
μολυβδοσπρώχτες, ούτε αυτούς που η ζωή τους τέλειωσε σχεδόν με τον διορισμό
τους και κινούνται μονότονα πια μεταξύ σπιτιού και γραφείου χωρίς ίχνος
ενδιαφέροντας για κάτι διαφορετικό. Ακόμα κι εσύ φίλε αναγνώστη, ίσως δεν
διακρίνεις μέσα από τις προσωπικές σου εμπειρίες πρόσωπα σαν κι αυτά που
περιγράφω; Ναι δεν είπαμε δα πως είναι όλοι έτσι. Ισχυρίζομαι όμως ότι πάντα
παροικούν την Ιερουσαλήμ ένας, δυο, πέντε, δέκα, που ξεφυτρώνουν σαν τα ραδίκια,
διεκδικώντας ότι τους αναλογεί. Μην ξεχνάς ότι για αρκετούς, είναι η πρώτη
ηρωική έξοδος τους από το σπίτι κι άμαθοι κινούνται σε αχαρτογράφητα νερά. Κι
αν ακόμα εμείς (εγώ δηλαδή) δίνω στις ιστορίες τους απόχρωση ροζ, ίσως να τους
αδικώ γιατί κάλλιστα μπορείς να πεις πως όλο αυτό μπορεί και να σημαίνει, δίψα
για ζωή.
Ας
γυρίσουμε όμως πίσω στην ιστορία μας. Είμαι σίγουρος, αν έχω διαβάσει καλά το
χαρακτήρα της, πως η κοπέλα εντάσσεται στις σταθερές αξίες. Σ΄αυτές που
πιστεύουν στη ζεστή οικογενειακή γαλήνη, δεν θα μπορούσε ποτέ να διεισδύσει
τρίτος άνθρωπος. Είναι παρατηρημένο ότι πολλές φορές εκεί που πιστεύουμε ότι
τακτοποιηθήκαμε συναισθηματικά και επισφραγίσαμε αυτή την πίστη μας με έναν
γάμο, συνήθως απόκτημα από τα νεανικά μας χρόνια, σκάει μύτη η αμφισβήτηση κι
αρχίζουμε να διαπιστώνουμε τα πρώτα κενά. Ακόμα κι αν δεν υπάρχουν τέτοια στη
σχέση μας, εμείς πρέπει να τα εφεύρουμε για να βρουν χώρο να σουλατσάρουν τα
καινούργια μας αισθήματα. Για αναρωτηθείτε πόσες φορές από μόνοι σας δεν έτυχε να κοροϊδέψετε τον
ίδιο σας τον εαυτό, όταν τον συλλαμβάνετε να φλερτάρει με τη λάθος κίνηση.
Αυτή
η λάθος κίνηση για το κορίτσι της ιστορίας μας, έγινε μια μέρα που δεν ήρθε στη
δουλειά. Ένας από τους προσφερόμενους εραστές που κατοικοέδρευε στην υπηρεσία μας,
βρίσκονταν ακριβώς στο διπλανό της γραφείο. Τους χώριζαν μόνο δυο μέτρα αλλά κι
ένα σωρό άλλοι παράγοντες από αυτούς που χωρίζουν τους ανθρώπους σε κοινωνικές
τάξεις με κριτήρια κατά βάση οικονομικά. Ο Δον Ζουάν λοιπόν, κάτοικος των
λεγομένων βορείων προαστίων (έτσι για την ιστορία το αναφέρουμε) με ένα σπίτι
στην κορυφή του λόφου της Φιλοθέης που πρόσφερε την καλύτερη θέα στην Αθήνα. (Έτσι
για την ιστορία το αναφέρουμε κι αυτό) Από καιρό έχει απλώσει τις ξόβεργες του
για αυτό το πλάσμα. Χρησιμοποιεί κι αυτός την ίδια τακτική με τις κοπέλας.
Καμιά βεβιασμένη κίνηση, κανένα υπονοούμενο (μη μας πούνε και λιγούρηδες) καμιά
προσέγγιση. Όπως κάθε καλός κυνηγός, εφάρμοζε την τακτική της αναμονής και του
ώριμου φρούτου. Στις πρωινές συνάξει πάντα απών. Το ότι γούσταρε την κοπέλα δεν
το είχε πει ούτε στους κολλητούς του (ένας εξ αυτών ήμουν κι εγώ) Αυτός απλά
έχτιζε το προφίλ του. Εκτός από το ότι ήταν πολύ όμορφο παλληκάρι με αδρά
χαρακτηριστικά και πολύ ωραία σαρκώδη χείλη ( οφθαλμοφανές κι αναμφισβήτητο)
είχε κι άλλα προσόντα που κάποιοι ταλαίπωροι ερωτιδείς, πολύ θα ήθελαν να είχαν,
χρήμα για κατανάλωση, αλλά δεν…. Γιαυτό μοιραία αναλώνονται σε φανφάρες κι
αδέξιες κινήσεις για να εντυπωσιάσουν με αέρα και φούμαρα αφού δεν το διαθέτουν
το ρημάδι το χρήμα. Γιαυτό έμεναν πάντα στις άνευ ουσίας διατυπώσεις του τύπου
«καλέ πως τα λες έτσι» Αχ πόσο αργά κατάλαβα πως έτσι όπως λειτουργούσα ήμουν
εκτός συναγωνισμού. Ο καλύτερος τρόπος τελικά για να κολάσεις στο Δημόσιο ακόμα
και καλόγρια, είναι αυτό που τώρα αναλύουμε. Βήμα-βήμα step by step που
λένε και στο χωριό μου. Απλώνεις την πραμάτεια σου χωρίς να την διαλαλείς και
περιμένεις. Όχι δεν θα σου κάνει αίτηση η υποψήφια. Θα βράσει κι αυτή στο ζουμί
της. Η κακομοίρα ένα προσόν έχει που πουλάει δυνατά, το ότι δηλαδή είναι πάρα
πολύ ωραία γκόμενα, ε μην το κάνει και παντιέρα και να φωνάζει «περάστε κόσμε»
Σιγά, μαλακά. Πρέπει πρώτα απ΄όλα να της δώσεις το χρόνο να φτιάξει τα δικά της
άλλοθι, πραγματικά ή φανταστικά. Δεν θα επιτρέψει ποτέ στον εαυτό της να
συμπεριφερθεί σαν χαζογκόμενα. Εδώ όμως στην περίπτωση μας, οι πειρασμοί που
έχει να αντιμετωπίσει το κορίτσι, είναι πολλοί. Και πρώτα απ΄όλα πρέπει να
φιλάει και τα νότα της, γιατί απλά δεν πρέπει να την πάρουνε χαμπάρι οι
συνάδελφοι. Γιαυτό εσύ συντηρητικέ μου αναγνώστη διαρρηγνύεις τα ιμάτια σου και
λες «Σιγά μην είναι έτσι. Τόσα χρόνια κι εμείς στο Δημόσιο και δεν είδαμε να
γίνονται τέτοια πράγματα» Εμ βέβαια, πώς να τα δεις. Θέλει άλλα μάτια για να
δεις αυτά και νασαι και λίγο τσαχπινάκος. Άμα όλη την ημέρα την ξοδεύεις τηλεφωνώντας
στο σόι σου, (αφού είναι τσάμπα) εσύ τέτοια δεν θα δεις ποτέ. Εσύ θα μυριστείς
μόνο τα αυταπόδεικτα. Άμα σκάσει κανένας γάμος και σε καλέσουν ή κάνα διαζύγιο
που έγινε βούκινο. Τα άλλα τα καθημερινά, τα αθώα φλερτάκια με σεξ ή χωρίς σεξ,
αυτά θα περάσουν κάτω από τη μύτη σου.
Ο Δον Ζουάν των Βορείων Προαστίων
Στο
θέμα μας πάλη. Κακά τα ψέματα, η γνωστή ατάκα της χηρευάμενης υπηρέτριας από
την ταινία του Λάμπρου Κωνσταντάρα που έλεγε «άτιμη κοινωνία που άλλους τους
ανεβάζεις στα ουράνια κι άλλους τους κατεβάζεις στα τάρταρα» εδώ παίζει πάντα
το ρόλο της. Ο φίλος μας Δον Ζουάν μας έκανε μόστρα τα αυτοκίνητα της οικογένειας
του και καθημερινά ερχόταν στη δουλειά και με διαφορετικό αμάξι. Που το
ξανάδατε αυτό, αντρόγυνο να έρχεται στη δουλειά με διαφορετικό αυτοκίνητο, γιατί
παντρεμένος ήταν ο κύριος και η γυναίκα του, μέσα από το χώρο της δουλειάς. Δυο
ήτανε δικά του, ένα της γυναίκας του κι εμβόλιμα έσκαγε μύτη με του πατέρα του
ή της αδελφής του. Άντε τώρα εσύ που κάνεις βρέξει χιονίσει το δρομολόγιο Πόρτο
Ράφτη Αθήνα με μηχανή, να μην πεις ποτέ από μέσα σου «άτιμη κοινωνία που άλλους
τους ανεβάζεις στα ουράνια κι άλλους τους κατεβάζεις στα τάρταρα» Αχ βρε
φτώχεια καταραμένη. Κι όπως μου είχε κάποτε εκμυστηρευτεί η θεογκόμενα, όσο
σκέφτονταν πως αυτό το παλληκάρι παντρεύτηκε ένα παρτσακλό, μόνο και μόνο γιατί
του πρόσφερε μια φανταστική εκδρομή στο Πήλιο, της την έδινε αφάνταστα. Και νάτο
τώρα το παρτσακλό ν΄ αγναντεύει από τη Φιλοθέη όλη την Αθήνα πιάτο, ποια η κόρη
της καθαρίστριας από τη Μεταμόρφωση. Δεν μου είπε όμως ποτέ άλλες πιο μύχιες
σκέψεις σχετικά. Σίγουρα αυτές τις κρατούσε στην καρδούλα της σαν εφτασφράγιστο
μυστικό. Αχ πόσο πρέπει να είχε μετανιώσει που παντρεύτηκε εφαρμόζοντας το
σλόγκαν “love from the first sine” Κάτι πήγε να μου εκμυστηρευτεί γιαυτό το σλόγκαν
όταν μια μέρα φορούσε μια μπλούζα με αυτές τις λέξεις. Τη ρώτησα να μου
εξηγήσει τι σημαίνει αλλά πάνω που άρχισε να πλατειάζει κατάλαβε το λάθος της
και άλλαξε κουβέντα. Αλλά και ο πρίγκιπας της δυτικής όχθης, το έδειχνε
ξεκάθαρα πως δεν έκοβε και τις φλέβες του για την επιλογή του συντρόφου που
παντρεύτηκε τελικά. Μια γρήγορη εγκυμοσύνη όμως του έκοψε τα πόδια. Η
τσιγκουνιά στο σόι του σίγουρα δεν επέτρεπε να δει να κατακερματίζεται η περιουσιακή
τους κατάσταση με ένα διαζύγιο. Αυτή η περιουσιακή κατάσταση προφανώς γαργάλαγε
και την όρεξη της μορφονιάς άντε και τα σαρκώδη χείλη και τα ωραία του μάτια,
που έφτιαχναν ένα μίγμα δυναμικό. Σίγουρα το κορίτσι δεν ποντάριζε μόνο σε ένα
απλό φλερτ, ένα από αυτά που συμβαίνουν συνήθως στα γραφεία Ίσως ποντάριζε σε κάτι πιο προχωρημένο. Να μπει
για τα καλά στη ζωή του και να ρίξει άγκυρα, εκτοπίζοντας την άλλη. Τα προσόντα
τα έχει. Η κοπέλα ήταν θηλυκό και το γνώριζε.
Η
μοιραία κίνηση κι είμαι σίγουρος πως έγινε ενστικτωδώς κι όπως είπαμε έγινε τη
μέρα που απουσίαζε από τη δουλειά. Ο φίλος μας με το θάρρος του συναδέλφου που
όχι μόνο εργάζεται στην ίδια υπηρεσία αλλά μοιράζονταν το ίδιο αντικείμενο και
απείχαν οι μυρωδιές τους μόλις δύο μέτρα, αποφάσισε τάχαμου γεια από ενδιαφέρον
για την υγεία της να της τηλεφωνήσει. Να διορθώσω κάτι που τώρα θυμήθηκα. Δεν
είχε μετακομίσει ακόμα στο Πόρτο Ράφτη αλλά έμενε κάπου στη Πεύκη. Την πήρε
λοιπόν στο κινητό και τη ρώτησε «Τι κάνεις;» κι αυτή σαν σύγχρονη Εύα του απάντησε.
«Είμαι στο μπάνιο αυτή τη στιγμή που σου μιλάω και πλένομαι» «Χωράει άλλος στην
μπανιέρα σου» της απάντησε το τσακαλάκι, καρατσεκαρισμένο αυτό από τον ίδιο
σ΄εμένα, που δεν ήταν σαν την αφεντιά μου, να της πει «καλέ πως τα λες έτσι,
γούστο έχεις» «Δεν το έχω ξαναδοκιμάσει» του λέει η Εύα. «Να έρθω να το
δοκιμάσουμε μαζί;» ρίχνει τη χαριστική του βολή ο Δον Ζουάν. «Άμα δεν κωλώνεις
έλα» του είπε και σε μισή ώρα ήταν στο σαλόνι της όπου τον υποδέχθηκε με το
μπουρνούζι, καρατσεκαρισμένο κι αυτό. Ε τώρα μην περιμένετε πιπεράτες λεπτομέρειες
γιατί είπαμε πως εδώ δεν γράφουμε μυθιστόρημα, αλλά απλά αφουγκραζόμαστε και
περιγράφουμε πρόσωπα και πράγματα.
