ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

5 Δεκεμβρίου 2017

Τα απόκρυφα

Τα απόκρυφα

Έχω μια κακιά συνήθεια τα βράδια
Τα άφθαρτα στολίδια μου ν’ απλώνω
επάνω στο γραφείο σαν πραμάτεια
Και θύμισες παλιές ν’ αναβιώνω.

Σε μυστικό κι απόκρυφο ντουλάπι τις φυλάω.
Αν και δεν νοιάζεται κανείς να το σκυλέψει,
ποιος να νοιαστεί  τι νοιώθω που κρατάω
μια καρτποστάλ που γράφει «μου ‘χεις λείψει»

Εγώ τα βράδια ακόμα θα φιλάω
δυο χειλάκια που άφησες σε μια χαρτοπετσέτα.
Κι αφού δεν βρίσκω πια απάνεμα λιμάνια να γυρνάω,
στα βραδινά μου ραντεβού θα στήνω φιέστα.

Δεκέμβριος 2017

1 Αυγούστου 2017

Οι φουσκωτοί

Οι φουσκωτοί (Αρθρο)
Όλοι μας γνωρίζουμε τη λέξη αλλά και την έννοια που μας παραπέμπει σε κάθε της άκουσμα. Φουσκωτός για όλους μας πια σημαίνει ο γυμνασμένος παλληκαράς που συνήθως αποτελεί μέλος της κουστωδίας επωνύμων, που αποτελούν την προσωπική του φρουρά. Μερίδιο από τη φήμη τους κλέβουν σήμερα και μια νέα ομάδα που αξιώνουν επάξια κομμάτι από την πίτα και είναι αυτοί οι γνωστοί μας μποντυμπιλντεράδες.
Εγώ όμως θέλω να προσθέσω ως άλλος Μπαμπινιώτης (light έκδοσης όμως) και μιαν άλλη ομάδα που δικαίως νομίζω πως δικαιούται τον τίτλο ‘’φουσκωτός’’ Το φυσικό τους γνώρισμα δεν έχει να κάνει διόλου με τη σωματοδομή του ατόμου. Το φούσκωμα των ανθρώπων που υπαινίσσομαι είναι θα έλεγα εσωτερικό. Ετούτοι εδώ, φουσκώνουν από έπαρση, συνήθως αδικαιολόγητη, από ψευτοεγωισμό και άκρατη επιδειξιμανία. Μετρημένοι στις κινήσεις του με στοχευμένες επιλογές, για να διεκδικούν από αυτό το άλοθι τους ότι είναι δηλαδή αυτό που λέμε ‘’ωραίοι και τζέντλεμαν’’ Είναι παντού μα πουθενά. Συμμετέχουν χωρίς να προσφέρουν. Εάν τους συναντήσεις εύκολα θα την πατήσεις διαβάζοντας φάλτσα το χαρακτήρα τους. Συνήθως δεν θα σου κάνουν άμεσα κακό, αλλά θα σε αφήσουν να βράσεις στο ζουμί σου όταν χρειάζεσαι βοήθεια. Μην τους τη ζητήσεις ποτέ. Θα σου ορκιστούν ότι πεθαίνουν για σένα και θα σου προσφέρουν απλά, αέρα κοπανιστό.
Σας θυμίζει κάποιον η  περιγραφή μου; Σίγουρα υπάρχουν πολλοί ανάμεσα μας. Συνήθως χειρίζονται καλά τους τρόπους καλής συμπεριφοράς. Προσέξτε τους.
Αύγουστος 2017


20 Μαρτίου 2017

Αν γεννήθηκες μέχρι το 1985, τότε πρέπει να το διαβάσεις

Αν γεννήθηκες μέχρι το 1985, τότε πρέπει να το διαβάσεις


Όσοι ανήκετε σε αυτές τις ηλικίες θα καταλάβετε...
«H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε...
Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή, περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να...μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.
Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.. Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους.
Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».
Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά..
Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα.
Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.
Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..
Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει.
Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάζαμε τα κόκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους».
Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου.
Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε. Ποτέ δεν πηγαίναμε κλαίοντας στις μανάδες μας για να της πούμε «Μαμά τα παιδιά μου κάνουνε bulling» Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο.
Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντας μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstation, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους.. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε..
Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.
Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση.
Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο!
Πώς τα καταφέραμε;
Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη.
Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι.. Τι φρίκη! Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ..
Και ξέρετε και κάτι ακόμα. Παρ’ ότι εμείς είμασταν τα αληθινά παιδιά του δρόμου, όχι δεν γίναμε αλήτες, κάπνιζε που και που κανένας κανα τσιγαράκι αλλά ως εκεί. Τα ναρκωτικά τα μάθαν άλοι πολύ αργότερα.
Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας « ; ) : D : P ».
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια!

Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...»!

6 Μαρτίου 2017

Χωρίς δεύτερη σκέψη (Διήγημα)

Χωρίς δεύτερη σκέψη (Διήγημα)
Πρόλογος
Στη ζωή δεν αποφασίζεις εσύ για τίποτα. Ακόμα κι ένα σ’ αγαπώ μπορεί αύριο να μην έχει κανένα αντίκρισμα. Ακόμα κι ήταν δικά σου τα λόγια αυτά, φεύγεις, χωρίς δεύτερη σκέψη.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Κοιτούσε αποσβολωμένος, εδώ και μια ώρα απέναντι στο σύνθετο τα κάδρα με τις φωτογραφίες. Φωτογραφίες απ’ όλη τη γκάμα της ζωής του. Από το γάμο του, τη βάφτιση των παιδιών του, από την εκδρομή στο Παρίσι, κάτω από τον πύργο του Άιφελ. Κι όμως πριν από λίγο είχε πάρει την απόφαση να φύγει από το σπίτι, να χωρίσει. Πώς να χωρίσει όμως. Εύκολα χωρίζεις με έναν άνθρωπο. Απ’ όσα έχεις ζήσει μαζί του, πως μπορεί να χωρίσεις; Δεν σβήνονται έτσι όλα αυτά. Μια ολάκερη ζωή δεν μπορεί να μεταλλαχτεί σε ένα τίποτα. Σε ένα τίποτα; Μα τι είναι αυτά; Ένας θεός ξέρει τι ψυχική οδύνη ήταν αυτή όταν ο γιατρός του είπε ‘’Θα δούμε, δεν ξέρουμε. Ο θεός είναι μεγάλος, πιστεύουμε να τα καταφέρει’’ Και τα κατάφερε. Χάθηκε όμως η γη κάτω από τα πόδια του. Η γυναίκα του, ο άνθρωπός του, η αγάπη του,  βρέθηκε στον ίδιο βηματισμό με το θάνατο, αλλά τον προσπέρασε. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, γεννήθηκαν δυο υγιέστατα αγοράκια, τα παιδιά του, το συμπλήρωμα της ευτυχίας του. Καμάρωνε γιαυτό και πολύ συχνά από τότε, όταν αναφερόταν στη γυναίκα του την αποκαλούσε ‘’Τζαβέλενα’’ Γιατί μήπως δεν ήτανε. Μήπως όμως αυτό ήταν που της ανέβασε τόσο το ηθικό, που από κάποια στιγμή και μετά, η συμπεριφορά της ήτανε τέτοια, που έδειχνε μια τάση ανωτερότητας, ώστε να φτάσει να εκφράζεται με τη λογική του ‘’Αν δεν ήμουν εγώ, εσύ θα είχες πάει χαμένος’’  Ναι αλλά ‘’αν δεν ήμουν εγώ’’ της ανταπαντούσες, δεν θα ζούσες εκείνα τα υπέροχα καλοκαίρια στη Χαλκιδική.
Έχει ήδη κατεβάσει στο αυτοκίνητο του δυο βαλίτσες και κάτι πουκάμισα στην αγκαλιά τσάτρα-πάτρα και γύρισε για το δεύτερα δρομολόγιο. Σειρά έχουν τα βιβλία του. Έμεινε όμως αποσβολωμένος σαν πήρε στα χέρια του το βιβλίο της Εύας Ομηρόλη ’’Σεισάχθεια’’ για να το πετάξει μέσα σε ένα σακ-βουαγιάζ. Του θύμισε πολλά. Καταρχάς, πως μαλώνανε ποιος θα το πρωτοδιαβάσει. Ήταν καλοκαίρι, πάλη στη Χαλκιδική. Το περάσατε κόσκινο στην κριτική αυτό το βιβλίο. Δεν συμφωνούσατε με τη συγγραφέα ούτε εσύ ούτε η γυναίκα σου. Η ιστορία αναφέρεται στην απώλεια της αγάπης, του έρωτα, του προορισμού στη ζωή και στην ομορφιά που απορρέει στα απλά και καθημερινά πράγματα, αλλά και πόσο δύσκολο είναι να βρούμε μετά από αυτά, μέσα από το δρόμο της συγχώρεσης, το βηματισμό μας. Εσείς το θεωρούσατε ανεπίτρεπτο να βιώνει κανείς τέτοιες καταστάσεις και ορκιζόσαστε πως δεν θα επιτρέψετε στους εαυτούς σας να μοιάσει ποτέ με τη ρημαγμένη ζωή του ήρωα. Και τώρα δεν απομένουν παρά μόνο δυο τρείς κινήσεις ακόμα, δυο τρία βιβλία της Αλκυόνης Παπαδάκη κι άλλα τόσα του Καζαντζάκη και τέλος. Όχι μόνο στην αγγαρεία της μετακόμισης, αλλά, τέλος σε όλα. Η βιβλιοθήκη σχεδόν έχει αδειάσει. Για κοίτα πόσο άχαρη μοιάζει τώρα στην άκρη του σαλονιού που πριν από λίγο ήταν ένα πανέμορφο σαλόνι ενός γουστόζικου σπιτιού, του σπιτιού σου, που κάθε μέρα στέγαζε εσένα και την οικογένεια σου και που ήθελες όπως μας δήλωνες να λες πως σε έκανε έναν ευτυχισμένο άνθρωπο.
Κι όμως είσαι μισό βήμα από το χωρισμό. ‘’Η χειρότερη μορφή δουλείας  είναι εκείνη που επιβάλουμε στον ίδιο μας τον εαυτό’’ είχες διαβάσει κάποτε. Από τότε, αρκετές φορές  είχες ψελλίσει στον εαυτό σου, ‘’Εγώ αν κάποτε διαπιστώσω πως δεν ζω καλά, θα φύγω’’ και να που ήρθε η στιγμή αυτό το κάποτε να γίνει τώρα.
Η πόρτα έκλεισε πίσω του. Το τελευταίο σακβουαγιάζ μισόκλειστο σέρνεται απ’ τα χέρια του. Ίσως να μην χωρούσε όλα τα σ’ αγαπώ που πάσχιζε να ξεριζώσει απ’ αυτό το διαμέρισμα. Σίγουρα αρκετά μείνανε πίσω. Και ξέρεις κάτι. Τα μεγαλύτερα σ’ αγαπώ λέγονται την πρώτη φορά. Τότε που είναι πρωτότυπα, γατί τις επόμενες φορές, είναι απλά μια προσπάθεια ανάνηψης. Ναι ανάνηψης γιατί ακόμα κι αν γλυτώσεις τον ξαφνικό θάνατο και επανέλθεις στη ζωή, από τότε θα ζεις μονίμως μ’ ένα μούδιασμα. Καιρός λοιπόν να ξαναγίνεις πάλη εσύ. Κοντοστάθηκε στην εξώπορτα με τη σκέψη μήπως και ξέχασε τίποτα. Όχι, ότι ήταν απαραίτητο το πήρε. Στη θέση όλων αυτών των υλικών πραγμάτων όμως, άφησες πίσω πάνω στο τραπέζι της κουζίνας τον χειρότερο σου εαυτό. Αυτό  το καταραμένο σημείωμα που απευθυνόταν στη γυναίκας σου, που δεν άφηνε σε κανέναν από τους δυο, περιθώρια για δεύτερες σκέψεις. «Δήμητρα, δεν μπορώ άλλο να ζήσω μαζί σου. Λυπάμαι.»
Μαντζούρης Κων/νος
Φεβρουάριος 2017