Το
ειδύλλιο που αναπτύχθηκε ήταν σφοδρό και δυνατό. Στην αρχή δεν το πήρε κανείς
χαμπάρι. Τ’ άκουσες αντιδραστικέ, εσύ που λες ακόμα «Α μπα, άστον να λέει» Απλά
για την ιστορία θα σας πω πως αποκαλύφθηκε από μια χαζή λάθος κίνηση, αφού ο
βλάκας πλήρωσε με την πιστωτική του κάρτα το ξενοδοχείο που συναντιόντουσαν κι
έπεσε η ανάλυση του λογαριασμού στα χέρια της απατημένης συζύγου. Και τώρα θα
αναρωτιέστε τι κινήσεις έκανε μετά. Μερικοί θα στοιχηματίζατε πως μετά την
αποκάλυψη του love story θα χωρίσει τον μπερμπαντάκο σύζυγο και θα πάρει το
παιδί της για να γυρίσει στη μάνα της. Ε λοιπόν χάσατε Σιγά μην το κάνει. Σε
ποια μάνα να γυρίσει; Καθαρίστρια δούλευε η έρμη που της έλαχε ο κλήρος να
πάθει ο άντρας της εργατικό ατύχημα στην οικοδομή και να της μείνει σχεδόν κατάκοιτος.
Που να χωρέσει η κόρη στο σπίτι της μ΄ ένα παιδί. Τι σου είναι ο άνθρωπος
τελικά. Όλα τα σφάζει όλα τα μαχαιρώνει. Του ανταπέδωσε το κέρατο με έναν
σημαίνοντα συνδικαλιστή, αν και ο ίδιος ο αντρούλης της μου εκμυστηρεύτηκε πως
δεν ήταν η πρώτη φορά. Υποθέτω πως η απιστία της δεν έγινε για να καλύψει
συναισθηματικά κενά αλλά για να εδραιώσει μιαν ανασφάλεια που διακατέχονται
αυτά τα άτομα που μια ζωή έμαθαν μόνο να γλύφουν. Ήθελε να ήταν κάτω από την
ομπρέλα της εξουσίας και φαίνεται πως το κατάφερνε. Τώρα γιατί ο φιλαράκος μας
την έκανε γαργάρα τη δουλειά, είναι απορίας άξιο. Γελοίο το επιχείρημά του. Οι
γονείς του (είπαμε μια ζωή του πλήρωναν τα πάντα του παιδιού) δεν πίστεψαν τις καταγγελίες
και δεύτερο δεν θα συνηγορούσαν με τίποτα να χάσουν από την αγκαλιά τους το
κακομαθημένο τους εγγόνι, πιο κακομαθημένο κι από το γιό, εκτός από το σύγκρυο
που θα πάθαιναν με τα περιουσιακά τους στοιχεία και τις διατροφές. Κοτούλα
λοιπόν ο φιλαράκος μας. Μα φέρθηκε δεύτερη φορά σαν κότα όταν αφού τον πιάσανε
στα πράσα, δεν ήταν ικανός να πάρει τα πράγματα στα χέρια του και στο κάτω-κάτω
να πει «τι θέλετε ρε έτσι μου γουστάρει» Αντίθετα τα έσβησε όλα. Έκλεισε τα
μυστικά κινητά, και αντιμετώπιζε τα πράγματα, σαν να μη συνέβαινε τίποτα.
Φόρεσε κι αυτό το Σαρδόνιο χαμόγελο που τσακίζει κόκαλα και πήρε μια μεγάλη αναρρωτική
άδεια. Εγώ κι ο κοινός μας φίλος ο ατσαλάκωτος, αναλάβαμε χρέη πυροσβέστη.
Τρείς τέσσερες φορές σχεδόν συνεχόμενα πίναμε μαζί καφέ στη γειτονιά του για να
τα πούμε. Ακούγαμε το κινητό του που επίτηδες άφηνε πάνω στο τραπέζι να χτύπα ασταμάτητα, μόλις έπαιρνε χαμπάρι η
σουσουραδίτσα πως είναι ανοιχτό, σιγά όμως μην απαντούσε. Στην άλλη μεριά της
γραμμής η απογοητευμένη κι ερωτευμένη κοπελιά σίγουρα θα εκλιπαρούσε για μια
απάντηση, «γιατί αγόρι μου φέρνεσαι τόσο σκληρά;» Αχ κορίτσι μου, ένα πράγμα
δεν κατάλαβες, πως τα κακομαθημένα κολεγιόπαιδα όταν βαριούνται το παιχνίδι
τους, το παρατάνε. Εμείς (οι πυροσβέστες ντε) που βλέπαμε τη φωτιά του
κοριτσιού να φουντώνει, ήμασταν με το μέρος της. Το καταλαβαίναμε αυτό από τα μηνύματα
της που μας έδινε να διαβάσουμε. Τον παρακαλάγαμε να της μιλήσει, να της δώσει
μια εξήγηση. Τίποτε αυτός. Όσο ακούνε τα αναμμένα κάρβουνα τόσο μας άκουγε κι
ετούτος. Σιγά μην κλάψουνε τέτοιοι τύποι για καψουροκαταστάσεις. Ναι αυτοί που
λες εσύ τι καλό παιδί, τι ήσυχο και δεν πειράζει κανέναν. Όντως αυτοί οι
καλοσυνάτοι τύποι δεν πειράζουνε ποτέ κανέναν. Ξέρουν μόνο να μαδάνε
ανθισμένους ανθούς από αμπέλια ατρύγητα. Την ίδια δουλειά την έχει ξανακάνει ο
λεγάμενος, όταν εκμεταλλευόμενος τη συναδελφική-φιλική σχέση με έναν πανηλήθιο
συνάδελφο, που άλλον από τον Ολυμπιακό δεν έβαζε στη ζωή του, κατάφερε και
γεύτηκε τους παρθενικούς καρπούς της άγουρης κορασίδας κόρης του. Σιγά το
δύσκολο δηλαδή. Με κάνα δυό δωράκια, τάχαμου επειδή είναι καλό παιδί, με εισιτήρια
για συναυλίες πρώτη θέση μαζί του φυσικά, θέλει πολύ; Αυτά δεν τα σχολίαζε
κανείς στη δουλειά κι ας το ξέρανε όλοι. « Ο …. έλεγαν είναι καλό παιδί» που
σημαίνει, έχε τα καλά μαζί του γιατί δεν ξέρεις, μπορεί να τον χρειαστείς. Όσο
για τη γυναίκα του, είπαμε, ρούφηξε το αυγό της και τον είχε πια στο τσεπάκι
της. Εποχή της ρουσφετοκρατίας ήταν τότε κι ο μπαμπάς φρόντισε να μετατεθεί ο
γιός του σε άλλη υπηρεσία. Να πω εδώ την κακία μου; Αυτό δεν έγινε για να μην
ξαναμπλέξει ο γιός του, αλλά γιατί σίγουρα πρέπει να το ζήτησε ο ίδιος αφού δεν
είχε μούτρα να συναντηθεί ξανά με το κορίτσι. Έτσι είναι μερικοί άντρες σήμερα.
Οι απιστίες φίλοι μου και οι έρωτες πονάνε και ειδικά αν συμμετέχει και η
καρδιά κι όταν αυτή πληγωθεί παθαίνεις πανωλεθρία. Η κοπελιά μας αφού γύρισε
στη δουλειά, κατάπιε το αμίλητο νερό. Οι συνάδελφοι όλοι έδειξαν μια περίεργη
συμπάθεια στο πρόσωπο της χωρίς κανένα ίχνος διαπόμπευσης ή κανιβαλισμού. Ο σύζυγος
της μάλλον δεν πρέπει να έμαθε ποτέ τίποτα, τουλάχιστον από το σινάφι των
συναδέλφων. Κάποιος (θα αναφερθούμε σ΄αυτόν εκτενέστερα) φάνηκε να την σκεπάζει
με την ομπρέλα του χωρίς όμως να μάθουμε ποτέ με τι. Άλλωστε δεν χρειάζεται ντε
και καλά να έχεις χειροπιαστά ανταλλάγματα για να έχεις πάρε-δώσε με διάφορους.
Αρκεί απλά να έχεις αυτό που είπα, το πάρε-δώσε. Είναι ο στρατός σου, οι κολλητοί
σου, οι δικοί σου άνθρωποι. Έχεις μέσω αυτών πρόσβαση στην πληροφόρηση και
περνάς στους άλλους την εικόνα του επιτελάρχη. Και να που σιγά-σιγά περάσαμε
στο να εξυφαίνουμε τον χαρακτήρα του πιο απίθανου τύπου που δέσποζε στην
υπηρεσία μας από την ημέρα που πάτησε εδώ το πόδι του όχι βέβαια για τις
ιδιαίτερες ικανότητες του αλλά για το ότι ήταν ο πιο πρασινοφρουρός από τους
πρασινοφρουρούς.
Ο Μορφονιός
Αυτός
μας προέκυψε ουρανοκατέβατος και δεν είναι αυτό σχήμα λόγου. Χωρίς ΦΕΚ διορισμού,
ούτε νομοθετική πράξη, έτσι από το πουθενά. Του είπαν πήγαινε εκεί και άραξε κι
αργότερα θα το ρυθμίσουμε. Δεν ήταν άλλωστε ο πρώτος. Έτσι γίνονταν τότε. Αυτές
οι παρεμβάσεις και μόνο, έδιναν στους άλλους να καταλάβουν πως αυτοί οι τύποι
έχουν τέτοιο δόντι που καλά θα κάνετε να έχετε το νου σας. Ο υποφαινόμενος
«απρόσεκτος» μια ζωή το πλήρωσε καλά που τόλμησε ν’ αμφισβητήσει το ποιος θα
κάνει κουμάντο εδώ μέσα από εδώ και πέρα. Παρ’ ότι άπαντες απόφοιτοι λυκείου
έκαναν από την αρχή τους πάντες να βαράνε προσοχή μπροστά τους. Ποιος
διευθυντής και ποιος προϊστάμενος Πιόνια κατάντησαν μπροστά τους και το δυστύχημα
ήταν ότι αυτό φαίνονταν από μακριά και δεν ντρεπόντουσαν που κατάντησαν
αχυράνθρωποι, για μια καρέκλα. Οι λεβέντες αυτοί είχαν τέτοια πέραση που απέλυαν
τον έναν πρόεδρο πίσω από τον άλλον.
Το
δικό μου τίμημα λοιπόν για το θράσος που είχα ν΄ αμφισβητήσω δημόσια την
εξουσία τους σε μια συγκέντρωση των υπαλλήλων και για μια φράση μου που είπα
«Για σταθείτε βρε λεβέντες, ποιοι νομίζετε ότι είστε» μέσα σε τρείς μέρες ήρθε
η απόσπασή μου για έναν χρόνο ευτυχώς από την Αθήνα στον Πειραιά. Αυτοί ήταν οι
λεγεωνάριοι του ΠΑΣΟΚ την εποχή εκείνη ή το καπετανάτο των αφισοκολλητών όπως
τους ονόμαζα εγώ.
Αυτό
το παλληκάρι, άμα τη εμφανίσει του στο μαγαζί μας, μας καπέλωσε όλους. Μωρέ τι
καλό παιδί που ήταν αυτό. Χαμογελαστός πρόσχαρος, ψηλός, βουτυράτος που έλεγε
μια ατάκα Ελληνικής ταινίας. Το μεγάλο του ατού ήταν αποτυπωμένο στο χαμόγελο
του. Από μακριά τον καταλάβαινες και του απέδιδες τον χαρακτηρισμό «Να ο
γαμίκουλας» κάτι που με τον καιρό μας απέδειξε πως όντως ήταν. Τα προσόντα του
διανθίζονταν και από άλλα επί μέρους δεξιότητες. Τι να πρωτοπώ και τι να αφήσω.
Ψεύτης ολκής. Ότι κι αν άκουγε στις συζητήσεις μας, είχε κι ένα προσωπικό παράδειγμα
να μας πει. Ήταν σε όλα μέσα. Ξεπερνούσε μερικές φορές ακόμα και τα ψέματα των
ψαράδων, κυριολεκτικά δηλαδή, αφού όταν μας έλεγε για τις επιδόσεις του στη γενέτειρα
του την Καλαμάτα, τέτοια ψάρια δεν ψάρεψε ποτέ μέχρι σήμερα άλλος συντοπίτης
του. Ότι και να σου διηγούταν, το έλεγε με τόση επιδεξιότητα και χάρη που σε
έκανε να τον πιστέψεις. Όσο φίλος όμως και να γινόσουνα μαζί του, η ιεραρχία
στο κλαμπ των δεκαοκτώ, δεν παραβιάζονταν με τίποτα. Οι μετακινήσεις των
υπαλλήλων στα πόστα ήταν συνωμοτικά ιεραρχημένες από την πάρτη τους. Υπήρχαν
αντικείμενα που ήταν άβατο για άλλους όπως πχ η Γραμματεία του ΔΣ (καλά αυτό
παντού είναι) το ταμείο και φυσικά όσο κι αν πάσχιζε η κυρία Διευθύντρια να τις
μετονομάσει αναγκαίες και δικής της έμπνευσης, όλα έδειχναν ότι η λίστα με τα
ονόματα είχε παραδοθεί στα χέρια της, σχεδόν καθαρογραμμένη. Είχε βέβαια και
την αόρατη στήριξη του μεγάλου μας συνδικαλιστή της παράγκας γιατί θα πρέπει να
ξέρετε πως μεταξύ κατεργαρέων, κάποιες αναλογίες τηρούνται.
Φοβάμαι
πως με μια απλή ανάγνωση σε τέτοια γεγονότα δεν αποδίδεται το πραγματικό κλίμα
των καταστάσεων για τους υπαλλήλους που βρίσκονται εκτός νυμφώνος και δε λέω
για τους προσκυνημένους, αυτούς που με τη θέληση τους άγονται και φέρονται στις
ορέξεις τους, έχοντας στα χείλη τους μόνιμα ένα «Δε βαριέσαι», γιατί από ζόμπι
στο δημόσιο, άλλο καλό. Αυτοί οι τύποι, εφαρμόζουν πιστά μέχρι της
συνταξιοδότησης τους βέβαια με λάθος ερμηνεία, τη ρήση του Ν Καζαντζάκη «Δεν
πιστεύω σε τίποτα, δεν ελπίζω σε τίποτα» Για τους άλλους όμως όλη αυτή η
κατάσταση είναι θηλιά στο λαιμό τους. Προσωπικά για εικοσιοκτώ ολόκληρα χρόνια,
δεν θα μπορούσα να καταπιώ αυτό το χαμόγελο της ξεγνοιασιάς των άλλων και την αίσθηση
που προσπαθούν να σου περάσουν δηλαδή «σκάσε και σκάβε»
Ο κύριος ατσαλάκωτος (ας επανέλθουμε
για λίγο πάλι σ΄ αυτόν)
Θα
σας μεταφέρω εδώ ένα προσωπικό παράδειγμα για να δείτε πόσο δύσκολο ή ανέφικτο
είναι να επιβιώσεις εκεί μέσα αν δεν καταθέσεις γην και ύδωρ. Δεν θες να το
κάνεις; Τα ψυχοφθόρα αντικείμενα που θέλουν υπαλλήλους χαμάληδες, σε
περιμένουν. Το δίλημμα είναι απλό. Διαλέγεις και παίρνεις. Τα έζησα και τα δυο.
Τη μια φορά κατ΄επιλογή μου και την άλλη γιατί έμεινα στα αζήτητα, γιατί τα
πόστα ήταν πιασμένα μετά από μια διετή απουσία μου, για λόγους υγείας και με
πέταξαν, αν και ασθενής με χρόνια και σοβαρή πάθηση, στη διανομή εισερχομένων
εγγράφων, δουλειά με όγκο και στοκ δυο μηνών. Το να είσαι υπάλληλος στο γραφείο
μισθοδοσίας, δεν ήταν και λίγο πράγμα. Το αντικείμενο ήταν για ψαγμένους
υπαλλήλους κι ήταν για μένα βρε παιδί μου ένας τίτλος τιμής. Υπηρέτησα εκεί
δεκαεπτά χρόνια. Είχα όμως στον σβέρκο μου τον κύριο ατσαλάκωτο που έτσι και
έκανα κιχ την άλλη μέρα θα άλλαζα αντικείμενο. Κράτος εν κράτη και αυτός ο
κύριος. Κάποτε θυμάμαι μια συνάδελφος από το Μητρώο σε μια κουβεντούλα μας, μου
είπε «εμένα δεν με κούνησε ποτέ κανείς. Από εδώ με βλέπω να παίρνω σύνταξη»
όπως και έγινε αλλά κούνια που την κούναγε. Τους βόλευε που την είχαν εκεί
γιατί είπαμε πως κάποιοι πρέπει να δουλεύουν για να μπορούν οι τεμπελχανάδες να
κάνουν τη δουλειά τους. Επί του θέματος πάλη. Επειδή ο κύριος δεν είχε ιδέα από
νέα τεχνολογία, έβαζε μονίμως φρένο στην όποια συζήτηση γίνονταν για μηχανογράφηση
της μισθοδοσίας. Μάταια πάσχιζαν οι αρμόδιοι από τον φορέα που μας εξυπηρετούσε
ηλεκτρονικά, αφ’ ενός για να μας ξεφορτωθούν και αφ΄ εταίρου μπας και μπούμε
στον ίσιο δρόμο όπως τόσες και τόσες υπηρεσίες. Δεσμεύονταν μάλιστα να μας
υποστηρίξουν με τεχνογνωσία αλλά……. Σκοντάφταμε συνέχεια. Τυχαίο; Δε νομίζω. Έτσι
διοικείται σήμερα το Δημόσιο κυρίες και κύριοι.
Ο
κύριος ατσαλάκωτος λοιπόν, που μπορούσε να κινεί τα νήματα σε τέτοιων ειδών
θέματα, ούτε προϊστάμενος ήταν, ούτε γνώσεις κατείχε, ούτε μπορείς να πεις ότι
τουλάχιστον ήταν παλιός άρα κάτι θα σκάμπαζε περί του θέματος. Απλά είχε
μουλαρώσει και σαν χαϊδεμένο παιδί δεν του χαλούσαν το χατίρι. Ετερόφωτος μια
ζωή αλλά ήξερε καλά να υπολογίζει τα καλά και συμφέροντα για πάρτι του. Είχε
από την αρχή μυριστεί το αντικείμενο σαν πιασιάρικο μόλις πάτησε το πόδι του
στην παράγκα και τρύπωσε μέσα για τα καλά. Στην αρχή συνεπικουρείτο από την
κατά τα άλλα πανάξια συνάδελφο, λαμπρή εξαίρεση όλων, μέλος όμως του αυτού
συνδικάτου. Στην κυριολεξία με διάλεξε για να αντικαταστήσω τη συνάδελφο που
έπρεπε να αναλάβει τη θέση της γραμματέως του ΔΣ κι εγώ φυσικά με τη σειρά μου
άρπαξα την ευκαιρία. Γιατί όχι, μια εβδομάδα το μήνα δουλεύαμε, κορόιδο ήμουν;
Για να μείνω όμως εκεί δεκαεπτά χρόνια, μια ήταν η υποχρέωση που είχα. Δεν θα
είχα ποτέ άποψη σε δημόσιες σχέσεις που αδιαφιλονίκητα διαχειρίζονταν πάντα
ελέω θεού, ως ο έχων το γενικό πρόσταγμα, συνάδελφος. Αυτό του άρεσε πάρα πολύ.
Τον ψήλωνε βρε αδερφέ μου. Του έδινε κύρος, τον ανέβαζε. Όταν οι συνάδελφοι για
πλάκα τον αποκαλούσαν «προϊστάμενο» χαμογελούσαν και τα μουστάκια του. Όταν
ένεκα του αντικειμένου δημιουργούταν προστριβές με άλλους συναδέλφους, η χαρά
του ήταν ανείπωτη όταν έπαιρνε θέση και με ύφος Επιτελάρχη απέδιδε δικαιοσύνη.
Οι υποχρεώσεις και οι δουλειές του γραφείου, κατανέμονταν από τον ίδιο με ένα
στυλ σαν του στοργικού πατέρα που μοιράζει το χαρτζιλίκι στα παιδιά του. Αν του
αμφισβητούσες αυτά τα προνόμια ήσουν τελειωμένος. Πολλές φορές το όνομα μου
κυκλοφορούσε σε λίστες αλλαγής αντικειμένου, αλλά τελικά ο μεγάλος μου ‘’σωτήρας’’
με αποσπούσε πάλι στις αγκάλες του και μου το φώναζε με περίσσιο καμάρι «Σ’
έσωσα πάλη» Μα τότε θα μου πείτε γιατί τα καταδεχόσουν όλα αυτά κύριε
επαναστάτη; Μα νομίζω σας το ξαναείπα. Δεν γουστάριζα να παριστάνω τον αράπη
που τραβάει κουπί στη βάρκα. Και στο κάτω-κάτω ήμουν σε θέση να διαχειριστώ τη ματαιοδοξία
αυτού του κυρίου και να εξισώνω τα πράγματα. Γιατί παρακαλώ να μην είμαι κι εγώ
σ’ ένα αντικείμενο που θα δούλευα, ούτε τις μισές μέρες του μήνα.
Και
για να κλείσουμε την παρένθεση που ανοίξαμε για τον κύριο ατσαλάκωτο,
αντιληφθήκατε τι σόι κουμάσια έχουν μπαστακωθεί στο Δημόσιο; Είδατε πόση
«τόλμη» και «αποφασιστικότητα» έχουν οι ασκούντες διοίκηση, αφού κανείς ποτέ,
Διευθυντής, υποδιευθυντής, προϊστάμενος, δεν είχε την τόλμη να πει σ’ έναν υπάλληλο
που ήταν η τελευταία τρύπα του ζουρνά, «κάτσε ρε στην πάντα που θέλεις να
κάνεις και κουμάντο». Κι όμως έκανε. Δείτε και μια άλλη κορυφαία του πράξη, για
να αντιληφτείτε τι θα πει κράτος εν κράτη. Το κτίριο που μας στέγαζε τότε από
την πολυκαιρία, είχε τα χάλια του. Φυσικά και το δικό μας γραφείο. Κατ’
εξαίρεση με απόφαση του ΔΣ ιδιωτικό συνεργείο ανέλαβε να βάψει το γραφείο του
προέδρου, εκδίδοντας τη σχετική απόφαση για να μπορέσει να εκδοθεί το σχετικό
ένταλμα πληρωμής. Αφού είχε λοιπόν τις προσβάσεις ο τυπάκος κατάφερε να
προστεθεί στο έγγραφο η φράση «και λοιπών βοηθητικών χώρων» κι έτσι ο κύβος
ερίφθει. Μόλις το συνεργείο τελείωσε το γραφείο του Προέδρου, ήρθε κι έκανε
λαμπίκο το δικό μας γραφείο, αφού το εντάξαμε στους λοιπούς βοηθητικούς χώρους.
Η Κυρία Διευθύντρια το μόνο που ήξερε ήταν να ξινίσει τα μούτρα της, αλλά
τελικά λούφαζε στο δικό της βρώμικο γραφείο, αφού ούτε και σ’ αυτόν τον τομέα
ήταν ικανή να βάλει τάξη. Φυσικά και το κτίριο βρωμούσε κι έζευε αφού οι
ανύπαρκτες καθαρίστριες εξαφανίζονταν μισή ώρα μετά από το σχόλασμα των
υπαλλήλων και δεν συμπλήρωναν ποτέ το ωράριο εργασίας. Πώς να μπει λοιπόν τάξη
στο δημόσιο κι από ποιους; Από τους αχυράνθρωπους που το διοικούν θα καταγγείλουν
τα κακώς κείμενα, αφού αυτοί οι ίδιοι προτιμούν απλά να παραμένουν στους θώκους
που θα τους δώσει το λίγο παραπάνω παραδάκι κι ας πάνε όλα κατά διαόλου. Μην το
ψάχνετε. Η σαπίλα είναι τέτοιας μεγάλης έκτασης που μόνο αν απολυθούν άπαντες
θα καθάριζε η κόπρος του Αυγείου. Ίσως ένας Ερντογάν κάτι να έκανε. Κι επειδή
υποπτεύομαι κύριε αναγνώστη μου ότι χαμογελάς τώρα κάτω από τα μουστάκια σου,
έχεις κι εσύ την ευθύνη σου για το χάλι στη Δημόσια Διοίκηση και μη μου κάθεσαι
απέναντι και μου κάνεις κριτική. Εμείς οι ίδιοι το καταντήσαμε έτσι. Μας ήταν
φαίνεται αρκετό που εξαργυρώσαμε τη γνωριμία μας με τον «Μπάρμπα από την Κορώνη»
κι αφού βολευτήκαμε, αράξαμε. Εσύ δεν τους είδες όλους αυτούς τους
παρατρεχάμενους; Εκτός κι αν ήσουν κι εσύ ένας από αυτούς. Μας χάρισαν μια θέση
στο Δημόσιο κι εμείς τους τάξαμε να τους ψηφίζουμε εσαεί. Ας τα λουστούμε
λοιπόν
Ο Μορφονιός (συνέχεια)
Στα
δικά μας και πάλη. Που είχαμε μείνει πριν λοξοδρομήσουμε; Α ναι στον γόη της
Παρέας. Δεν ήταν ρε γαμώτο κανένας πανέξυπνος ή πανούργος άνθρωπος. Καλά το
λέει ο λαός πως στους στραβούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος. Είχε όμως αυτό το στυλ
της εξυπηρετήσεως. Συνάδελφοι ή ασφαλισμένοι αυτό ήθελαν άλλωστε από αυτόν. Και
το πούλαγε καλά αυτό το εμπόρευμα. Φυσικά τα περισσότερα από αυτά που
υπόσχονταν ήταν φύκια για μεταξωτές κορδέλες, αλλά είπαμε, τα πλασάριζε τόσο
καλό που αλήθεια ή ψέματα όλοι του χρωστούσαν κάποια ευγνωμοσύνη. Μα θα μου
πείτε, δεν υπήρχε κανένας άλλος που του αμφισβητήσει τα πρωτεία; Πως υπήρχε.
Δεν ήταν όμως κορόιδο να αναλωθεί με τα τετριμμένα της υπηρεσίας μας. Γιατί την
αφενταμουτσουνάρα του την προόριζε για μεγάλα σαλόνια. Κάθε φορά που το ΠΑΣΟΚ
έρχονταν στην εξουσία μας άφηνε γεια και διορίζονταν ως μετακλητός υπάλληλος με
την ιδιότητα του ειδικού συμβούλου σε διάφορα υπουργεία όπου άραζε μέχρι να
πέσει η κυβέρνηση. Και μετά λύσσαξε η Ελλάδα γιατί ανακάλυψαν έναν τέτοιο
σύμβουλο (δεν θυμάμαι το όνομα του) που ήταν παιδικός φίλος του Τσίπρα που σημειωτέων
ήταν και πτυχιούχος, ενώ ο δικός μας, υπάλληλος ΔΕ.