Η οδική συμπεριφορά του Ελληνα

Σήμερα δεν θα ασχοληθούμε με την φιλολογία. Στην κατηγορία ´´σχόλια συντάκτη´´ θέλω να καταθέσω σήμερα ένα σχόλιο που αφορά την κάκιστη συνήθεια του Έλληνα, και αφορά την οδική του συμπεριφορά. Σιγά τώρα τι μας είπες, μας τα ´παν κι άλλοι. Και λοιπόν; Θα πάψουμε να τους μιλάμε; Θα συνεχίσουμε να τους προσπερνάμε; Εγώ θα τα λέω, τουλάχιστον έτσι για εκτόνωση.


Λοιπόν. Εγώ θέλω να δούμε τον Έλληνα, όχι την ώρα που οδηγεί και ποια είναι τα λάθη που κάνει, μεγάλο κεφάλαιο βέβαια κι αυτό, αλλά υπάρχουν κι άλλα. Το αστέρι του Έλληνα οδηγού λάμπει κι όταν ακόμα είναι σταματημένος. Αχ πόσα πράγματα στερείται αυτός ο λαός. Κι επί του προκειμένου; Να το πω, δεν έχει στοιχειώδη αντίληψη ‘’χωροταξίας’’ Εσείς δώστε του όποια άλλη ονομασία νομίζετε. Να προσπαθήσουμε να τα αριθμήσουμε; Ίσως είναι καλύτερα.


1) Δεν έχει λοιπόν την αίσθηση του χώρου. Στο παρκάρισμα πχ θα τραβήξει χειρόφρενο εκεί που θα τον πάει η φόρα του αυτοκινήτου. Λίγο μπροστά ή λίγο πίσω για να παρκάρει κανείς άλλος, δεν έχει, κι έτσι δεν είναι λίγες οι φορές που ένα αυτοκίνητο, πιάνει τρείς θέσεις.


2) Πολλές φορές κάθετα στο δρόμο θέλουν να έχουν πρόσβαση αυτοκίνητα που παρκάρουν στον ακάλυπτο χώρο του σπιτιού τους, όχι και τόσο νόμιμη διαδικασία γιατί θέση παρκινγκ νοείτε μόνο το υπόγειο γκαράζ και η πιλοτή της πολυκατοικίας. Και να ο άνετος Ευρωπαίος πολίτης Ελληνικής καταγωγής. Θα παρκάρει κανονικά στον δρόμο κι αν τύχει να είσαι εσύ αυτός που κλείστηκε, ψάξε εκεί τριγύρω. Θα τον συναντήσεις χαμογελαστό, νασου λέει, ότι εδώ ήτανε, στην ταβέρνα και είχε το νου του. Τώρα αν εσύ έκανες ένα τέταρτο να τον ανακαλύψεις, λίγη σημασία έχει.


3) Στους μεγάλους χώρους ελεύθερου παρκινγκ, εκεί ο Έλληνας ζωγραφίζει. Σας έχει τύχει να σας έχουν ´´χτίσει´´ κανονικά; Εμένα κάποτε δίπλα από το λιμάνι του Ναυπλίου. Αν και υπάρχει μια σχετική διαγράμμιση, πολλές φορές καταστρατηγείται. Εκεί λοιπόν αναγκάστηκα να διανυκτερεύσω χωρίς τη θελησή μου, αφού μου ήταν αδύνατον να βρω δρόμο διαφυγής. Και μην ακούσετε τη σύντροφό σας που ωρύεται ´´πάρε γρήγορα την αστυνομία για να μάθει ο παλιοαλήτης´´ Ηρθανε αλλά δεν επιλαμβάνονται του περιστατικού. Η αστυνομία μου είπανε, δεν είναι ταξιθέτριες.


4) Να πούμε τώρα ότι παρκάρει πάνω σε στροφές, ασήμαντη λεπτομέρεια. Το πιο τρελό το είδα στη Γλυφάδα. Αυτοκίνητο έχει παρκάρει με τη μούρη στην πρόσοψη ενός περιπτέρου, πέντε πόντους πριν το ακουμπήσει.


5) Τώρα ανακάλυψαν και νέα κρυψώνα. Παράδειγμα. Στην πολυκατοικία μας που ο μηχανικός είχε την ατυχή έμπνευση να φτιάξει την κεντρική είσοδο στο πλάι, έχει τον ακάλυπτο της χώρο στην πρόσοψη του δρόμου κι επειδή αυτή η πρασιά (έτσι λέγεται) έχει τσιμενταριστεί, γιατί αν παρέμεινε χώμα ή γκαζόν δεν θα υπήρχε πρόβλημα, ανεβαίνουν και παρκάρουν σαν να είναι σπίτι τους κι εγώ που μένω εκεί δεν το κάνω, άσε που αρκετές φορές μας κλείνουν τον μόλις ενάμιση μέτρο διάδρομο στην πλαϊνή είσοδο.





Αυτά για την ώρα

2 Μαρτίου 2017

Λόγια και υποσχέσεις

Λόγια και υποσχέσεις (Διήγημα)

Αφιερωμένο στον φίλο μου το Γιάννη. κι ας μην ψάχνει να βρει που κολλάει η ιστορία. Υπάρχει και η φαντασία

- Μαρία σ’ αγαπώ
-Λες αλήθεια Γιάννη; Μου το ορκίζεσαι;
-Ορκίζομαι.
-Ορκίσου.
Ατέλειωτο πινγκ-πονγκ αυτά τα λόγια γραμμένα σε κόλες τετραδίου που από εξηντάφυλλο κατάντησε εικοσάφυλλο. Άλλες φορές γινόντουσαν μπαλίτσες κι άλλες μικρές σαΐτες που διέγραφαν τις δικές τους χαμηλές πτήσεις για να στείλουν το μήνυμα στο κορίτσι του πόθου του την ώρα του μαθήματος. Λόγια και υποσχέσεις ατέλειωτες που έκαναν δυο δεκαεξάχρονα να πετάνε στ’ αστέρια. Λόγια που στο μεθύσι του άγουρου έρωτα τους, ούτε κάν σκέφτονταν πως ήταν απλά τιτιβίσματα, σαν των πουλιών που φλύαρα ολημερίς με ένα ασταμάτητο τσιου-τσιου λένε το σ’ αγαπώ στην αγαπημένη τους.

Κι έτσι ο Γιάννης και η Μαίρη έγιναν γρήγορα στα μάτια των συμμαθητών τους και ίσως όλου του σχολείου, ο Μιμίκος και η Μαίρη. Τι κατάκτηση, τι ενθουσιασμός. Μυστικά και φανερά, πάνε χέρι-χέρι, μαζί και τα λόγια, λόγια που επαναλαμβάνονται κάθε μέρα. Εκεί μέχρι να τα’ ακούσουνε κι οι τοίχοι, ο δρόμος, οι άνθρωποι. Σαν να πάσχιζαν να τα περάσουν με το ζόρι στην αιωνιότητα και να μην ξεχαστούνε ποτέ. Στο δασάκι τ’ Αϊ Γιάννη, έμελλε να σφραγιστούν οι όρκοι τους κάποιο βραδάκι, κάτω από τα πεύκα. Μάρτυράς τους, το ελαφρό αεράκι και το παγκάκι που χαράχτηκε από το Γιάννη που έλεγε ‘’Γιάννης & Μαρία Αγάπη για πάντα’’ Μόνο τι κρίμα. Ο μόνος που ξέρει καλά τι γίνεται μετά και σκάει από τα γέλια, είναι ο χρόνος. Ξέρει πολύ καλά πως τα λόγια μπορεί να γίνουνε φιλιά, να γίνουνε άγγιγμα σάρκας και ηδονής ανείπωτης, κάπως θα γίνει μια στιγμή και θα ξεστρατίσουν και μετά, μην τους είδατε το Γιάννη και τη Μαρία. Το ‘’Γιάννης & Μαρία Αγάπη για πάντα’’ και το παγκάκι του Αϊ Γιάννη θα έρθει μια μέρα ο νέος νοικάρης του, φιλόδοξος κι αυτός, να βάλει τη δική του σφραγίδα. «Στέλλα σ’ αγαπάω, Τάκης» κι έτσι ο Γιάννης κι η Μαρία, θα γίνουν παρελθόν. Η ιστορία τους θα ξεχαστεί. Πρώτα-πρώτα από τους ίδιους της τους πρωταγωνιστές. 

Δεν συναντήθηκαν για χρόνια. Χαμένοι σαν δυο συνηθισμένοι κοινοί άνθρωποι ζούνε πια τη ζωή τους φορτωμένοι μ’ ένα σωρό προβλήματα χωρίς όρκους και υποσχέσεις. Νέοι στόχοι χαράζουν πλέον την πορεία τους. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι πια ο σημαντικότερος. Κι ένα πρωί η τύχη, έτσι για την πλάκα της, τους έστειλε να περπατούν στον ίδιο δρόμο. Με δεκαπέντε παραπάνω χρόνια στην πλάτη τον καθένα, με αραιωμένα τα μαλλιά του Γιάννη και τη Μαρία με κάποια παραπανίσια κιλά στην περιφέρεια. Πόσο αβάσταχτα πολύς χρόνος είναι δεκαπέντε χρόνια. Τι κάνουν στη μορφή και στην ψυχή σου. Πώς σου σκαλίζουν ένα πρόσωπο που πια δεν το γνωρίζεις μήτε εσύ μήτε κι αυτοί που, κάποτε, σε ’ξέραν. Και δεν θυμάσαι πια ποιος ήσουν ούτε ποιος είναι ο απέναντι γνωρίζεις.

Δεκαπέντε χρόνια, όσα χρειάζεται ένα παιδί να φτάσει εκεί σχεδόν που ξεκίνησαν οι ίδιοι. Όσα για να δεις την πρώτη σου ρυτίδα. Να στήσεις ένα σπιτικό, να ’χεις μια μίσθια δουλειά και μια μικροκατάθεση στην Τράπεζα.
Δεκαπέντε χρόνια, όσα χρειάζεται να γίνεις κάποιος άλλος, να σε ρουφήξει η χοάνη του χρόνου, να μην σε βρίσκει ο έρωτας ούτε με κιάλια.
Παρά τον χρόνο τον πολύ που κύλησε στ’ αυλάκι, οι συνηθισμένοι μας άνθρωποι, ο Γιάννης κι η Μαρία, αναγνωρίστηκαν.

Ο Γιάννης έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού να βρει το κινητό του κι άρχισε να μιλάει μόνος του, παριστάνοντας πως κάτι σπουδαίο έλεγε, για μια δουλειά εξόχως σοβαρή.
Η Μαρία, απέναντι, έκανε πως χαζεύει μια βιτρίνα, με κάτι είδη οικιακά, σερβίτσια πορσελάνινα και κρυστάλλινα ποτήρια, κολονάτα, χαραγμένα με διαμάντι.
Κανείς δεν τόλμησε τον δρόμο να διασχίσει. Ο Γιάννης προσπέρασε βιαστικά μιλώντας μόνος, με το κινητό στο αυτί κι η Μαρία, αφού αυτός προσπέρασε, σταμάτησε να κοιτά την αδιάφορη βιτρίνα, έβγαλε τα γυαλιά ηλίου από την τσάντα της, τα φόρεσε και συνέχισε τον δρόμο της.
Ντράπηκαν να μιλήσουν. Ντράπηκαν για τα λόγια που ’χαν πει. Τι θα μπορούσαν τώρα τάχα να πουν; Πώς χάρηκαν;
- Ορκίσου βρε Γιάννη, χάρηκες που με είδες;
- Χάρηκα
- Λες αλήθεια, ορκίσου;
-Ορκίζομαι.
Αυτά όμως ήτανε τα μόνα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ, γιατί όπως είπαμε, ο Γιάννης προσπέρασε βιαστικά μιλώντας μόνος, με το κινητό στο αυτί κι η Μαρία, αφού αυτός προσπέρασε, σταμάτησε να κοιτά την αδιάφορη βιτρίνα, έβγαλε τα γυαλιά ηλίου από την τσάντα της, τα φόρεσε και συνέχισε τον δρόμο της.


Μαντζούρης  Κων/νος
Συνταξιούχος
Λάτρης της φύσης και των ταξιδιών

25 Φεβρουαρίου 2017

Η ‘’Βίλα’’ του Θείου (Διήγημα)

Η ‘’Βίλα’’ του Θείου.

Ο θείος εκείνα τα χρόνια γύρω στο ’60 είχε καταφέρει να κουρνιάσει τη φαμίλια του σε μια ξύλινη παράγκα στα προσφυγικά στο Γαλάτσι, ένεκα ότι ήταν καλός ξυλουργός και είχε μεροκάματα καλά που του επέτρεπαν εύκολα ν΄ αγοράσει τα απαιτούμενα υλικά για την κατασκευή. Δεν ήταν λοιπόν ο τυχαίος βιοπαλαιστής στη γειτονιά. Μεγάλο πράμα η ιδιοκατοίκηση. Ούτε νοίκια, ούτε αηδίες. Και του πήγαν τόσο καλά τα πράγματα, που εκτός των άλλων, κατόρθωσε και πήρε ένα οικοπεδάκι, φυσικά εκτός σχεδίου, παραθαλάσσιο στη Λούτσα, αλλά την θάλασσα την έβλεπες φυσικά με τα κιάλια. Γραμμάτιο κάθε μήνα και με προοπτική για φώς ...νερό...τηλέφωνο όπως έλεγαν τότε οι διαφημίσεις. Ήρθαν βέβαια όλα αυτά αλλά με μικρή καθυστέρηση....50 ετών. 
Φέτος το καλοκαίρι η οικογένεια μας αποφάσισε να πάει για διακοπές. Μας είχε καλέσει ο θείος που μιας και τον ευλόγησε ο θεός να έχει τον τρόπο του, νοιάζονταν και για το σόι. Αυτό του προσέδιδε ιδιαίτερη χαρά αφού του άρεσε να ακούει μετά τις φιλοφρονήσεις του τύπου
Νάναι καλά ο άνθρωπος κι ο θεός να του το ανταποδίδει. Που να μπορούσαμε εμείς να αξιωθούμε να πάμε διακοπές. Να εδώ πέρα θα λιώναμε στον Κολωνό. Εμείς οι μεγάλοι τα αντέχουμε, τα μαξούμια (τα μικρά παιδιά) όμως το περιμένανε πως και πως. 
Θα αφήναμε τις ανέσεις της αυλής λίγο πιο κάτω από την Ομόνοια, τον Κολωνό και θα το παίζαμε τουρίστες στην παραλία της Λούτσας. Τρελή χαρά μας έπιασε όλους. Είχαμε βαρεθεί τα μπάνια στη Βάρκιζα με το φορτηγάκι του κυρ’ Χαράλαμπου. Σκόνη, ζέστη, τράκα τρούγκα κι άδειασμα μετά τα λιμανάκια. Κορακιάζαμε όλη μέρα από τη δίψα και κατά τις πέντε σαν θείο δώρο βλέπαμε το φορτηγάκι που ερχόταν να φορτώσει ξανά την πραμάτεια του. Ετούτο όμως το μικρό ταξίδι ήταν άλλο πράγμα. Πρώτα-πρώτα θα πηγαίναμε με το λεωφορείο, αλλά η ιδέα για το που θα πάμε, μας ανέβαζε το ηθικό.
Και να που ήρθε η ώρα. Κι η περιπέτεια αρχίζει. Με τα μπαγκάζια ανά χείρας μπήκαμε στο λεωφορείο σπρωχτοί. Ο οδηγός να φωνάζει και ο εισπράχτορας να έχει γίνει και αυτός σαρδέλα και να προσπαθεί να κόψει εισιτήρια....
- Πόσο είναι ο μικρός μαντάμ;
- Ούτε πέντε καλέ, λέει η μάνα για να γλυτώσει το εισιτήριο.
- Μα αυτός είναι έτοιμος να πάει φαντάρος.
- Τι λες καλέ. Έχει ανάπτυξη το παιδί.
Τέλος πάντων, απόκανε βαριεστημένα ο εισπράκτορας, ο επόμενος.
- Δυο κανονικά.
- Τι δυο κανονικά και το παιδί;
- Α βαλτός είσαι σήμερα κύριε εισπράκτορα να βλέπεις όλα τα παιδιά μας μεγάλα. Έλα σε παρακαλώ κόψε μου τα δυο εισιτήρια και μη μας σκας.