Ο
μορφονιός μας λοιπόν έπαιζε χωρίς αντίπαλο. Και είχε τόσο πολύ επαναπαυτεί που
ξέχναγε να κάνει συνελεύσεις και σιγά-σιγά σταμάτησε και τις συνεδριάσεις του
ΔΣ του συλλόγου του οποίο κι έγινε ισόβιος πρόεδρος. Είχε καταφέρει λοιπόν να
έχει έναν σύλλογο σφραγίδα που λέμε και τον διοικούσε ελέω θεού. Εγώ ακόμα δεν
μπορώ να πιστέψω ότι το διοικητικό τους συμβούλιο απαρτίζονταν από μαριονέτες
(για να μη λέμε ονόματα) Εμείς οι παλαιότεροι (λίγοι τότε στον αριθμό) είχαμε
ενώσει τις δυνάμεις μας με άλλους συναδέλφους άλλων υπηρεσιών με το ίδιο
αντικείμενο, έχοντας έναν κοινό σύλλογο γιατί δεν γινόταν κι αλλιώς. Εδώ
αφεντικό ήτανε ο μεγάλος εργατοπατερούλης (αναφερθήκαμε σχετικά στα περί
συλλόγου αλλά ας το ξαναφρεσκάρουμε). Στην υπηρεσία μας όμως με την έλευση των
«18» συν κάποιες σκόρπιες προσλήψεις που προέκυψαν και αρκετούς γιατρούς που
δεν είχαν που να κάτσουν φτάσαμε αισίως τους εξήντα. Βάλε τώρα και το σύνολο
των συναδέλφων που υπηρετούσαν στην επαρχία και που τώρα πια αποτελούσαμε
ενιαία υπηρεσία γίναμε δύναμη που δικαιολογούσε την ύπαρξη ενός ενιαίου
συλλόγου. Μιας και οι πράσινοι ήταν τότε εξουσία, σκάρωσαν έναν Πανελλήνιο
Σύλλογο. Άντε τώρα να τους πεις πως εμείς θα μείνουμε στο παλιό σύλλογο με το
ανομοιογενές σύνολο. Κι όμως. Ο εργατοπατερούλης που εκτίμησε πως τα κουκιά δεν
του βγαίνουν για να πράξει το αυτονόητο, μας εγκλώβισε να παραμείνουμε κάτω από
τι δική του μπακέτα ξεμπροστιάζοντας τους συναδέλφους για να γίνει ηλίου
φαεινότερο για το ποιος ήταν πράσινος και ποιός κόκκινος. Και νάμαστε λοιπόν με
δυο σωματεία που σημαίνει οι μεν και οι δε. Οι βόρειοι και οι νότιοι.
Εργαζόμενοι χωρισμένοι σε δυο φατρίες. Κι όπου αυτό συμβαίνει μόνο καλό δεν
τους κάνει. Τα πράγματα ήταν για γέλια και για κλάματα.
Κι
αφού λοιπόν εδραιώθηκε για τα καλά σ’ αυτό το κολομάγαζο ο φίλος μας σύμφωνα με
τα πρότυπα της εποχής εκείνης «Το ΠΑΣΟΚ είναι εδώ ενωμένο δυνατό» δεν παρέλειπε
να ασχολείται με τη μεγάλη του αδυναμία, τις γυναίκες. Υπόσχονταν σ’ αυτές τα
πάντα. Εφικτά κι ανέφικτα. Παρίστανε μέσα στην υπηρεσία μας αυτό που έλεγαν
στον Ελληνικό σινεμά «Κορίτσια ο Μπάρκουλης» Ο τύπος δεν ήταν μόνο λόγια. Λόγια
πολλά έλεγα κι εγώ αλλά δεν ήρθε από πίσω μου καμιά γυναίκα. Εγώ νομίζω ότι το
μεγάλο του ατού ήτανε τα χέρια του. Ναι-ναι μη σας φαίνεται παράξενο. Ο
λεβέντης τα άπλωνε πολύ τα ξερά του. Δεν άφηνε γυναίκα για γυναίκα που να μην
τη χούφτωνε. Κι όταν λέμε χούφτωμα εννοούμε επίμονο μέχρι αηδίας και αρκετά
ενοχλητικό. Το πιο τρομερό παράδειγμα που θα μπορούσα να σας πω, συνέβη μπροστά
στα μάτια μου, αλλιώς θα έπαιρνα όρκο, αν μου το λέγανε άλλοι, πως δεν είναι
δυνατόν η κυρία συνάδελφος και πολύ καλή μου φίλη να ενδώσει σε μια πράξη στα
πεταχτά. Είμαστε που λέτε 5-6 συνάδελφοι μαζεμένοι σ’ ένα γραφείο και
χαχανίζουμε. Εγώ με τα γνωστά μου καλαμπούρια, έχω ανεβάσει τη διάθεση της
παρέας και μας προκύπτει περαστικός ο μορφονιός. Ως συνήθως επιλέγει το θύμα
του κι ασχολείται με αυτό αποκλειστικά χωρίς να παρεμβαίνει και πολύ στην
παρέα. Την τακτική αυτή την εφαρμόζει όσο χρόνια τον γνωρίζω. Πλεύρισε λοιπόν
την κατά τα άλλα αξιοσέβαστη κυρία, μάνα με δυο παιδιά και ηλικία γύρω στα
πενήντα, στάθηκε πίσω από την πλάτη της ενώ αυτή κάθονταν σε καρέκλα και
προθυμοποιήθηκε να της κάνει μασάζ στον αυχένα. Έδειχνε να της άρεσε και για να
μη δείξει ότι κρύβεται τον παρότρυνε φωναχτά να συνεχίσει και μάλιστα του υποδείκνυε
και τα σημεία. Σιγά-σιγά όμως το ενδιαφέρον του επικεντρώνονταν στις θηλές των
δυο της αυτιών κάτι που έκανε τη φιλενάδα μου κόκκινη σαν παπαρούνα. Από αυτή
τη στιγμή και μετά ήτανε θύμα του ίδιου της του εαυτού. Φυσικά και δεν ήθελε με
τίποτα να προδοθεί στην ομήγυρη αλλά και ούτε είχε το κουράγιο να του πει να σταματήσει
αφού της άρεσε αφάνταστα. Αυτό ήταν. Ο τύπος αποθρασύνθηκε. Συνέχισε με το ένα
του χέρι το τρίψιμο του αυτιού ενώ το άλλο το πέρασε στα πλάγια λίγο πιο κάτω
από τη μασχάλη και πασπάτευε το πλούσιο στήθος της. Η κυρία έχει πλήρως
παραδοθεί. Ήθελε εκείνη τη στιγμή να κάνει έρωτα με οποιοδήποτε τίμημα στον
κόσμο. Η πλάκα είναι πως κανένας από την παρέα δεν έκρινε το περιστατικό
αρκούντος σοβαρό και κανένας δεν θεώρησε ύποπτη την εσπευσμένη αποχώρηση της.
Την επόμενη μέρα που ψάρεψα μια άλλη συνάδελφο που ήταν κι αυτή στην παρέα, αν
διαπίστωσε τίποτα το μεμπτό στη συμπεριφορά της, η θέση της ήταν αρνητική.
Φυσικά και δεν της είπα ότι όταν αποχώρησα κι εγώ μετά από τρία τέσσερα λεπτά
(φυσικά για να παρακολουθήσω τη συνέχεια της φάσης), είδα τον μορφονιό να
κατηφορίζει προς την πλατεία Βάθης και να συναντιέται με τη λεγάμενη που έσκασε
μύτη από άλλο δρόμο, μπροστά από το Hotel Ionis. Ε δεν είπαμε δα πως εκεί
πήγαινε κάθε κοπέλα όταν τις πασπάτευε, αυτός, όμως έπιασε και τα μισά στήθη
των κοριτσιών. Εγώ πολύ θα το ‘θελα ν’ αγγίξω το πληθωρικό στήθος της μεγάλης
μου αδυναμίας, της ωραίας από το Βοτανικό, αλλά έμεινα στο «κοιτάξτε αλλά μην
εγγίζετε»
Ο
μορφονιός σήμερα είναι προϊστάμενος. Αφού έφυγαν άρον-άρον οι παλαιότεροι μη
αντέχοντας τη δυσωδία και να βλέπουν συνεχώς μπροστά τους τους φελλούς να
επιπλέουν, ελλείψει άλλων λοιπόν, τσίμπησε το προΙσταμενιλίκι με το επιδοματάκι
του και την παραμονή του στο βάζο με το μέλι που υπήρχε μέσα στο μπαξέ τσιφλίκι,
που καθημερινά το τσουρομαδάνε τα κάθε λογής αρπακτικά. Νόμιμα, μπα σε καλό
σου. Σήμερα οι βλάκες κλέβουν. Σήμερα το άρμεγμα γίνεται αλλιώς. Με τα
γρηγορόσημα, με μια σφραγιδούλα στο ασφαλιστικό μας βιβλιάριο που θα δίνει έτσι
απλά, παράταση ασφ/κής ικανότητας σε μέλη που θα ‘πρεπε να διαγραφούν, με μια (συγγνώμη
ίσως και πολύ πολύ-πολύ παραπάνω από μια) λουτροθεραπείες ή με λογαριασμούς
γιατρών κι εργαστηρίων που έβγαιναν σε λίγες μέρες. Είπατε τίποτα;
Ο Ολυμπιακάκιας
Αν
θέλετε να μάθετε ποιόν είχε κατά νου ο μεγάλος Ρώσος συγγραφέας Ντοστογιέφσκι
όταν έγραφε το διήγημά του ‘’Ο ηλίθιος’’ ήρθε η ώρα να το μάθετε. Ο δικός μας ο
άνθρωπος δεν απέχει σχεδόν καθόλου από αυτόν τον υπέρτατο τίτλο. Τουλάχιστον
σ´εμένα, κάθε φορά που τον έβλεπα, αυτή την έννοια μου έφερνε άμεσα και πάντα
στο μυαλό. Μια ηλιθιότητα που αν μη τι άλλο κατέστρεψε την οικογένεια του, με
δυο παιδιά και κινδύνεψε για κάποιον άλλο λόγο (δεν θα αναφερθώ όμως σ’ αυτόν
επ’ ουδενή) να πάει φυλακή. Καλά το έλεγα
εγώ λοιπόν πως σ’ ετούτο τον μπαξέ υπάρχει ότι λουλούδι θέλεις και μπουμπούκια
αλλά και τσουκνίδες.
Άρρωστος
Ολυμπιακάκιας ο φίλος μας κι όταν λέμε άρρωστος εννοούμε κυριολεκτικά και
καθόλου σαν σχήμα λόγου. Αφού να φανταστείτε όταν γνώρισε τη γυναίκα που του
προξενέψανε (που να ‘βρει τις ικανότητες να βρει γυναίκα μόνος του), το πρώτο
πράγμα που έθεσε σαν όρο ήταν να είναι κι αυτή Ολυμπιακός και την ημέρα που θα
γίνει ο γάμος τους να μην έχει αγώνα η αγαπημένη του ομάδα. Είπε βέβαια κι ένα
μακάβριο αστείο που απ’ ότι μας έλεγε το απηύθυνε σε όλους τους συγγενείς του.
Της είπε λοιπόν της κοπέλας πως αν τύχει και πεθάνει προσφιλές του πρόσωπο μέρα
που ο Ολυμπιακός είχε αγώνα θα κάτσει πρώτα να δει τον αγώνα και μετά θα κάνει
ότι πρέπει. Μας το έλεγε ο ίδιος αυτό και γέλαγαν και τα μουστάκια του γιατί
νόμιζε πως έτσι μας έπειθε πόσο βαμμένος ήταν, αλλά εγώ κάθε φορά που τον
άκουγα, διαπίστωνα το πόσο μαλάκας ήταν. Ασήμαντο θα μου πείτε, αλλά για μένα
πολύ χαρακτηριστικό είναι αυτό που μου εκμυστηρεύτηκε μια μέρα. Είχε από μικρός
πρόβλημα με το δέσιμο των κορδονιών στα παπούτσια του, γιαυτό στο στρατό οι
γονείς του εξασφάλισαν ειδική άδεια για χάρη του και του επιτράπηκε να
προσθέσει στο πλάι φερμουάρ κι αφού παντρεύτηκε από τότε τα κορδόνια του τα
δένει η γυναίκα του. Αχ αυτό το παιδί, μόνο κακές συνήθειες είχε πάνω του και
τις υπερασπιζόταν με όλες του τις δυνάμεις και δεν υποχωρούσε απέναντι σε καμία
απειλή. Δουλέψαμε κάτι φεγγάρια μαζί στο ίδιο αντικείμενο και τον συμπάθησα
ιδιαίτερα, όχι γιατί είχε κάτι τραβηχτικό, αλλά πάντα είχα μια τάση να θέλω να
συμβουλεύω αδύναμους ανθρώπους.
Και
οικογενειακά είχαμε επαφές, εγώ όμως όχι με σκοπούς πονηρούς όπως ο έτερος
Καπαδόκης της παρέας μας. Το τι τραβούσε η φουκαριάρα η γυναίκα του με τις
εμμονές του και με τις συνήθως ακριβές από άποψης χρημάτων κακές του συνήθειες.
Πολλές φορές με θερμοπαρακάλαγε «Πέστου κι εσύ βρε να το κόψει αυτό το
κουσούρι» Εγώ του έλεγα αλλά έπρεπε να του πει κι ο παπάς στ´αυτί για να
χαμπαριάσει αλλά κι αυτό δύσκολο ήταν.
Ο
κόσμος να χαλάσει έπρεπε κάθε χρόνο το φθινόπωρο που άρχιζε το πρωτάθλημα
ποδοσφαίρου, να έχει εξασφαλίσει το εισιτήριο διαρκείας για το στάδιο
Καραϊσκάκη. Οικογένεια με δυο παιδιά με ενοίκιο και γυναίκα σχεδόν άνεργη,
φανταστείτε τις οικονομικές του δυνατότητες. Η πιστωτική του κάρτα από τον
πρώτο καιρό είχε πάρει την ανηφόρα κι από νωρίς άρχισε να παίζει με δάνειο στο
δάνειο. Νάταν όμως μόνο αυτό η αιτία της οικονομικής του αιμορραγίας; Αμ δε.
Που τη βρήκε και πότε την απέκτησε την μετά μανίας ενασχόληση του με τα ηλεκτρονικά
παιχνίδια. μιλάμε για κόλλημα, αρρώστια, πώρωση κι εν τέλη, απόλυτος εθισμός.
Να ήταν να πήγαινε στα ειδικά μαγαζιά, τα ουφάδικα που λέγαμε τότε, πάει στο
διάολο. Θα ξόδευε εκεί κανα δεκάρικο κι αυτό θα ήταν όλο. Όχι αυτός προτιμούσε
να έχει στο σπίτι του τα δικά του μηχανήματα. Τα κομπιούτερ εκείνη την εποχή
στην Ελλάδα μόλις που έσκαγαν μύτη στην αγορά κι ήταν όχι απλά ακριβά αλλά
σκέτη φωτιά. Άσε που ο ΦΠΑ σε αυτά τα είδη ήταν της τάξης του 36%. Κάτι που
έκανε τις τιμές απλησίαστες. Έχω προσωπική
αντίληψη του πράγματος γιατί κι εγώ ήμουν από τους πρώτους στην Ελλάδα που είχε
πάρε δώσε με υπολογιστές, αλλά εγώ τουλάχιστον το έκανα για λόγους
επαγγελματικούς. Τι Amiga τι Atari τι κονσόλες, όλα τα αγόραζε ο φίλος μας με
οποιοδήποτε τίμημα. Και μόνο η αγορά προγραμμάτων και παιχνιδιών ήταν σκέτη
οικονομική αιμορραγία. Τίποτα αυτός απτόητος, εαυτούλης του κερατά. Κι αφού τα
είχε όλα, γουστάριζε και το ξενοκοίταγμα. Κόλλημα άγριο μόλις βγήκανε στην
πιάτσα τα πρώτα δίκτυα κοινωνικής δικτύωσης και τα chat rooms. Ξενύχτια
ολόκληρα απροκάλυπτα κολλημένος επάνω στην οθόνη του υπολογιστή. Η γυναίκα του
άρχισε να του χτυπά το καμπανάκι. «Θα σε χωρίσω» τον προειδοποιούσε. «δεν πάει
άλλο» αλλά τίποτα. Μουλάρι ο Αστραχάν. Μέχρι
που το έκλεισε στ’ αλήθεια το σπίτι του. Χώρισε και κατάντησε μόνος του
σαν άχρηστος που ήταν για όλα, σαν τον Αϊ Γιάννη το νηστευτή, ένας αξιολύπητος
άνθρωπος δηλαδή.
Στη
δουλειά του ήτανε σκλάβος γιαυτό και τον έριχναν πάντοτε στα βαθειά. Ποτέ δεν διαμαρτύρονταν κι ένεκα τούτου είχε συμπάθειες
μέσα στο χώρο εργασίας. Σε κάποιο από τα αντικείμενα που του ανέθεσαν είχε το
λόγο του που το υπέμενε αγόγγυστα κι εγώ προσωπικά γνώριζα ακριβός τι ήταν
αυτό. Αφού γλύτωσε όμως τα χειρότερα ας μην το πει ούτε του παπά. Είπαμε όμως
από την αρχή ότι λεπτομέρειες περί αυτού δεν πρόκειται να ειπωθούν, τελεία και
παύλα.
Θα
‘λεγα εν κατακλείδι με μια φράση για τον φίλο μου πως αν θέλετε στη ζωή σας να
προκόψετε και να είσαστε σωστοί οικογενειάρχες, αποφύγετε να κάνετε ότι έκανε
αυτός.
Η μικρή μας Μπάρμπη
Ετούτο
το κορίτσι, είναι η κλασική περίπτωση αυτού που λέει ο λαός πως «Το νινί,
σέρνει καράβι» Δεξιούλα από το μυαλό μέχρι τα νύχια. Όμως ήταν δεν ήταν η δεξιά
στην εξουσία η μικρή μας μπάρμπη κάτω από τον έκτο όροφο δεν κατέβαινε (το
κτίριο ήταν επταόροφο) Περίπτωση παντός καιρού με δικό της ωράριο εργασίας. Μέχρι
και χρέη προϊσταμένου ανέλαβε, εντάξει με ανάθεση ήταν μετά από εντολή του
Προέδρου (Πασοκτζή παρακαλώ), προσπερνώντας στην ιεραρχία καμιά εικοσιπενταριά
συναδέλφους (και την αφενταμουτσουνάρα μου που ήμουν δεύτερος). Στο έγγραφο
διαμαρτυρίας που συντάξαμε και κοινοποιήσαμε οι μισοί παρακαλώ από τους
θιγμένους (γιατί οι υπόλοιποι φοβόντουσαν (τ΄ ακούς καλέ, φοβόντουσαν τι;) όπου
αναρωτιόμασταν έκδηλα, για ποιο λόγο ο κύριος Πρόεδρος αγνόησε τόσα άτομα και προχώρησε
σ’ αυτή την κατάφορη αδικία, η κοπέλα μας απάντησε με αγωγή και ο πρόεδρος μας
παρέπεμψε για πειθαρχικό αδίκημα ισχυριζόμενοι αμφότεροι ότι με την καταγγελία
μας αφήναμε σεξιστικά υπονοούμενα. Δεν φτάνει δηλαδή που χάσαμε το χωράφι αλλά
μας πήραν και το βόδι. Η μεγαλοσύνη όμως της ψυχής της, ένα χρόνο μετά (αφού
μας άφησε να βράσουμε στο ζουμί μας) απέσυρε την αγωγή. Αυτή ήταν η αγαπητή
συνάδελφος που τόσα χρόνια ξερογλειφόμασταν στα υπηρεσιακά πάρτι με την πάρτη
της.
Ο τρελός του Λούνα Παρκ
Είχαμε
κι έναν τέτοιο στο μικρό μας μαγαζάκι. Εντάξει δεν ήταν και τρελός με δίπλωμα
αλλά να ρε παιδί μου, γυάλιζε το μάτι του. Πολύ καλό παιδί, αγαπητό, ψυχοπονιάρης
και μέσα σ’ όλα. Δεν υπήρχε υπηρεσιακή συγκέντρωση που να μη μας πει την άποψή
του. Είχε «καταστρέψει» τις μισές καρέκλες της υπηρεσίας με τον περίεργο
αναπαυτικό τρόπο που κάθονταν. Και βέβαια καμιά καρέκλα δεν άντεχε να δεχθεί
την κορμάρα του όπως αυτός επιθυμούσε. Ακόμα και οι ασφαλισμένοι τον παίρνανε
χαμπάρι και δεχόταν τις παραξενιές του που τις επέβαλε αυταρχικά και ήταν του
τύπου «κλείσε την πόρτα» «Ενας-Ενας» «Πέρνα έξω, ο επόμενος» κι άλλα πολλά
παλαβά. Η τσαπατσουλιά αυτού του παιδιού δεν είχε όρια. Τα δεφτέρια του και οι
σημειώσεις του, σκέτα μπακαλοδέφτερα. Απορώ πως εύρισκε άκρη. Την εποχή που
ήταν στο πρωτόκολλο να μην διανοούσουνα να πας να ψάξεις παλαιό αριθμό πρωτοκόλλου.
Άκρη δεν θα εύρισκες ποτέ. Πολύ δύσκολο να συνεργαστείς μαζί του εάν δεν
συμφωνούσες. Περνούσε πάντα το δικό του κόντρα στις συμβουλές των προϊσταμένων.
Κανείς όμως δεν τόλμησε ποτέ να τον χειραγωγήσει. Ο δικός του λόγος ήταν
κανόνας. Κάτι επίσης χαρακτηριστικό ήταν πως εκεί που υπήρχε ησυχία και
κλειστές πόρτες εκστόμιζε πολύ φωναχτά κάτι ακαταλαβίστικες λέξεις, συνήθως τη
λέξη «αίσχος» κι όλοι ξέραμε πως ήταν αυτός. Ήταν ικανός ν’ αφήσει σύξυλους
τους ασφαλισμένους και είτε να φύγει ήτε να κλείσει την πόρτα, για να κάνει το διάλειμμα
του. Είχε κι αυτός δικό του ωράριο όχι όμως τραβηγμένο όπως κάποιων άλλων. Έτσι
είναι φίλοι μου στο Δημόσιο. Δυο μέτρα και δύο σταθμά, ενώ στον ιδιωτικό τομέα
τσιμπάς την απολυσούλα σου και συνέρχεσαι. Αυτά βλέπει ο κοσμάκης κι όταν
ακούει Δημόσιο του ΄ρχεται τρέλα.
Αόματος
Ο
επόμενος τύπος που θα εξετάσουμε, θα μπορούσε κάλλιστα να είχε διοριστεί με το
νόμο για τα άτομα με ειδικές ανάγκες. Θυμάμαι εμένα πριν διοριστώ (κανονικότατα
παρακαλώ) στις ιατρικές εξετάσεις που έκανα και ειδικά σε μια ακτινογραφία,
εμφανίζονταν ένα ασήμαντο στίγμα στον πνεύμονα, σημάδι από τη φυματίωση που
πέρασα, αλλά γιατρεύτηκα (αφού ένεκα του κράτους πάλη παιδεύτηκα) πριν από δέκα
χρόνια στο στρατό. Ενεκα τούτου, παρά λίγο να χάσω τον διορισμό αφού είδα κι
έπαθα να πείσω τον γιατρό να μην αναφέρει τίποτα στη γνωμάτευση κι εδώ μας
προέκυψε άτομο με 10% όραση ως αρτιμελής (η τότε κυβέρνηση μας ήταν
δεξιόστροφη) Κακώς διορίστηκε αυτό το άτομο και στέρησε τη θέση που κατέλαβε
από κάποιον άλλον. Η υπηρεσία πάντως σεβάστηκε την ιδιαιτερότητα και του
ανέθεσε αντικείμενο που δεν απαιτούσε κανέναν κόπο και ικανότητες. Αυτός όμως
δεν σεβάστηκε την υπηρεσία κι εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι αφού δεν είχε
αντικείμενο της προκοπής ήταν κομματάκι απίθανο να τον αναζητήσει κανείς γιαυτό
καθημερινά την κοπανούσε προς άγνωστη κατεύθυνση, ίσως και να παρείχε της
υπηρεσίες του αλλού. Αν τον βλέπατε πως έκανε την ώρα της φυγής, θα γελάγατε
ακόμα. Σαν αρουραίος κατέβαινε τις σκάλες τρέχοντας κι είχε την εντύπωση πως
ότι έκανε κανείς δεν το έπαιρνε χαμπάρι. Κούνια που τον κούναγε.
Οι χαραμοφάιδες
Θα
μπορούσα να πω πως χαραμοφάηδες είχαμε στην υπηρεσία μας αρκετούς με την ευρύτερη
σημασία του όρου. Τρείς ή τέσσερις τον αριθμό όμως, ήταν εξόφθαλμη περίπτωση
ανύπαρκτου υπαλλήλου. Στην Ήπειρο πχ υπηρετούσε ένα ανδρόγυνο. Αφού όμως η
κυρία δεν πάτησε ποτέ στο γραφείο δεν βρέθηκε και κανείς να καταγγείλει το
περιστατικό αφού όλοι είχαν την εντύπωση πως υπηρετεί μόνο ένας υπάλληλος.
Εμφανίστηκε κατ’ ανάγκη όταν στο ίδιο γραφείο διορίστηκαν κι άλλοι, αλλά τα
χρόνια της ήδη ήταν αρκετά και βγήκε στη σύνταξη.
Στη
Θεσσαλία υπάλληλος δούλευε συστηματικά για χρόνια σαν γκαρσόνι για να ξεχρεώσει
το δάνειο του σπιτιού του αφού κάλυπταν το πόστο του (με τη θέληση τους βέβαια)
οι άλλοι δυο συνάδελφοι.
Οι
μωρομάνες της περιφέρειας πρώτα πήγαιναν τα παιδιά τους σχολείο και μετά
σκάγανε μύτη στην υπηρεσία για να αποχωρίσουν νωρίς το μεσημέρι να παραλάβουν
τα βλαστάρια τους. Αυτό φίλες και φίλοι εμείς εδώ στην Αθήνα το πληρώναμε στους
παιδικούς σταθμούς και στις μπαίημπυ σίτερ, που σημαίνει έξοδα, άρα μειωμένες
αποδοχές σε σχέση με τους συναδέλφους μας.
Σε
νησί του Αιγαίου μας συνέβη το ανήκουστο. Ο άνθρωπος δεν ήθελε με τίποτα να
εξακολουθήσει να είναι υπάλληλος μας και παράτησε την υπηρεσία και δούλευε
αλλού. Μετά από πολλά παρακάλια να μείνει και να καλύψει το πόστο του μιας και
δεν ήταν και εύκολο να αντικατασταθεί από άλλον, αυτός εξακολουθούσε να απέχει.