Τώρα ποιος έσκαγε τον άλλον, άλλο πράγμα. Τι να κάνουν οι άνθρωποι, φτώχεια και των γονέων. Το κόλπο στα λεωφορεία γνωστό. Σιγά την πρωτοτυπία, αλλά το ίδιο σενάριο παίζονταν και ξαναπαίζονταν σε κάθε ευκαιρία σε όλα τα λεωφορεία. Ξέρεις τι είναι να εξοικονομήσεις δυο δραχμές στο πήγαινε και δυο δραχμές στο έλα από το εισιτήριο ενός παιδιού; Ο προϋπολογισμός μιας εβδομάδας. Μ΄αυτά τα λεφτά θα αγόραζε στα παιδιά από ένα παγωτό και θα έκανε το μπάνιο στη Λούτσα αξέχαστο. Για τέτοιες χαρές μιλάμε. Όχι πως το λεωφορείο ξεκίνησε άδειο αλλά αφού ανεβήκαμε την Διονυσίου Αρεοπαγίτου αγκομαχώντας από τα πρώτα μέτρα της διαδρομής, είπαμε δόξα το θεό, καλά θα μας πάει. Μόλις προσπεράσαμε το Χίλτον και μπήκαμε στη Μεσογείων, γινόταν το αδιαχώρητό. Το κέλευσμα του εισπράκτορα μόνιμο που λέγονταν μάλλον από κακή συνήθεια κι όχι γιατί θα άλλαζε κάτι στον ανύπαρκτο ελεύθερο χώρο.
- Προχωρείτε μπροστά παρακαλώ, προχωρείτε, 
Αλλά που να πας; Αμ εκείνο το έρημο το συρτάρι με τα ψιλά, κουδούνιζε όλη την ώρα είτε το όχημα πάταγε σε λακκούβες είτε όχι. Κάποιος παρακάλεσε τον εισπράκτορα να το κλείσει αλλά σιγά μην έπιασε το παρακάλιο.
- Τι λέτε κύριε που θα μου υποδείξετε τη δουλειά μου.
- Ποια δουλειά σου μωρέ, το συρτάρι σου είπαμε να κλείσεις, είναι δύσκολο;
- Κι εγώ σε κάθε στάση θ’ ανοίγω και θα κλείνω.
- Σιγά μην πιαστείς καλέ
- Κύριος, δουλειά σου και πατώντας ένα κουμπί ακούγεται ….. Παρασκευή, θα κατέβει κανείς; Φαίνεται πως τη λέξη Αγία την έφαγε η χρονοκαθυστέριση.
Μετά το Γέρακα που η ταχύτητα μεγάλωσε, όλο κι έμπαινε λίγο αεράκι από τα παράθυρα, αλλά τον μικρό τον ενοχλούσε το φρενάρισμα σε κάθε στάση. Έτριζε ο τόπος κάθε φορά που έπρεπε αυτό το θεριό να σταματήσει. Έκανε τέτοιο γρύλισμα βρε αδερφέ μου, που έλεγες ουφ επιτέλους, όταν τελικά ακινητοποιούταν. Και μέσα σ’ όλα αυτά είχαμε και το συρτάρι του εισπράκτορα που συγχρονίζονταν με την όλη φασαρία και νόμιζες πως όπου νάναι τα φραγκοδίφραγκα και οι δεκάρες θα πάρουν των ομματιών τους και θα φύγουν απ΄τη θέση τους. Σε μια ελικοειδή στροφή στα Σπάτα εκεί στο πλάι από την εκκλησιά του Χριστού μέχρι την επόμενη εκκλησιά, πεντακόσια μέτρα δρόμος δηλαδή, όλοι πιστέψαμε πως τέλος, μέχρι εδώ ήταν το ταξίδι μας. Η πρώτη ταχύτητα δεν έμπαινε με τίποτα μέσα στο χρονικό περιθώριο που είχε ο οδηγός. Σ΄όλο το όχημα ακούστηκε ένα παρατεταμένο κρ κρ κρ κρ κρ αργά και βασανιστικά, σαν ηχητικό εφέ από ταινία τρόμου. Αυτό σήμαινε πως δέσαμε χειρόφρενο.
Αμ δεν θα με σκάσεις εσύ σήμερα, άρχισε να μαλώνει ο σοφέρ το όχημα. Εγώ θα σε πάω στον προορισμό μας κι εσύ φάε τα λυσιακά σου Και πατά νευριασμένα δυο μαρσαρισιές ενώ με το κάτω μέρος της παλάμης του, ρίχνει κάτι σαν μπουνιά στο λεβιέ κι η πρώτη αναπαύονταν θριαμβευτικά μέσα στο σασμάν. Το επόμενο κρ κρ κρ κρ κρ όταν ο παλαιστής οδηγός έλυσε το χειρόφρενο δεν πολυακούστηκε γιατί το κατάπιαν οι υψηλές στροφές της μηχανής. Και να που σε λίγα λεπτά το θεριό έκανε στάση στα πρώτα σπίτια της Λούτσας. Στην επόμενη εμείς θα κατεβαίναμε. Η δόλια η μάνα είχε αναλάβει τα παιδιά. Τι κι αν ακούστηκε να λέει εκατό φορές το ‘’συγνώμη θα κατέβω’’ ήταν σαν να μιλούσε σε αγάλματα. Ο πατέρας από πίσω εκμεταλλεύονταν το εκτόπισμα της μάνας με τα δυο παιδιά κι ακολουθούσε με ότι συμπράγκαλα κουβάλαγε κι ο ίδιος.
- Σιγά κυρά μου, μας  ξενύχιασες, είπε νευριασμένα ένας κύριος.
- Καλύτερα να σας ξενυχιάσω, παρά να κατεβώ χωρίς να το θέλω στο τέρμα, αυθαδίασε η μάνα, δίνοντάς του μάλιστα και μια χαριστική βολή.

Και να που φτάσαμε επιτέλους. Εκεί που κατεβήκαμε μας περίμενε ο θείος. Μας σύστησε κουράγιο και ξεκινήσαμε για το "εξοχικό" Μετά από καμιά ώρα ποδαρόδρομο, φτάσαμε. Ερείπια σωστά. Μικροί μεγάλοι σερνόμαστε. Ο θείος όλο καμάρι μας έβαλε στην παράγκα, άλλο ερείπιο κι αυτή. Εδώ δεν είχε περιθώρια για ειδικές κατασκευές. Η φτήνια τρώει τον παρά που λέει κι ο λαός. Άλλωστε τι τα ‘θελε τα μεγαλεία, αφού δεν θα ξεχειμώνιαζε ποτέ εδώ. Καλή σκιά χρειάζονταν και κρύο νερό. Τίποτε άλλο.
- Όλοι οι καλοί χωράνε, μας είπε για να μας φτιάξει τη διάθεση.
Ήταν και ο παππούς εκεί και τα ξαδέλφια και η θεία. Θα μου πεις και το δωμάτιο της αυλής στο σπίτι μας δεν ήταν μεγαλύτερο αλλά μέναμε λιγότεροι. Το βράδυ ο παππούς σηκωνότανε προς νερού του στην ορεινή τουαλέτα και άκουγες.
-Σιγά πατέρα πρόσεξε πού πατάς γαμώ το στανιό μου.
-Παππού με πάτησες κι εμένα, τσίριζε ο ξάδελφος.
Και το πρωί το γέλιο για τα χθεσινά άφθονο. Το εγερτήριο νωρίς-νωρίς σχεδόν υποχρεωτικό. Αντιλαλούσε όλη η πλαγιά κάθε μέρα καθώς μια τρίκυκλη μηχανή, λάφυρο της Γερμανικής κατοχής, ανηφόριζε το λόφο κι ακούγονταν από μακριά μια και μόνο λέξη. 
Πάγοοοοοοοοοος. 
Που την έβρισκε τόση φωνή ο άνθρωπος. Κι όλο το μελισσολόι του οικισμού σαν τους φαντάρους που περνούν να τους επιθεωρήσουν, στέκονταν στις αυλόπορτες. Τα πιτσιρίκια πρώτα απ’ όλα ξεχύνονταν πάνω στον άνθρωπο γιατί τους άρεσε πολύ να χαϊδολογάνε τις κολώνες του πάγου και να γλύφουν μετά τα δάκτυλά τους. Το καλύτερο απ’ όλα όμως ήταν όταν τους επέτρεπε να μαζέψουν τα θραύσματα του πάγου όταν αυτός τον έκοβε σε μικρότερα κομμάτια. Όποιος πετύχαινε το μεγαλύτερο, ποιος τη χάρη του. Το απολάμβανε σαν να έτρωγε την πιο καλή γρανίτα. Γρανίτα από πάγο δηλαδή.
Το πρωινό έμοιαζε σαν όπως κάνουν οι μέλισσες. Πάνε τσιμπάνε και φεύγουνε. Δεν είχε στρωσίδια. Το γάλα ήταν μόνο για τον παππού, κι αυτό που το εύρισκε εκεί στην ερημιά, χαμπάρι δεν πήρα. Για τα πιτσιρίκια, άχνιζε μια καραβάνα με τσάι που σχεδόν κανείς δεν πλησίαζε, αλλά την κομμάτα με το ζυμωτό ψωμί και τη θρυψίνη από πάνω με λάδι και λίγο ζάχαρη ανά χείρας και δρόμο για τα πεύκα. Εκεί οργανώναμε τα παιχνίδια της ημέρας, μέχρι να μας φωνάξουν για να πάμε για μπάνιο. 