Εμείς βέβαια σαν γραφείο μισθοδοσίας για τρία χρόνια τον πληρώναμε αφού δεν
είχε εκδοθεί εις βάρος του καμιά καταδικαστική απόφαση. Τελικά μετά από πολλά ο
τύπος απολύθηκε. Έλα όμως που ο εργατοπατερούλης της Κεντρικής υπηρεσίας,
άγνωστο για ποιους λόγους, έπεισε τον μάγκα να προσφύγει στα δικαστήρια και να
προσβάλει ως άκαιρη την απόλυση κάτι που τελικά κέρδισε και υποχρεωθήκαμε να
του καταβάλουμε και τους μισθούς του στο ακέραιο, για όσο χρονικό διάστημα
τελούσε υπό απόλυση μέχρι τη δικαστική απόφαση. Ζήτω οι αγώνες των εργαζομένων
που στηρίζονται απόλυτα από τέτοιους εργατοπατέρες. Ο κακό χρόνο νάχει όμως
συνδικαλιστής, δεν έδειξε την ίδια συμπαράσταση στο προσωπικό μου πρόβλημα. Για
δύο περίπου χρόνια, έπαιρνα για λόγους υγείας συνεχόμενες αναρρωτικές άδειες,
τις οποίες και η υπηρεσία μου ενέκρινε. Κάποια στιγμή όμως (εκ των υστέρων),
διαπίστωσαν πως η διαδικασία που τηρήθηκε δεν ήταν η σωστή και ανακάλεσαν τις
ήδη δοσμένες εγκρίσεις (αποδοχή) των αναρρωτικών μου αδειών και πέταξαν το
μπαλάκι σε μένα. Εγώ φυσικά δεν ήταν δυνατόν να ξετυλίξω το κουβάρι από την
αρχή αφού ότι έγινε-έγινε. Ζήτησα φυσικά τη βοήθεια του. Δεν ίδρωσε όμως το
αυτί του καθόλου, σαν να μου άφηνε ξεκάθαρα να καταλάβω πως τώρα που σε έχω στο
χέρι μου «άντε και γαμήσου» Για τόση κακία μιλάμε. Απευθύνθηκα στο φίλο μου
γιατρό (αυτός που χάθηκε πρόσφατα) και ούτε λίγο ούτε πολύ μου άφησε ξεκάθαρα να
εννοηθεί ότι δεν είμαι άρρωστος αλλά παριστάνω τον άρρωστο (ο φίλος μου
παρακαλώ) Φυσικά ήταν ηλίου φαεινότερο πως η διαταγή της δίωξης μου, προέρχονταν από τον Πρόεδρο του ΔΣ, αλλά
αυτοί οι δυο σαν πιονάκια και σύγχρονοι Πόντιοι Πιλάτοι «ένιψαν τας χείρας των»
Εγώ βέβαια για δεκατρία συναπτά έτη μέχρι και σήμερα παίρνω για την πάθησή μου
σοβαρή φαρμακευτική αγωγή αλλά ζω….. ενώ οι διώκτες μου….. Θου Κύριε φυλακή τω
στόματι μου.
Το κορίτσι του Λόχου
Υπήρχε
στο δυναμικό μας και μια έρημη τριαντάχρονη που ο άντρας της ήταν αυτό που λέμε
«ψιλομαλάκας» που εκτός τούτου, απουσίαζε από το σπίτι του, για λόγους επαγγελματικούς
μήνες ολόκληρους. Ε αυτή δεν ήθελε και πολύ να ξεδιψά τις ορέξεις της με τον
ειδικό της παρέας. Κι επειδή είχε μικρό παιδί και δεν μπορούσε να ξεπορτίζει
από το σπίτι της πεθεράς της, φρόντιζε ότι γίνει να γίνει εντός των τοιχών και
το απόγευμα, άσπιλη κι αμόλυντη να γυρίζει στο σπιτάκι της. Ο κόσμος βέβαια το
είχε τούμπανο κι αυτή κρυφό καμάρι ή το άλλο «Θέλει η Βασίλω να κρυφτεί μα η
χαρά δεν την αφήνει» Που να το ‘ξερε ότι αρκετές φορές όταν κλειδώνονταν με τον
μορφονιό στο γραφείο για να κάνουν ταμείο κυριολεκτικά και μεταφορικά, τρείς
λεβέντες από το διπλανό γραφείο (ο ένας ήταν η αφεντιά μου) πίσω από το
ψευδοχώρισμα που στο ψηλότερο του σημείο πριν το ταβάνι δηλαδή, είχε τζάμι 30
έως σαράντα πόντους από την αρχή έως το τέλος του. Μια μέρα ο μορφονιός μας
πήρε χαμπάρι που τους βλέπαμε πίσω από το τζάμι και διακριτικά πίσω από την
πλάτη του μας έριξε μια μούντζα ξεγυρισμένη.
Δεν
είμαι ηθικολόγος και θα μπορούσα να δικαιολογήσω τις επιλογές του καθενός, αλλά….
Έρωτας κάτω από τέτοιες συνθήκες στο γραφείο μιας δημόσιας υπηρεσίας, που κάθε
λεπτό κάποιος ταρακουνούσε το πόμολο της πόρτας, με τα ρούχα μισοφορεμένα κι
εσύ σκυμμένη στα τέσσερα στην άκρη του γραφείου, εμένα με χαλάει. Με έφαγε όμως
η απορία. Αλήθεια είχε την εντύπωση ότι δεν την είχε πάρει πρέφα κανείς; Είπαμε
ηθικολόγος δεν είμαι αλλά πέστε μου απέχει καθόλου ο χαρακτηρισμός της τσούλας
από το άτομό της; Κυκλοφορούσε όμως με το κεφάλι ψηλά μέσα στην υπηρεσία γιατί
και ποιος να της μιλήσει αφού ήτανε κάτω από την προστασία της γνωστής
ομπρέλας. Μου άρεσε πάντως που αρκετές γυναίκες συνάδελφοι απέδιδαν τα κουτσομπολιά
σε φήμες και υπερβολές των ανδρών. Να γιατί πάντα θα υπάρχουν αυτοί που λένε
«Εγώ τέτοια πράγματα όσο καιρό δούλευα στο Δημόσιο, δεν είδα.»
Οι συνάδελφοι της Επαρχίας (Μέρος Α)
Μεγάλο
ρόλο στους συσχετισμούς δυνάμεων έπαιζαν και οι συνάδελφοι της επαρχίας, πρώτα
απ’ όλα λόγω της αριθμητικής των υπεροχής. Για να τους έχουν από κοντά, έπειθαν
κάθε τόσο τους εκάστοτε προέδρους να τους καλούν, τάχαμου για ενημερωτικά
σεμινάρια στην Κεντρική υπηρεσία. Στην ουσία όμως όλα γίνονταν για το θεαθήναι,
έτσι για να μετράμε τα γιουσουφάκια μας, άρα τις δυνάμεις μας και ευκαιρίας δοθείσης
να απολαύσουμε όλοι μαζί «άρτον και θεάματα» που τόσο πολύ ανάγκη φαίνονταν να
είχαν (ιδιαίτερα οι καταπιεσμένες λόγω συζύγου, συναδέλφισες) Με όλο αυτό το αλισβερίσι
τα κομματόσκυλα ενίσχυαν ο καθένας για πάρτι του τις επιρροές του. Καλύτερος
συγκεντρωσιάρχης όμως σ’ αυτά αποδείχθηκε πως ήτανε ο εργατοπατερούλης του ΚΚΕ.
Οι γνώσεις του στη γευσιγνωσία και τη νυχτερινή Αθήνα, έκανε τα κουταβάκια να
τρέχουν στο κατόπι του, ακόμα και φανατικών αντιφρονούντων. Γαλαντόμος κι
ανοιχτοχέρης πλήρωνε ακριβά αυτές τις συνάξεις. Τον ανέδειξαν όμως σε στέλεχος
με μεγάλη καρδιά.
Δεν
θα σπαταλήσω χρόνο να σας πω για τις διάφορες γκομενοκαταστάσεις που έπαιζαν σ’
αυτό το αλισβερίσι γιατί σκοπός μας εδώ δεν είναι να ρουφιανέψουμε τον έναν ή
τον άλλον Το αν αναφέρθηκα σχετικά με την υπόθεση της μοιραίας γυναίκας της
υπηρεσίας μας με τον συνάδελφο μας, ήταν γιατί η υπόθεση είχε άλλη χροιά. Ένας
άλλος λόγος που με κάνει να μην επεκταθώ σε ροζ καταστάσεις είναι γιατί δεν
είχα ούτε άμεση ούτε αξιόπιστη πληροφόρηση κι εν τέλει δεν αφορούν αυτό τον
Δημόσιο τομέα που για αυτόν γίνεται ετούτη η αναφορά. Με καίει όμως ένα
παράπονο γιατί υποστήριξα με την αγάπη μου και την αδελφική μου φιλία μια
παράνομη σχέση κι ενώ έκανα τα πάντα για να καλύπτω πιθανό διασυρμό τους, ανταμείφτηκα
απαίσια, αφού στα ξαφνικά κι αναίτια για μένα, μου κόπηκε η καλημέρα και μέχρι
σήμερα δεν έχω μάθει την αιτία κι έγινα από φίλος αδερφικός και κολλητός, ο
αποδιοπομπαίος τράγος. Ας είναι όμως καλά κι αυτοί αλλά και οι ρουφιάνοι που
σίγουρα με διέβαλαν.
Παρ’
ότι αρχικός σκοπός του πονήματος τούτου ήταν η σκιαγράφηση χαρακτήρων, βλέπω
και θεωρώ απαραίτητο να σχολιάσουμε όπου μας δίνεται η ευκαιρία και τις
συμπεριφορές ατόμων που δρουν σαν ομάδες. Ήδη αναφερθήκαμε στα πανηγυράκια που
στήνονταν στις συνάξεις με πανελλήνια συμμετοχή. Αν θα έλεγα πως είμαι ένας
καλός γνώστης της επικοινωνίας, υπάρχει εδώ αρκετό υλικό για μελέτη και
συναγωγή συμπερασμάτων κοινωνικού ενδιαφέροντος.
Για
να κλείσουμε το θέμα με τους συναδέλφους της περιφέρειας, άντε να μην τους
αποκαλώ συνέχεια επαρχιώτες παρ’ ότι για μένα ο όρος δεν είναι υποτιμητικός
αλλά γεωγραφικός, έχω να πω ακόμα. Πρέπει να διακατέχονται από ένα σύμπλεγμα
που έχει να κάνει με την εξουσία. Στους τόπους που υπηρετούν, σίγουρα δεν είναι
ανώνυμοι πολίτες όπως εμείς που από τη στιγμή που σχολάμε και βγούμε στο δρόμο,
κανένας δεν μας αναγνωρίζει ούτε και νοιάζεται στο τι δουλειά κάνουμε. Μου
έκανε μεγάλη εντύπωση που κάποτε σε πόλη της Θεσσαλίας βγήκα με τον συνάδελφο
σε ταβέρνα. Ότι φάγαμε κι ότι ήπιαμε τελικά, ήταν κερασμένα από κάποιον γιατρό
που συναντήσαμε εκεί και συνεργάζονταν με την υπηρεσία μας. Εγώ προσωπικά το
μόνο που θυμάμαι ήταν τον εκπρόσωπο των Φαρμακοποιών (ονόματα να μη λέμε) που
ήρθε στο γραφείο μου να με πιέσει γιατί καθυστερούσα κάποιες μέρες να
διεκπεραιώσω την πληρωμή τους. Τους αρέσει λοιπόν πολύ να τους αποδίδουν την
εικόνα του σημαντικού ανθρώπου και κάνουν ότι μπορούν για να έχουν την εύνοια επώνυμων
και σημαντικών ανθρώπων της πόλης τους. Είναι κοντολογίς μανιώδεις δημοσιοσχεσίτες.
Γνωρίζουν με το μικρό τους όνομα Φαρμακοποιούς, γιατρούς, Διευθυντές Τραπεζών
τον Δήμαρχο φυσικά και γενικά έχουν άκρες σε πολιτικά γραφεία. Αυτό το
τελευταίο ειδικά είναι που τους προσδίδει ακόμα και το θράσος να σε απειλούν
όταν δεν τους κάνεις την εκδούλευση που θέλουν. Χωρίς όλων αυτών τη στήριξη,
πιστεύω πως θα αισθάνονταν γυμνοί. Και κάτι τελευταίο που τους κάνει
διαφορετικούς. Είχαν φανερή πολιτική ταυτότητα και στα τόσα χρόνια που
υπηρέτησα σχεδόν δεν είδα ποτέ ούτε έναν να αλλάζει πολιτικό στρατόπεδο. Στην
Αθήνα κάτι τέτοιο δεν ισχύει φανατικά.
Τα παιδιά των προγραμμάτων stage
Έχω
δίκαιο όταν σάς λέω πως εδώ μέσα είμαστε μια υπέροχη οικογένεια όπως έλεγε και
στην ατάκα του ο Ντίνος Ηλιόπουλος. Κάθε καρυδιάς καρύδι, εδώ θα το βρεις.
Είναι ο νόμος των πιθανοτήτων που λέω εγώ. Δεν μπορεί, μέσα σε ογδόντα άτομα θα
συναντήσεις κάθε παραλλαγή της ανθρώπινης προσωπικότητας. Την εποχή δε που το
νούμερο αυτό αυξήθηκε κατά πολύ όταν άρχισαν να καταφθάνουν οι κομματικοί
στρατοί μέσω των προγραμμάτων stage, γέμισε η
υπηρεσία μας από νιάτα από δεκαοκτώ μέχρι εικοσιπέντε χρόνων. Και τι δεν είχε τούτο
το ιδιόμορφο μελισσολόι. Κορίτσια τα περισσότερα (δεν ξέρω γιατί) σκέτες
δροσοσταλιές. Στο γραφείο μου έτυχε ένα από τα καλύτερα. Κι όταν λέω καλύτερα δεν
εννοώ μόνο στη ομορφιά, γιατί ήταν μια κούκλα, αλλά και στο ανοιχτό μυαλό. Τώρα
ανοιχτό μυαλό το λες τώρα βρε παλιόγερε που ο κλήρος έπεσε σ εσένα; Αν τα
έβλεπες στο διπλανό γραφείο θα της έσερνες της κοπελίτσας τα εξ αμάξης. Δεν
ξέρω. Ήταν πάντως πολύ καλή. Τέλος πάντων. Θα αποφύγω τα κοσμητικά επίθετα γιατί
σίγουρα αδικήσω ή τον εαυτό μου ή την ίδια την κοπέλα. Θα σας περιγράψω απλά
τον τύπο της. Κάθε μέρα μας ερχότανε μακιγιαρισμένη στην εντέλεια. Δεν μπορούσα να μη την ρωτήσω. Μου απάντηση
πως ούτως ή άλλως κάθε μέρα μακιγιάρεται αλλά αυτό το έντονο το επαγγελματικό,
το κάνει επίτηδες. Να δεις, μου είπε πως άμα είναι ο πρόεδρος να επιλέξει κάποια
για να κρατήσει, αυτή θα είμαι εγώ. Κι αν αυτό δε συμβεί, σίγουρα θα με έχει υπ
όψιν του για καμιά άλλη δουλειά. Αφοπλιστικά ειλικρινής και τα ντυσίματα της να
αναδεικνύουν το καλλίγραμμο κορμί της. Κάλυπτα τη μόνιμη καθυστερημένη της άφιξη.
Γιαυτό μόλις ερχόταν τρέχοντας, μου έδινε
ένα φιλί στο μάγουλο. Μια μέρα με πήρε πρέφα που χάζευα το υπέροχο στήθος της.
Δεν χρειάζονταν άλλωστε και καμιά μεγάλη προσπάθεια.
Μεγάλε σου αρέσει; Με ρώτησε
Κώλωσα
τι να πω, για να μην σας πω πως ντράπηκα και αναψοκοκκίνισα.
-
Μην κωλώνεις βρε.
Αχού σαν μωράκι είσαι αυτή τη στιγμή. Θέλεις να τα πιάσεις, λέγε θέλεις;
Και
μου πήρε μόνη της το χέρι και με άφησε να ταξιδέψω εκεί που είχα δεκαετίες να
πάω.
Αχ
τι έκανα η πουτάνα, τώρα σε καύλωσα, έτσι δεν είναι; Άντε εσένα να σου περάσει.
Λοιπόν θα σου πάρω μια πίπα να με θυμάσαι. Είσαι πολύ καλό παιδί. Σου αξίζει. Άντε
καλέ, σιγά. Έχω κάνει πίπες σε τόσους μαλάκες και δεν θα κάνω σ εσένα που κάθε
μέρα μου καλύπτεις τις καθυστερήσεις μου.
Έτσι
είναι η νέα γενιά, αλλιώτικη. Θα μου πεις δεν μπορεί να ήταν όλα τα κοριτσάκια
ίδια. Δεν ξέρω. Κωλοπετσωμένα πάντως ήταν τα περισσότερα. Πολλά από αυτά
κουβάλαγαν σε άλλους μύλους νερό. Τώρα με τι αντίτιμο κι αυτό δεν το ξέρω. Την
τσαχπινιά πάντως την είχαν μες το μάτι τους. Νέα γενιά σου λέει ο άλλος. Ετούτα
εδώ τα παιδιά τουλάχιστον υποταγμένα στα πολιτικά κόμματα που αντί να τους
εξασφαλίσουν αυτό που το Σύνταγμα επιβάλει, δικαίωμα στη ζωή δηλαδή και ίσες
ευκαιρίες, παίζουν με τον πόνο τους και τους μαθαίνουν από νωρίς να έρπουν και
να γλύφουν αν θέλουν να επιβιώσουν.
Η Κυρία περιφερειάρχης
Η
κυρία στην οποία θα αναφερθώ στη συνέχεια, είναι χαρακτηριστικό δείγμα από την
επαρχεία. Κάτι ψιλοείπαμε γενικά στην αρχή γι αυτή την ειδική κατηγορία των ανθρώπων
και δεν ξέρω γιατί όλοι ετούτοι οι συνάδελφοι κουβαλούσαν νοοτροπίες που εμείς
εδώ τα κολεγιόπαιδα της Αθήνας δεν τα είχαμε. Η κυρία λοιπόν είναι προϊσταμένη
παραρτήματος της νοτίου Ελλάδας. Σιγά τα λάχανα δηλαδή. Σε κάθε πόλη υπήρχε κι
ένας προϊστάμενος. Εδώ όμως το παίζουμε σαν να είμαστε οι βουλευτές της
περιοχής ή κάτι σαν περιφερειάρχης. Συγκεντρωσιάρχης θα έλεγα εγώ γιατί κάθε
τρείς και λίγο ξεσήκωνε και τους παρακατιανούς από τους όμορους νομούς και
εύρισκαν αφορμές για επίσκεψη στην Αθήνα για διαβουλεύσεις και ενημέρωση που
σημαίνει «Να ποιος κινεί τα νήματα» Ψώνιο κανονικό η άσκηση της εξουσίας λες κι
εμείς οι Αθηναίοι δεν κάναμε την ίδια δουλειά. Πασοκτζίνα αμετανόητη αλλά
στηρίζαμε συνδικαλιστικά το ψηφοδέλτιο της Αριστεράς για να τα ‘χουμε καλά και
με δαύτους. Να πεις πως ψήφιζε κι εμένα που ήμουν «ο αδελφός» Σιγά καλέ. Ότι γραμμή της έδινε ο
μεγάλος έκανε. Κινήσεις δηλαδή ιδιοτελείς αριβιστικές. Εδώ θα παραβιάσω τους
νόμους της σιωπής αφού και η ίδια στα ξαφνικά κι άνευ αιτίας δεν σεβάστηκε την
πραγματική αδελφική αγάπη που της είχα και τη στήριξη που της παρείχα στο να
έχει ένα όνομα αξιοπρεπές στην Αθήνα όταν δεν την γνώριζε κανείς. Και μου έκοψε
την καλημέρα (ακόμα δεν έμαθα γιατί) εντελώς αναίτια. Και δεν το κάνω για να
εκδικηθώ κανέναν, άλλωστε είπαμε και στην αρχή πως ότι εξιστορώ «ήταν και δεν
ήταν» κι ίσως να είναι δημιουργήματα της φαντασίας του γράφοντας κι άμα θέλετε
το πιστεύετε. Από την αρχή ότι λέμε σκοπό έχει να σκιαγραφηθούν οι χαρακτήρες
που ζουν δίπλα μας, που συνεργαστήκαμε μαζί τους αλλά δεν προσέξαμε και δεν
διαβάσαμε ποτέ τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους. Αυτός είναι λοιπόν ο σκοπός μου κι
όχι να ρίξω στην πυρά πρόσωπα και καταστάσεις.
Κλείνουμε
την παρένθεση κι επιστρέφουμε. Μια άλλη, κρυφή, παθογένεια της ήταν οι ερωτικοί
της σύντροφοι. Επίτηδες την ονόμασα παθογένεια γιατί με τίποτα δεν μπορώ να τη
χαρακτηρίσω ούτε εξ όλης και προώλης, ούτε πως έδειχνε πως ήταν κανένα
καρακατσουλιό. Πανέξυπνη γυναίκα ομιλητική και μορφωμένη. Επιβλητική σαν
παρουσία, ίσως και λόγω ύψους που αν μη τι άλλο έδειχνε πως εύκολα δεν
ξεμπερδεύεις μαζί της. Στον ερωτικό τομέα όμως είχε μια αδυναμία. Σ’ εμένα την
ιδιαιτερότητα αυτή μου την δικαιολογούσε αποδίδοντας την αιτία στον άντρα της
που έρεπε προς τον αλκοολισμό και που τελικά ένεκα αυτής της αιτίας πολύ αργότερα
έχασε τη ζωή του. Η ένσταση μου απέναντί
της ήτανε πως θα δικαιολογούσα τη δημιουργία μιας παράλληλης σχέσης έλα όμως
που οι κινήσεις της δεν έδειχναν να κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. Διάλεγε
τους εραστές της μέσα από το χώρο της δουλειάς (και δεν παίρνω όρκο γιατί δεν
γνωρίζω, υποπτεύομαι όμως πως παράλληλα πρέπει να είχε στη λίστα της κι άλλους
στην πόλη που ζούσε) Οι δύο που γνωρίζω εγώ κι ένας συνεργαζόμενος με την
υπηρεσία παράγοντας, είχαν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Μικρότεροι στην ηλικία
σίγουρα, αλλά άτομα με ένα προφίλ υποδεέστερο του δικού της. Θα πρέπει αυτό να
ήταν επιλογή της και καθόλου τυχαίο. Οι
δύο τουλάχιστον είχαν την εικόνα αυτού που λέμε, άβγαλτα επαρχιοτόπουλα. Πρέπει
να της άρεσε πολύ αυτό γιατί σίγουρα θα γουστάριζε να τους επιβάλλεται.
Όταν
έχασε τον άντρα της, ξαναπαντρεύτηκε αμέσως. Ίσως τον είχε από καιρό στη λίστα
αναμονής. Θέλετε τη δική μου εξήγηση. Μάλλον για την ενίσχυση των οικονομικών
της το έκανε γιατί της άρεσε να έχει χρήματα και να ξοδεύει. Τελικά χαθήκανε τα
ίχνη μας και των δύο σαν να άνοιξε η γης και μας κατάπιε. Προσωπικά με πονάει
ακόμα ο αναίτιος χαμός μας. Το κρίμα όμως το ρίχνω στον ανώνυμο ρουφιάνο που
σίγουρα έπαιξε το ρόλο του για να γίνει ότι έγινε κι όχι τίποτε άλλο εγώ σήμερα
(πολύ πιθανό αυτό) να τον θεωρώ φίλο μου)
ΟΙ ΓΙΑΤΡΟΙ ΜΑΣ
Απ’
όσους γιατρούς που υπηρετούσαν στο καφενείο μας, ιδιαίτερες σχέσεις είχα μόνο
με έναν, ο οποίος δυστυχώς την ώρα που γράφονται τούτες οι γραμμές, δεν έχουν
συμπληρωθεί ούτε σαράντα ημέρες από το θάνατο του και δεν θα ‘θελα με τίποτα να
σχολιάσω για το άτομο διότι κατά τη δική μου φιλοσοφία «ο θανών δεδικαίωται» Θα
προτιμούσα όμως να τους δούμε όλους μαζί, σαν ομάδα. Μπορεί βέβαια να μην
αναδειχθούν έτσι στοιχεία χαρακτήρα, μιας κι αυτός είναι ο κύριος σκοπός του
πονέματος τούτου, θέλω όμως να μην αφήσω ασχολίαστα κάποια κακώς κείμενα από
την παρουσία τους σε αυτό το έρμο παραμάγαζο, που πάλη θα σας ξαναπώ, ήταν για
μένα μια μικρογραφία της κοινωνίας μας στον πολιτικό στον οικονομικό και στον
κοινωνικό τομέα. Απ’ όπου κι αν το δεις το θέμα, συνάγεις χρήσιμα συμπεράσματα.
Σαν
υπάλληλος της μισθοδοσίας που ήμουν γνώριζα πολύ καλά και είχα μια ιδιαίτερη
ευαισθησία για το κόστος λειτουργίας της υπηρεσίας μας. Η πρώτη μου λοιπόν
σπουδαία παρατήρηση κι ένα γιατί που έφερνα βαρέως όλα τα χρόνια, ιδιαίτερα
τώρα που πληρώνω (όχι μόνος μου βέβαια) το αποτέλεσμα της ασυδοσίας του
σπάταλου Ελληνικού κράτους, είναι η εξής. Ενώ διορίζονταν ως μόνιμοι υπάλληλοι
και κατείχαν οργανικές θέσεις δεν τηρούταν ποτέ και οι ανάλογες υποχρεώσεις που
απέρρεαν από τη θέση που κατείχαν και σε αντίθεση με αυτούς, σ’ μένα είχαν
πλήρη εφαρμογή. Γιατί δηλαδή, ένας νόμος, δύο ερμηνείες, δεν κατάλαβα; Τι
εννοώ. Άτυπα χωρίς ποτέ να έχει εκδοθεί εγκύκλιος, δεν τηρούσαν ποτέ το ωράριο
των δημοσίων υπαλλήλων. Και όχι μόνο αυτό, αλλά υπήρχαν περιπτώσεις που λόγω
της υπεράριθμης κάλυψης των θέσεών τους, (μαζευτήκανε πολλοί κατά το κοινώς
λεγόμενο) εμφανίζονταν μόνο δύο φορές την εβδομάδα από δυο ώρες. Τέσσερες ώρες
εργασίας δηλαδή την εβδομάδα με πλήρης αποδοχές και επιδόματα. Κι όταν, ως είθισται
στο δημόσιο, αντί μισθού μας χάριζαν σ’ εμάς τους υπαλλήλους πλασματικές ώρες
υπερωρίας οι οποίες διαιρούνταν ίσα με τον αριθμό των υπαλλήλων και εισπράτταμε
τα ανάλογα ποσά, έμπαιναν κι αυτοί στη μοιρασιά γιατί θυμόντουσαν πως ήταν κι
αυτοί Δημόσιοι υπάλληλοι. ‘’Δίκαια’’ πράγματα δηλαδή. Εγώ επι του θέματος, έχω
την εξής απλή απορία. Αν ήθελε το κράτος να τους προσλάβει με αυτά τα προνόμια,
ας τα όριζε στην περιγραφή του νόμου για να μην έχουμε να εφαρμόσουμε δύο μέτρα
και δύο σταθμά.