Μετά ξεκινούσαμε για μπάνιο.....καλά πήγαινες ξεκούραστος....πώς γύριζες όμως, σέρνοντας.... Στο πήγαινε, κατηφόρα ήτανε κι όλοι μες την τρελή χαρά. Μωρέ καλά τον κατάλαβα εγώ τον παππού την πρώτη μέρα που δεν έλεγε με τίποτα να πειστεί από τα παρακάλια του θείου μας.
- Έλα βρε άνθρωπε, μη με σκας, ο γιατρός είπε πως τα μπάνια θα σου κάνουν καλό, έλα
- Εσύ με σκας γιέ μου. Τα μπάνια μπορεί να με γιάνουν, η ανηφόρα όμως θα με στείλει αδιάβαστο. 
Η πιτσιρικαρία πάντως, όλα τα ‘κανε γιορτή. Από ποια πόρτα δεν περνούσαμε και δεν βγαίνανε να μας δούνε. Μια μέρα όμως άκουσα κάτι και μου κακοφάνηκε.
- Να περνάει ο Καραγκιόζ΄ μπερντές. Αγησίλαε έλα να δεις την παράσταση.
Την επόμενη μέρα κιόλας, πήρα την εκδίκηση μου. Παρατήρησα πως δεν βγήκε κανείς να δει την παράσταση και μ’ ένα σάλτο στη μάντρα, έκοψα ένα μεγάλο τριαντάφυλλο, σαν ήλιος, που το ‘χαν μάλιστα δεμένο το κλωνάρι του στο συρματόπλεγμα για να μην πάση από το βάρος. Το πρόσφερα στην ξαδερφούλα μου που είχε απ’ ότι είχα προσέξει μια αδυναμία σ’ αυτά. Την επόμενη μέρα, η κυρά από τέτοια βγήκε στη βεράντα, αλλά δεν ξανακούστηκε να κάνει σχόλιο. Ότι υπήρχε στο δρόμο και δεν ζύγιζε πάνω από μισό κιλό, το κλωτσούσαμε παρ’ ότι οι μανάδες μας φώναζαν απεγνωσμένα
- Μπα που να σας πάρει ο διάολος. Με τι λεφτά μωρέ θα σας πάρω παπούτσια άμα τα ξεσολιάσετε. Αχ αλίμονο σας, ξυπόλυτα θα περπατάτε κακορίζικα.
Γιατί εδώ που τα λέμε ήθελε πολύ να γίνει το κακό. Εγώ σε λίγες μέρες έμεινα όντως ξυπόλυτος. Επιστρατεύτηκαν κάτι πάνινα σαράντα νούμερα μεγαλύτερο από το πόδι μου και ηρέμισα. Η   κατηφόρα τελείωνε εκατό μέτρα από τη θάλασσα και τελευταίο εμπόδιο ήταν ο δημόσιος δρόμος. Πολλά αυτοκίνητα δεν περνούσαν αλλά αυτά που περνούσαν ήταν δημόσιος κίνδυνος. Εκεί υπήρχε ανασύνταξη δυνάμεων. Για τα μικρά υπήρχε ρητή απαγόρευση. Δεν περνάμε ποτέ απέναντι αν δεν έχουμε συγκεντρωθεί όλοι κι αν δεν ακούσουμε κάποιο σινιάλο, συνήθως του θείου που έπαιζε το ρόλο του. 
Το πέρασμα προς τη μεριά της θάλασσας ήταν η ατραξιόν της Λούτσας. Να μη σας πω πως μερικοί παρατρεχάμενοι των γύρω μαγαζιών πέρνανε θέση κάθε μέρα για να δούνε το σόου. Ο θείος κατ’ αρχάς λες κι ήταν βγαλμένος από Ελληνική ταινία. Είχε εφοδιαστεί για τον σκοπό αυτό μια ναυτική σφυρίχτρα και μ’ αυτή έδινε τα σινιάλα του. Λίγο πριν φτάσουμε στο επίμαχο σημείο απ’ όπου ο Μωυσής θα περνούσε το λαό του προς την Ερυθρά θάλασσα, έβγαζε από το σακούλι του ένα κατακίτρινο παλιό πουκάμισο και το φορούσε γιατί το είχε ακούσει από τους προσκόπους, όταν πήγαινε παλιά, πως πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να φαίνεται, να ξεχωρίζει από τους άλλους. Παρίστανε δε τόσο σοβαρά το ρόλο του που δεν δίσταζε να μαλώνει ακόμα και τη γυναίκα του, αν δεν εκτελούσε σωστά τις εντολές του. Μερικές φορές δε μάλλον σαν να το έκανε κι επίτηδες για να κορδώνεται καταμεσής του δρόμου και να δίνει στους περαστικούς την εντύπωση για το ποιος κάνει κουμάντο εδώ πέρα.
- Βαγγέλη, φώναζε στον ξάδελφο μου, αν σε δω άλλη φορά να απομακρύνεσαι από τη μάνα σου θα σου τα κόψω τα ποδάρια. 
Και δώστου να σφυρίζει και να ξανασφυρίζει μέχρι να περάσει κι ο τελευταίος. Όταν τέλειωνε το πέρασμα έπρεπε όλοι να είμαστε συγκεντρωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον για να μπορέσει να κάνει την καταμέτρηση. Μια μέρα από αυτές που ο παππούς επέλεγε λόγο τεμπελιάς να μην κατέβει για μπάνιο, ήταν αφορμή να του ‘ρθει ταμπλάς του θείου, γιατί είχε την εντύπωση πως του έλειπε από το μέτρημα. Χωρίς να μπει στον κόπο να ρωτήσει τους άλλους που ήδη ξεροστάλιαζαν απέναντι, γιατί ήταν σίγουρος πως ο παππούς σήμερα ξεκίνησε μαζί τους, άρχισε να τον λούζει κρύος ιδρώτας. Πριν αρχίσει να αναστατώνει τον κόσμο αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στον δρόμο που κατέβαιναν μήπως και τον δει να χαζολογάει πουθενά. Πήρε το δρόμο της επιστροφής για πάνω από πεντακόσια μέτρα, άφαντος όμως ο παππούς. Θα του ‘ρθε σκέφτηκε καμιά ζάλη και τώρα  θα τον κουράρουν σε καμιά αυλή ξένοι άνθρωποι. 
- Παππού! Παππού! Άρχισε να φωνάζει. Λεωνίδα βρε Λεωνίδα που είσαι, δοκίμαζε να τον καλεί και με τ’ όνομα του, αλλά πουθενά απόκριση.
Ρώτησε και κάτι κυράδες που άκουσαν τις φωνές και βγήκαν στους μαντρότοιχους και έκαναν χάζι με τον θείο που έκανε σαν αλλοπαρμένος, αλλά σπολλάτη ούτε κι εδώ βρήκε σημάδι από τα ίχνη του παππού.
Μπα που να του ‘μπαινε ο διάολος μέσα του, αύριο κιόλας θα τον κάνω πακέτο και θα τον στείλω πίσω στο σπίτι να κάθεται μόνος του, να βάλει μυαλό ο ξεμωραμένος.
Και συνεχίζοντας πόρτα-πόρτα την αναζήτηση, ξαναβρέθηκε στον κεντρικό δρόμο, εκεί όπου απέναντι περίμεναν καρτερικά οι υπόλοιποι να περάσει κι αυτός για να φτάσουν επιτέλους στις θημωνιές (έτσι τη λέγαν την παραλία στο μέρος που πήγαιναν) και να δώσουν επιτέλους την άδεια στα παιδιά να παίξουν ελεύθερα.
- Έλα βρε Χαράλαμπε, που είσαι. Μια ώρα σε περιμένουμε. Πέρνα από εδώ μα το θεό σήμερα.
Κι αφού δρασκέλισε πεταχτά το δρόμο, ρώτησε ασθμαίνοντας με αγωνία.
- Τι μου φωνάζεις, γαμώ το κέρατο σου κι εσύ. Δεν πήρες χαμπάρι ότι χάσαμε τον παππού, μου φωνάζεις κι από πάνω;
- Ποιόν χάσαμε;
- Τον παππού καλέ, χωρατό μου κάνεις, μπα σε καλό σου, τα νεύρα μου πας να μου σπάσεις σήμερα. Τον παππού, που είναι ο παππούς;
- Ποιος παππούς καλέ, ο παππούς ακόμα θα κοιμάται στο σπίτι. Δεν τον άκουσες που είπε πως δεν θα ‘ρθει σήμερα;
- Σε ποιόν το είπε, γαμώ το κέρατο μου, σε ποιόν;
- Σε μένα, αλλά δίπλα ήσουν δεν άκουσες;
- Το κέρατό μου’ σαν ανέβω επάνω θα τον πνίξω. Άλλη φορά να μάθει να μη μασάει τα λόγια του κάτω από τις μασέλες. Άιντε ξεκουμπιστείτε και προχωράτε.
Και τ’ αρχοντολόι έφτασε επιτέλους για σήμερα στις θημωνιές και τα παιδιά πήραν το ελεύθερο να αρχίσουν το παιχνίδι.

Για τον μπάρμπα Χαράλαμπο το μπάνιο για σήμερα ήταν περιττό. Μετά το χνέρι που έπαθε με τον παππού τα νεύρα του ήτανε στην τσίτα. Απλά πήγε λίγο παράμερα και κολοκάθισε αρχίζοντας να καπνίζει σαν αράπης. Η μάνα μου κι η θειά μου με την αρωγή της  ξαδερφούλας μου, άπλωσαν τα στρωσίδια που έφερναν πάντα μαζί για αυτή τη δουλειά και τοποθέτησαν επάνω τα καλούδια μας για να τσιμπήσουμε κάτι, ειδικά εμείς τα παιδιά, μετά το μπάνιο. Οργανωμένα πράγματα, όχι παίξε γέλασε. Κάναμε κανονικό πικ νικ κι άμα η τσιγκουνιά των γονιών μας είχε εκείνη τη μέρα ρεπό, μας έπαιρναν και κανένα παγωτό. 
Το παιχνίδι στις θημωνιές ήταν για μας τα παιδιά ο παράδεισος. Καμιά σχέση με τις κλασικές παραλίες που ξέρετε. Τέτοιο σκηνικό ούτε σε ταινία δεν το συναντούσες. Κατ’ αρχάς παντού ήτανε άμμος. Τόση άμμο που ρούφηξα εκεί από παιδί που ακόμα και σήμερα άμα τιναχτώ, άμμο θα βγάλω από τα ρούχα μου. Το πλάτος της παραλίας ήταν πάνω από εκατό μέτρα και το τοπίο πουθενά επίπεδο αλλά άνισο αφού κυριαρχούσαν παντού μικροί αμμόλοφοι που στις παρυφές τους ήταν αλμυρίκια, θίνες και κάτι σαν βούρλα. Ένα τοπίο ιδανικό για παιδιά και για ελεύθερο παιχνίδι χωρίς την επιστασία των μεγάλων που με τα πρέπει και τα μη τους καταστρέφουν συνήθως τη μαγεία της περιπέτειας. Το παιχνίδι μας σχεδόν το ίδιο καθημερινά. Οι Γερμανοί με τους Έλληνες, σ´έναν ανελέητο πόλεμο. Μάχες κανονικές σώμα με σώμα και με όπλα κάτι καλάμια που κρύβαμε αφού φεύγαμε στους θάμνους. Το σενάριο πάντα το ίδιο. Αφού καταλαμβάναμε την κορυφή έρποντας, αιφνιδιάζαμε τον εχθρό που αν μας έπαιρνε χαμπάρι αγκαλιαζόμασταν σώμα με σώμα κι έτσι κουτρουβαλώντας από την κορυφή καταλήγαμε κάτω. Αφού επαναλαμβάναμε την ίδια σκηνή άπειρες φορές, αποφασίζαμε να βουτήξουμε στη θάλασσα για να ξεπλυθούμε κιόλας. Μετά πέφταμε με λύσσα στο ψωμοτύρι και τις διάφορες πίτες που μας τρατάριζε η φροντίδα των γονιών μας. Ε λοιπόν πιστέψτε με. Μέχρι σήμερα που έχοντας τον τρόπο, κολύμπησα στις καλύτερες παραλίες της Ελλάδας, τέτοιαν αίσθηση όμως δεν έχω ξανααπολαύσει. 
Μια από τις πιο γλυκές αναμνήσεις εκείνων των παιχνιδιών στην παραλία ήταν και η πρώτη μου αίσθηση από το σμίξιμο και την πρώτη μου επαφή με το γυναικείο σώμα. Ντρέπομαι που θα το πω αλλά η ξαδερφούλα μου ήταν αυτή που με έκανε πρώτη φορά στη ζωή μου να νοιώσω το σκίρτημα, στο πρώτο άγγιγμα, στην πρώτη επαφή. Λίγο μεγαλύτερη από εμένα κι είχε αρχίσει κατά το πρόσταγμα της φύσης να σχηματίζεται σαν γυναίκα και μέσα από το βαμβακερό μπλουζάκι της, άρχισαν σαν μικρά δαμάσκηνα να σχηματίζεται το στήθος της. Προσωπικά εντελώς ασυναίσθητα, έτυχε να είναι αυτή ο εχθρός Γερμανός επάνω στο ύψωμα και βρεθήκαμε να κατρακυλάμε αγκαλιά προς τα κάτω. Φαίνεται όμως πως δεν είχαμε αρκετή φόρα και μετά από δυο κολοτούμπες σταματήσαμε το κατηφόρισμα και νάμαστε η ξαδερφούλα από κάτω ανάσκελα κι εγώ από πάνω της και μάλιστα με τα δυο μου τα χέρια να χουφτώνω τα στηθάκια της.
- Στεφανία μου συγνώμη δεν το ‘θελα
- Ποιο μου απαντά απονήρευτα το κορίτσι
- Τίποτα-τίποτα της λέω και τη βοήθησα να σηκωθεί και να την κατεβάσω από το ύψωμα.
Το βράδυ λίγο πριν κοιμηθώ σκεφτόμουνα την πράξη μου και με κυρίευε μια αίσθηση ντροπής. Την άλλη μέρα όμως διαπίστωσα πως η Στεφανία παρ’ ότι δεν συμμετείχε καθημερνά στο παιχνίδι μας, γιατί κατά κύριο λόγο θεωρούταν παιχνίδι αγορίστικο, λύσσαξε να είναι με τους Γερμανούς και νάσου να επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Κάθε μέρα μέχρι που φύγαμε από τη Λούτσα, η αφεντιά μου με τη Στεφανία σκάλωναν στο ίδιο σημείο. Αλλά και το μυαλό βαθειά σκάλωσε αυτή η ιστορία. Κάποτε εντελώς συμπτωματικά μετά από τριάντα περίπου χρόνια βρέθηκα ακριβώς απέναντι από τις θημωνιές σε μια καφετέρια που είναι εκεί ακόμα και σήμερα. Κι όπως έπινα τον καφέ μου και ρέμβαζα προς τη θάλασσα φυσικό ήταν να θυμηθώ εκείνο το περιστατικό. Στα χέρια μου πήρα το τηλέφωνο και σχημάτισα τον αριθμό της Στεφανίας.
- Έλα μου απάντησε χαρούμενη που με άκουγε.
Πάντα ήμουν η αδυναμία της κι όπου κι αν βρίσκονταν έλεγε για μένα τα καλύτερα λόγια. Μην της πει κανείς για μένα κακό λόγο, σε σκότωνε.
- Μ’ αγαπάς βρε ξαδερφούλα, τη ρώτησα.
- Άκου εκεί, θέλει και ρώτημα. Τι σου ‘ρθε όμως και με ρωτάς;
- Ξέρεις που βρίσκομαι τώρα που μιλάμε;
- Που με ρωτά περίεργα.
- Στη Λούτσα. Πίνω καφέ σε μια καφετέρια απέναντι από τις θημωνιές. Τις θυμάσαι τις θημωνιές;
- Είσαι ένα μεγάλο παλιόπαιδο το ξέρεις; Γιαυτό και θα έχεις πάντα μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου, αγαπημένε μου ξαδερφούλη.

Ο δρόμος της επιστροφής για τη βίλα του θείου δεν είχε καμιά σχέση με την πρωινή κατηφοριά. Αποκαμωμένοι όλοι από τη ζέστη, ντάλα μεσημέρι κι ας ήταν η ώρα τέσσερις με πέντε και καλά μετά από λίγο υπνάκο μετά το μπάνιο, για να μη περπατάμε μεσημεριάτικα. Ποιόν υπνάκο όμως. Παρ’ ότι η παράταση του ωραρίου είχε αποφασιστεί για μας τα παιδιά, μόνο υπνάκο δεν είχαμε. Οι ζουζουνιές και τα πειράγματα δεν έλειπαν ούτε στιγμή. Στο τέλος του δρόμου λίγο πριν στρίψουμε αριστερά ήταν ένα μικρό εκκλησάκι. Εκεί κάναμε την πρώτη στάση για ν’ ανασάνουμε λιγάκι και να πιούμε λίγο νερό από τη βρύση της εκκλησούλας, της Αγίας Κυριακής. Ήταν το έσχατο σημείο που μπορούσε να φτάσει ο πολιτισμός. Λογάριαζε φαίνεται κι αυτός την ανηφόρα και δεν το αποφάσιζε για παραπάνω. Από εκεί και πέρα είπαμε, φως, νερό τηλέφωνο, συνομολόγησαν να απέχουν των δραστηριοτήτων τους για αρκετά χρόνια, στερώντας από τη φτωχολογιά βασικές ανάγκες για την επιβίωση τους. Στην αρχή το νερό μπορεί να έρχονταν έως και καυτό, αλλά έτσι ξεπλέναμε λίγο τα πόδια μας γιατί για μπάνιο και ντουζ στο σπίτι ούτε συζήτηση. Το νερό μας το έφερνε νερουλάς και φυσικά πολυτέλειες για μπανιαρίσματα, ούτε να το φανταστείς. Οι γείτονες συχνά πυκνά μας διαολόστελναν γιατί μετατρέπαμε καθημερινά το χώρο της εκκλησίας σε τόπο αναψύξεος, αλλά και δεν τολμούσε κανείς να τα βάλει με τον θείο μου που έδειχνε από μακριά άνθρωπος δυνατός. Ήταν βάλσαμο στα μέσα της ανηφόρας η Αγία Κυριακή, γιατί από εκεί και πέρα, μόνο δια του μακρόθεν η χάρη της θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Τέρμα τα χαμόγελα κι εμπρός βήμα ταχύ. Κι επειδή όλα τα πράγματα έχουν ένα τέλος η επόμενη απόλαυση ήταν μια βυσσινάδα που μας τρατάριζε όλους η θεία μου κάτω από το μεγάλο πεύκο της αυλής, που σήμαινε το τέλος του μαρτυρίου. Ευτυχώς που λίγη από την αύρα της θάλασσας έπαιρνε κι αυτή την ανηφοριά για να δροσίσει λιγάκι και τη φτωχολογιά πάνω στα φτωχικά τσαρδάκια που ήταν πνιγμένα όμως μες το πεύκο. Μια περίεργη σιωπή απλώνονταν από τις έξη και μετά σ’ όλο το συνοικισμό. Η εξήγηση είναι απλή. Χωρίς τηλεόραση, χωρίς ραδιόφωνα κι εν γένη χωρίς ηλεκτρισμό, οι δραστηριότητες των ανθρώπων λιγοστεύουν. Κάποιες ετοιμασίες γίνονταν από τους μεγάλους για το φαγητό της επόμενης μέρας και τέλος. Μόνο εμείς τα παιδιά σκαρώναμε κάποιες σκανταλιές, γρήγορα όμως μας μαντρώνανε στις αυλές γιατί το βράδυ που πλησίαζε, σκέπαζε εκτός από τον ήλιο και τις ορέξεις των ανθρώπων. 