Σκοπός
της παρουσίας τους στο καφενείο μας, ήταν ο προληπτικός έλεγχος στις ιατρικές
πράξεις των ασφαλισμένων μας πριν εκτελεστούν, καθώς επίσης και στους
λογαριασμούς που υπέβαλαν τα διάφορα πιράνχας που κατασπάραζαν τα ασφαλιστικά
Ταμεία, τα περίφημα Ιατρικά κέντρα, αλλά και οι μεμονωμένες ειδικότητες
γιατρών. Ανάθεμα κι αν περιέσωσαν ενός ευρώ δαπάνη για την υπηρεσία μας απο
τους ελέγχους που έκαναν. Αλλά έτσι είναι. Κόρακας κοράκου μάτι δεν βγάζει. Αυτοί
ήταν εκεί για να διασφαλίζουν τα συμφέροντα της συντεχνίας τους κι όχι της
υπηρεσίας που τους πλήρωνε. Κι όταν το καλοκαίρι άρχιζαν τα μπάνια του λαού
(τις λουτροθεραπείες εννοώ) γινότανε πάρτι παροχών. Οι περισσότεροι των
συναδέλφων «πωλούσαν» εξυπηρέτηση σε κάθε τους γνωστό. Κερδίζοντας την εύνοια
των γιατρών (την υπογραφή τους δηλαδή) αλλά όπως ο ίδιος διαπίστωσα μερικές
φορές πλαστογραφώντας την, τίναζαν τη μπάγκα στον αέρα, αφού πήγαιναν για
μαϊμού λουτροθεραπεία, ο μισός πληθυσμός των ασφαλισμένων μας. Την τελευταία χρονιά πριν τις καταργήσουν από
το δυσβάστακτο κόστος, ανέλαβα προσωπικά, εθελοντικά, να παραστήσω τον
μπαμπούλα μπας και ανακόψω τη λαίλαπα. Παραλίγο όμως να με καταπιούν κι εμένα. Ούτε
που έπαιρνα χαμπάρι από που ξεφύτρωναν αιτήσεις εγκεκριμένες. Μέχρι που
ανακάλυψα άτομα που δεν ήταν καν ασφαλισμένα σ’ εμάς να έχουν υποβάλει αίτηση
και μάλιστα άτομα συγγενικά ενός επώνυμου συνδικαλιστικού στελέχους σε επίπεδο
ομοσπονδίας παρακαλώ.
Ο Κύριος Διευθυντής
Στη
θητεία μου πρόλαβα τρείς Διευθυντές. Η πρώτη ήτανε γυναίκα, αλλά γρήγορε έφυγε
με σύνταξη. Ύστερα σύμφωνα με αυτόν τον πανηλίθιο νόμο του Ελληνικού δημοσίου
που λέει πως τις κενές θέσεις τις καταλαμβάνει ο αρχαιότερος, ήρθε η σειρά ενός
από τους πλέον ανίκανους να διοικήσουν. Δεν λέω (όπως πολλοί το συνήθιζαν) ότι
ο άνθρωπος ήταν χαζός. Ένας καλοσυνάτος άνθρωπος ήταν που όλοι τον αποκαλούσαν
με το μικρό του όνομα (ίσως αυτό να ήταν και το βασικό του μειονέκτημα). Δειλός
στο να παίρνει αποφάσεις κι άφηνε την υπηρεσία να την κουμαντάρουν οι
τυχάρπαστοι Πρόεδροι που ήταν πάντα πολιτικά κομματόσκυλα, με τους
παρατρεχάμενους τους, που μοίραζαν την πίτα κατά πως τους βόλευε, φτάνει αυτός
να παραμένει Διευθυντής και να εισπράττει το επίδομα για να καλύψει τις ανάγκες
της όχι και τόσο εύπορης οικογένειας του. Τον βόλευε η καρεκλίτσα και για έναν
άλλο λόγο. Του άρεσε πολύ το φουστάνι και από τη θέση αυτή δια της
εξυπηρετήσεως έτρωγε καλά, μα πάρα πολύ καλά. Όσο για την υπηρεσία «γαία πυρί
μοιχθήτω.»
Η Κυρία Διευθύντρια
Τη
θέση του Διευθυντή κράτησε για τα περισσότερα από τα χρόνια που υπηρέτησα, μια
άλλη γυναίκα, δείγμα αυτού που λέμε, να γιατί το Δημόσιο δεν πάει μπροστά. Μια
ανέραστη γυναίκα, κοντή και κακομούτσουνη. Πήρε με άριστα το πτυχίο της κι από
το χωριό της βρέθηκε κατ’ ευθείαν στο Δημόσιο. Στη θητεία της δεν προσέθεσε
ούτε ένα λιθαράκι σε θέματα οργάνωσης. Της έλαχε να γίνουν πολλές ανακατανομές
σαν φορέας κι από μικρό μαγαζάκι να ενοποιηθεί με όλα τα παραρτήματα της περιφέρειας
και να έχει αυτή το γενικό πρόσταγμα. Φίδι στον κόρφο της. Όπως και ο προκάτοχος
της, παρέδωσε τα κλειδιά στους παρατρεχάμενους κι αυτή έπαιζε απλά ρόλο διακοσμητικό.
Το μόνο που ήξερε να κάνει είναι να ελέγχει για ορθογραφικά λάθη κείμενα που
της υποβάλλονταν για υπογραφή και να σε βάζει να το ξαναγράψεις όταν συντακτικά
δεν της άρεσε. Επαλήθευε τις αριθμητικές πράξεις με το χέρι και δεν καταδέχθηκε
ποτέ να κάνει χρήση αριθμομηχανής. Αντιδρούσε μετά μανίας στις εξελίξεις και δη
όταν της πρότειναν να μπούμε επιτέλους στο δρόμο της μηχανοργάνωσης. Επί τη
ευκαιρία να σας πω ότι τέσσερα ήταν τα άτομα που εχθρεύονταν τη μηχανοργάνωση
της υπηρεσίας και την απεύχονταν πάση θυσία αφού δεν είχαν ιδέα περί αυτής και
δεν γνώριζαν να πατήσουν ούτε ένα γράμμα σε πληκτρολόγιο υπολογιστή. Ένας ήταν
ο δικός μου ο συνεργάτης, ο κύριος ατσαλάκωτος, γιατί θα έχανε τα πρωτεία να
κάνει κουμάντο στο γραφείο μισθοδοσίας. Δεύτερος ο μεγάλος αριστερός
συνδικαλιστής, που μαζί με την άσχετη διευθύντρια και μια άλλη εξυπνοπονηρούλα
προϊσταμένη, εξ ίσου όμως άσχετοι κι αυτοί, γνώριζαν εκ των προτέρων ότι πριν εφαρμοστεί
κάθε είδους μηχανογράφηση, έπρεπε να δώσουν στην υπηρεσία που θα την
αναλάμβανε, τις κατευθυντήριες γραμμές. Ένα οργανόγραμμα δηλαδή, σωστά όμως δομημένο
και ιεραρχημένο. Κάποιος θα πρέπει να τους το έχει σφυρίξει αυτό το μυστικό, αλλιώς
δεν εξηγείται. Κάποια στιγμή ήρθε το πλήρωμα του χρόνου και τους δόθηκε η
εντολή να ενεργήσουν τα δέοντα. Ο
μεγάλος όμως εργατοπατερούλης μας φυσικά και δεν καταδέχθηκε ούτε καν να
ρωτήσει τουλάχιστον εμένα τον ομοϊδεάτη του που το ΄παιζα το θέμα στα δάκτυλα,
λόγω της ενασχόλησης μου στον ιδιωτικό τομέα, και το γνώριζαν οι πάντες πως και
τη δομή της υπηρεσίας κατείχα άριστα. Για τον φόβο των Ιουδαίων λοιπόν, προτίμησε
να στηριχθεί στην τεχνογνωσία κάποιου άλλου δημόσιου φορέα (ας μη λέμε ονόματα)
που και η ίδια βρίσκονταν εκατό χρόνια πίσω από τις εξελίξεις. Βρισκόμουν τότε
για κάτι φεγγάρια στο τμήμα του Μητρώου. Ήρθε το σύστημα με δέκα τερματικά όλο
κι όλο για όλη την υπηρεσία και ήταν
τόσο κούφιοι τενεκέδες που να φανταστείτε στο Μητρώο, (ένεκα και της πλήρους άγνοιας που υπήρχε)
περνούσαν στο σύστημα μόνο το ονοματεπώνυμο του νεοεισερχόμενου ασφαλισμένου
και τον ΑΜ του. Τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα γίνονταν και πάλη χειρονακτικά. Δεν
είμαι πονηρός τύπος, ούτε αριβίστας. Έδωσα την ψυχή μου για να καταλάβουν οι
έχοντες την ευθύνη της τεχνικής υποστήριξης, για τις αλλαγές που χρειάζονταν,
μέχρι που ο υπεύθυνος του προγράμματος άρχισε να ζητά μονίμως εμένα για διαβουλεύσεις.
Αποτέλεσμα, να πάρω πόδι από το τμήμα με δάκτυλο της προϊσταμένης και να βρεθώ
στη μισθοδοσία, (κακό που μου έκανε) η οποία όμως δεν ήταν στο γενικό σχεδιασμό
του εγχειρήματος, που σημαίνει, βρέθηκα εκτός και από κάθε συζήτηση σχετικά με μηχανογράφηση.
Όλα αυτά κάτω από το άγρυπνο βλέμμα της «πανέξυπνης» Διευθύντριας, που στηρίζονταν
κατ’ ανάγκη στις υποδείξεις του προϊσταμένου κι αναπληρωτή διευθυντή, του
μεγάλου αριστεροσυνδικαλιστή που εκμεταλλευόμενος με τη σειρά του την
ανικανότητα της, ήταν μονίμως ο σκιώδης καπετάν αφέντης της υπηρεσίας που
κινούσε τα νήματα από τα παρασκήνια χωρίς να φαίνεται.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αυτά
ήταν σε γενικές γραμμές τα μεγάλα προσώπατα που γνώρισα στα εικοσιοκτώ χρόνια
της θητείας μου εκεί. Θα μου πείτε δεν υπήρχαν άλλοι; Βεβαίως. Ίσως να ήταν και
πιο σημαντικοί από την αναξιότητα μου που βάλθηκα να καταγράψω όλους τους
παλιοχαρακτήρες. Ήταν όμως άτομα που η πορεία τους δεν διέγραφε καμιά ιδιαίτερη
τροχιά. Ίσως να ήταν και άτομα σημαντικά αλλά δεν χρειάστηκε αυτό να το
αποδείξουν εν τοις πράγμασι στο καφενείο που εργάζονταν. Υπήρχαν όμως και άτομα
απλά που δεν νοιάζονταν για το τι συμβαίνει γύρω τους.
Προτίμησα
σ’ αυτή τη συγγραφή να αναφερθώ σε άτομα που τα χαρακτηριστικά τους βγάζουν
ειδήσεις, καταδεικνύουν καταστάσεις, σκιαγραφούν χαρακτήρες προς μίμηση ή προς
αποφυγή και ίσως μεταφέρουν σε κάποιους που δεν γνωρίζουν, το τι εστί δημόσιος
φορέας, και μια εικόνα για το τι κυκλοφορεί μέσα σ’ αυτό το απέραντο μπουρδέλο.
Για
όλα αυτά που προανέφερα, σιχάθηκα αυτό που λένε Δημόσιος τομέας. Σιχάθηκα το
κηφηναριό, τη ρεμούλα, την απάτη και τα κομματικά φέουδα. Ο τρόπος λειτουργίας
αυτής της παράγκας είναι μια μικρογραφία του Ελληνικού κράτους. Έτσι λειτουργεί
κι αυτό, με τους ίδιους άγραφους νόμους που το ίδιο θεσπίζει κι εφαρμόζει. Τώρα
αν κάποιος βρεθεί και πει «Σιγά βρε μάγκα μη μας κάνεις και τον αθώο» έχω να
του πω πως τα πλημμελήματα πολλές φορές παραγράφονται.
Η
αηδία μου για το δημόσιο έφτασε σε τέτοιο βαθμό που ήθελα να συνταξιοδοτηθώ
ακριβός την ημέρα που σύμφωνα με την ταυτότητα μου θα συμπλήρωνα τα πενήνταοκτω
μου χρόνια. Ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Έλα όμως που στις 14/4/2012 είχαμε
Πάσχα και στις 15 ήταν αργία. Εμφανίστηκα αναγκαστικά στις 16 του μηνός και
στις 17/4/2012 έριξα μαύρη πέτρα πίσω μου. Τους ανέχτηκα δηλαδή, δύο ημέρες
παραπάνω. Απ’ όλη την κουστωδία που γνώρισα δεν έμεινε σχεδόν τίποτα. Ούτε φωνή
ούτε ακρόαση. Σαν να μη γνωριστήκαμε ποτέ. Λαμπρή εξαίρεση δυο συνάδελφοι, αλλά
αφού δεν είπαμε κανένα όνομα, ας μην πούμε ούτε αυτά.
Σήμερα
τέσσερα και πλέον χρόνια από την αποχώρηση μου, δεν έχω ακόμα ξεμπερδέψει με τα
συνταξιοδοτικά μου δικαιώματα. Άρε αθάνατο Ελληνικό κράτος.
Μαντζούρης
Κων/νος
Ιούλιος
2016