Μη νομίζετε όμως πως η φτωχολογιά παραδίνεται τόσο εύκολα στα δύσκολα. Πάντα κάποια αφορμή θα βρει για να σπάσει τις σιωπές που μερικές φορές στραγγαλίζουν τον κόσμο. Έτσι και τύχαινε κάποιος να γιορτάζει,  όλος ο συνοικισμός έπαιρνε φωτιά. Καλεσμένοι ήταν όλη η γειτονιά. Βέβαια τα γλέντια γίνονταν τη μέρα, αλλά ήτανε γλέντια με καρδιά. Τα φαγητά και τα μεζεκλίκια που γεύτηκα εκείνη τη χρονιά, δεν τα πέτυχα στη ζωή μου ως σήμερα. Ποια θεία χέρια ετοίμαζαν τέτοιες απολαύσεις. Παρ’ ότι για μας τα παιδιά έμοιαζε να ήταν απαγορευμένη η προσέγγιση στα τραπέζια, συνήθως όμως, λίγο που θα κλέβαμε, λίγο που θα μας έδινε ο παππούς και λίγο από τη μάνα, την κάναμε ταράτσα. Ασε που ήτανε και για μας η ευκαιρία να μεγαλώσει ο κύκλος των γνωριμιών μας με άλλα παιδιά που έμεναν κάπως μακρύτερα από εμάς, μιας  και οι μεγάλοι δεν μας άφηναν να ξεμακρύνουμε με τα παιχνίδια μας σε άλλες γειτονιές. Και ξέρετε ποια είναι η πλάκα τώρα που το σκέπτομαι; Παρ’ ότι σήμερα καραδοκούν χίλιοι κίνδυνοι, ιδιαίτερα για μικρά παιδιά, τότε όλος ο κόσμος κοιμόταν στις αυλές κι είχαν τις πόρτες τους ανοιχτές. Μόνο το άγνωστο είναι αυτό που φόβιζε κυρίως τις μανάδες μας και τσίριζαν τα απογεύματα, εντελώς στα ξαφνικά κι ακούγονταν σ’ όλη τη γειτονιά.
- Βαγγελάκη γύρνα γρήγορα πίσω γιατί άμα σε λάβω, θα σε μεταλάβω. 
Λέγανε βαριές κουβέντες συνήθως οι μανάδες εκείνα τα χρόνια στην προσπάθειά τους να κουλαντρίσουν την αγριάδα των παιδιών τους. Είχαν όμως τόση αγάπη μέσα τους που κανένα παιδί δεν κάκιωνε ποτέ με τις φωνές τους.  Το μεγάλο πανηγύρι όμως γίνονταν το δεκαπενταύγουστο. Στη γιορτή της Παναγίας. Το λένε και σήμερα πως είναι το Πάσχα του καλοκαιριού, αλλά άλλο είναι να το λες και άλλο να το ζεις. Ετοιμασίες δουλειές ασβεστώματα, νηστεία και στο τέλος, ανήμερα δηλαδή, ένα μεγάλο πανηγύρι. Ο θείος μας είχε υποσχεθεί πως αν είμασταν καλά παιδιά, μετά την εκκλησία θα μας πήγαινε στο λούνα παρκ που είχανε στήσει πίσω από την Αγία Μαρίνα στη μεριά της θάλασσας. Ήταν η μοναδική μέρα απ’ όσες έμεινα στη βίλα του θείου, που δεν με κούρασε καν η ανηφοροκατηφόρα από και προς το σπίτι. Εκείνο που φάνταξε στα μάτια μου ήταν ο γύρος του θανάτου. Και μόνο στο άκουσμα της λέξης θάνατος, αγρίευα. Ήθελα όμως τόσο πολύ να το δω από κοντά. Κατάπια όμως την αναπνοή μου όταν κάποια στιγμή μια από τις δυο μηχανές ανέβηκε πολύ ψηλά. Τα ξαδερφάκια μου ξόδεψαν το δικό τους χαρτζιλίκι στις περιστρεφόμενες κούνιες, αλλά εγώ δεν μετάνιωσα για την επιλογή μου.

Στο σπίτι το μεσημέρι όλα ήταν γιορτινά. Τραπέζια στη σειρά με τα καλά τραπεζομάντηλα στρωμένα περίμεναν τα πλούσια εδέσματα να έρθουν. Φτώχεια-φτώχεια αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έλειπε τίποτα. Η παρέα μας είχε αυξηθεί κατά μια οικογένεια. Ήταν καλεσμένοι από το θείο μου. Από την Αθήνα κι αυτοί αλλά από άλλη γειτονία. Το κοριτσάκι που ήρθε μαζί τους, σχεδόν ίσα με την ξαδέρφη μου, μου είπε πως ήταν από το Αιγάλεω και πως δεν ήταν και πάρα πολύ μακριά από τον Κολωνό. Είχε έρθει κανα δυο φορές στα μέρη μας γιατί εκεί μένουν άτομα από το δικό της σόι και θα χαιρόταν πολύ αν τύχαινε να ξανασυναντηθούν.  Τι ήταν αυτό να ξανασυναντηθούν. Τι θέλει να πει το κορίτσι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι. Τι δουλειά έχει ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Και τι να κάνουμε μαζί στον Κολωνό. Να βγούμε στους δρόμους να παίζουμε κυνηγητό; Στον Κολωνό δεν  τα ξέρουμε αυτά. Ρεζίλι θα γίνω στα παιδιά. Μου έλεγε κι άλλα ακαταλαβίστικα για τη  γειτονιά της αλλά δεν την άκουγα καλά γιατί δίπλα μου έπαιζε ένα πικαπ με μπαταρίες, που είχε επιστρατευτεί δεν ξέρω από που και για πολλοστή φορά ακούγονταν ό δίσκος του Καζαντζίδη «έλα βγρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε» ένεκα που ακούγονταν το όνομα του θειού μου, κατάλαβες. Από τότε μέχρι σήμερα γιατί ακόμα ακούγεται αυτό το τραγούδι όταν το ακούω, θυμάμαι με νοσταλγία εκείνες τις θαυμάσιες μέρες α και ακόμα πως το κορίτσι έμενε στου Λιούμη. Έτσι έλεγαν τη γειτονιά της. Τα όσα άλλα μου έλεγε τα σκέπαζε ο Καζαντζίδης. 

Ο δεκαπενταύγουστος σήμαινε για τους περισσότερους και το τέλος του καλοκαιριού. Στις λίγες μέρες που απέμειναν μέχρι το Σεπτέμβριο έπρεπε να ετοιμαστούν πολλά πράγματα στις οικογένειες και πάνω απ’ όλα η επιστροφή των παιδιών στο σχολείο.
Και όμως όταν γυρίζαμε από τις "διακοπές" στην γειτονιά του Κολωνού, είμαστε δακτυλοδεικτούμενοι, γιατί τέτοια χάρη, ποιος να είχε εκείνα τα χρόνια. Ακούς εκεί, μπράβο τους. Διακοπές στη βίλα του θείου. Μωρέ μπράβο τους χίλιες φορές. Εμείς που τέτοια χάρη.

Μαντζούρης Κων/νος
Ιούλιος 2016

22 Φεβρουαρίου 2017

ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΖΩΗ

ΔΙΨΑ ΓΙΑ ΖΩΗ  (Διήγημα)

Πρόλογος
Είναι η ιστορία μιας νεαρής και όμορφης κοπέλας που γεύτηκε τη ζωή χωρίς όρια, χωρίς να λογαριάζει το αύριο.

Αφιερωμένο χαιρέκακα στην παιδική μου φίλη Χαρά, που αδίστακτα προσβάλλοντας με μου είπε μια μέρα ‘’Δεν είσαι δα και κανένας Καζαντζάκης για να διαβάζω ότι γράφεις’’
……………………………………………………………………………………………………………


Η Ηλιάνα ήρθε στη ζωή για να συμπληρώσει την ευτυχία του Στέλιου και της Βαλεντίνης. Το ζευγάρι, κλασική περίπτωση ενός μέσου Έλληνα που αφού κατάφερε να πραγματοποιήσει κάμποσα από τα καθιερωμένα πρέπει στη ζωή τους όπως σπουδές και επαγγελματική αποκατάσταση  στέγασαν τον φοιτητικό τους έρωτα στο άνετο διαμέρισμα που τους παραχώρησαν οι γονείς της Βαλεντίνης, στο Π Φάληρο, που είχε θέα προς τη θάλασσα. 
Στη βάπτιση της μικρής η εικόνα του νεοπλουτισμού ήταν έκδηλη. Στολισμοί ντυσίματα και χαμόγελα διάπλατα σε πρώτο πλάνο. Η βαπτιζόμενη εμφανίστηκε στην εκκλησία πάνω σ’ ένα ηλεκτροκίνητο παιδικό αμαξάκι. Μικρή όμως καθώς ήταν και δεν κάτεχε ακόμα πως να το κουμαντάρει ανάγκασε τον μπαμπά της να εγκαταλείψει το σχέδιο της θεαματικής εισόδου και την πήρε αγκαλιά. Οι καλεσμένοι είχαν την ευκαιρία να διαπιστώσουν ιδίοις ώμασι πολύ καλά ποιος κάνει κουμάντο στο σπίτι. Παππούδες γιαγιάδες νονές και γονείς, έτρεμαν μην κάνει κιχ  το μωρό. Όλοι σκυμμένοι από πάνω της έτοιμοι να πραγματοποιήσουν κάθε τι που θα καθησύχαζε τη νεοβαπτιζόμενη.  Το πόσα ‘’αγκού’’ ‘’θα πάμε ατα’’ ή θα κάνουμε μπλούμ τώρα’’ ακούστηκαν κατά τη διάρκεια του μυστηρίου’ δεν λέγεται και η μικρή να κλαίει ασταμάτητα. Κάποια στιγμή ο παππούς μη αντέχοντας να βλέπει το χρυσούλι του να σπαρταρά στο κλάμα, βγήκε έξω από την εκκλησία γιατί είχε ανάγκη να πάρει αέρα. Η γιαγιά δε παρ’ ότι μεγαλύτερη, λες και δεν έχει ξαναδεί βάπτιση στη ζωή της δοκίμασε μετά το ντύσιμο του μωρού να το πάρει και να πάνε ‘’ατα’’ κι ας περίμενε ο ιερέας να συνεχίσουν το μυστήριο.
Μέσα σε τέτοιο περιβάλλον μεγάλωσε η μικρή Ηλιάνα. Αργότερα, μόλις άρχισε να καταλαβαίνει τον εαυτό της κι αντιλήφθηκε πως ότι ζητήσει, θα σκοτωθούνε όλοι να τις το προσφέρουν, το πράγμα παράγινε.
- Θα της κάνουμε κακό, προσπαθούσε να μεταφέρει την ανησυχία της η Βαλεντίνη στον άντρα της.
- Άντε καλέ, όλα τα παιδάκια έτσι είναι, ζητάνε.
Δεν συμμερίζονταν τους προβληματισμούς της ο Στέλιος. Συνέχιζε να παρέχει στο κορίτσι του ότι της περνούσε απ το μυαλό. Είπαμε πως δεν ήτανε δα και πλούσιοι αλλά το κόστος από τα θέλω της Ηλιάνας άρχισε ν’ ανεβαίνει .
Η Ηλιάνα γιόρταζε τα όγδοα γενέθλια της και στο σπίτι είχανε γιορτή. Όλοι οι καλεσμένοι περίμεναν γύρω στις οκτώ να κόψουνε την τούρτα για να μπορέσουνε μετά από λίγο να φύγουν για τα σπίτια τους και στις υποχρεώσεις τους. Ξαφνικά η Ηλιάνα θυμήθηκε πως στο γάμο που είχανε πάει πριν από δεκαπέντε ημέρες, την ώρα που το ζευγάρι έκοβε την τούρτα, άστραφταν γύρω τους βεγγαλικά.
- Μπαμπά, θέλω να μου ανάψεις βεγγαλικά.
- Που να βρω πουλάκι μου τέτοιαν ώρα βεγγαλικά;
- Δεν ξέρω, θέλω βεγγαλικά αλλιώς τούρτα εγώ δεν σβήνω.
- Θα πεταχτώ εγώ εδώ κοντά, προθυμοποιήθηκε ο παππούς
- Που καλέ τέτοιαν ώρα, μην της ανοίγεις την όρεξη.
- Ξέρω σου λέω εδώ κοντά, άσε θα δεις.
Κι αρπάζει τα κλειδιά του κι εξαφανίζεται. Ο Στέλιος εμφανίζεται στο σαλόνι κι ανακοινώνει στους καλεσμένους του πως θα καθυστερήσουμε λίγο γιατί σας έχουμε μια μικρούλα έκπληξη. Μικρή ή μεγάλη όμως ο κόσμος δυσανασχέτησε γιατί είχε μαζί του μικρά παιδιά που έπρεπε να γυρίσουν σπίτι, και να ετοιμαστούν νωρίς για την επόμενη μέρα. Ο παππούς αργούσε να γυρίσει και τον Στέλιο τον ζώνανε τα φίδια. Η μικρή Ηλιάνα είχε αποκαλύψει το μυστικό της στα υπόλοιπα πιτσιρίκια κι έτσι δεν ήτανε δυνατόν να πιάσει τόπο η τσιμπιά της μαμάς του Αλέξανδρου, που σήμαινε, ετοιμάσου να φύγουμε. Κάποια στιγμή χτύπησε το κινητό τηλέφωνο του Στέλιου. Ήταν ο παππούς.
- Έλα λέγε που είσαι τον ρώτησε με μια ανάσα.
- Άσε μωρέ. Το μαγαζί που ήξερα δεν το πρόλαβα ανοιχτό.
- Ε! έλα πίσω να τελειώνουμε απόψε.
- Περίμενε ντε, μη βιάζεσαι. Βρήκα το τηλέφωνο του και τον πήρα. Όπου να ΄ναι έρχεται. Τα παίρνω και γυρίζω.
Και η ώρα έχει εν τω μεταξύ έχει περάσει κατά πολύ τις εννιά. Η μαμά του Αλέξανδρου δεν αρκέστηκε αυτή τη φορά σε τσιμπιά. Το άρπαξε δυνατά από το χέρι και του δήλωσε πως
- Έτσι και βγάλεις άχνα την έβαψες.
Τα βεγγαλικά ήρθανε τελικά κατά τις δέκα. Στο σπίτι έμειναν μόνο οι στενοί συγγενείς για να απολαύσουνε τάχαμου το θέαμα, κι ας έσερναν από μέσα τους τα εξ αμάξης για το σπάσιμο νεύρων που υπέστησαν σήμερα. Άστραψε και βρόντηξε για μερικά λεπτά η γειτονιά. Ευτυχώς που δεν ήταν μέρα εργάσιμη κι ο κόσμος που γνώριζε τις παραξενιές της οικογένειας έδωσε τόπο στην οργή και δεν βγήκε στα μπαλκόνια να τους βρίζει.

Κάπως έτσι μεγάλωσε το χρυσούλι μας η Ηλιάνα αλλά πολύ αργά κατάλαβαν οι γονείς της ότι ανάθρεψαν μέσα στο σπίτι τους έναν μικρό δικτάτορα. Πάλι καλά που το κατάλαβαν γιατί  υπάρχουν περιπτώσεις που όχι μόνο  δεν το παίρνουνε χαμπάρι αλλά καμαρώνουν από πάνω για το βλαστάρι τους. Η μόνη υποχρέωση που αναγνώριζε η μικρή Ηλιάνα πως χρώσταγε στους γονείς της, ήταν να είναι άριστη μαθήτρια, κάτι που τους έκανε να εξακολουθούν να υπομένουν κάθε παραξενιά της.

Στα δεκαεπτά με δεκαοκτώ της, πήγαινε στην Τρίτη λυκείου κι  ετοιμάζονταν εντατικά για τις πανελλήνιες εξετάσεις. Το μόνο αγκάθι που έκανε την οικογένεια να χάσει τον ύπνο του ήταν πως η μικρή πεταλουδίτσα τους είχε γίνει πια ολόκληρη γυναίκα κι επαληθεύτηκε κάτι που φαίνονταν από χρόνια, πως ήταν υπερβολικά όμορφη. Τα δύο τελευταία χρόνια ο κίνδυνος του «ου μπλέξεις» έγινε βραχνάς και στους γονείς που της το επαναλάμβαναν καθημερινά, αλλά και στην ίδια που βαρέθηκε να το ακούει. Φυσικά και το γνώριζε κι η ίδια κι έμελε στη συνέχεια τη γυναικεία της φύση να την αναγάγει σε εθνικό σπόρ. Τα λούσα που ζητούσε για να καλύψει τις ανάγκες της για να είναι ωραία και μοιραία γυναίκα παντού και πάντοτε, ξεπερνούσαν τις πραγματικές δυνατότητες των γονιών της. Παππούδες και γιαγιάδες δεν ζούνε πια για να συμπληρώνουνε τις επιθυμίες της. Παρ´ όλα αυτά, ότι επιθυμούσε η Ηλιάνα αργά ή γρήγορα το αποκτούσε. Πρώτη απ´ όλους η μητέρα της άρχισε επίμονα να τη ρωτά με ποιόν τρόπο βρίσκει και προμηθεύεται όλα αυτά τα λούσα αφού οι ίδιοι οι γονείς της δεν της έχουν δώσει αντίστοιχα χρήματα. Η απάντηση που έπαιρνε κάθε φορά που το επιχειρούσε ήταν απλή και μονολεκτική. «Δώρα» Έλα που αυτό ήταν που έκανε τη μάνα της να ανησυχεί περισσότερο. Τέτοια ακριβά δώρα πολλοί λίγοι θα μπορούσαν να της κάνουν κι αυτοί σίγουρα δεν θα μπορούσε να ήταν κάποιες από τις φίλες της που ούτε τη δυνατότητα είχαν γιατί τις περισσότερες τις γνώριζε, αλλά και δεν είδε ποτέ της φίλη να αγοράζει στη φίλη πανάκριβα παπούτσια και φουστάνια. Για τις σχέσεις της η Ηλιάνα δεν μιλούσε ποτέ. Είχε μάλιστα εκφράσει αυστηρά προς τους γονείς της πως δεν θέλει να ανακατεύονται στα προσωπικά της. Είναι μεγάλη κοπέλα πια και ξέρει τι κάνει. Έτσι τους έλεγε και τους αποστόμωνε. Σχεδόν κάθε Παρασκευοσαββατοκύριακο εξαφανίζονταν από το σπίτι. Τα ξενύχτια είχαν μπει για τα καλά στη ζωή της κι οι επιδόσεις της στην τρίτη Λυκείου δεν ήταν οι πρέπουσες.
- Ηλιάνα μου, μήπως πρέπει κορίτσι μου να κάνουμε κανένα ιδιαίτερο γιατί δεν σε βλέπω να περνάς στη Φαρμακευτική, προσπαθούσε να την επηρεάσει η μάνα της γιατί το ´βλεπε το κακό να έρχεται και οι κόποι τόσων χρόνων να πηγαίνουν χαμένοι.
- Καλά ρε μάνα, θα δούμε.
- Να το δούμε όμως σύντομα κορίτσι μου πριν να είναι αργά.
Είχε δίκιο η δόλια η μάνα που ανησυχούσε γιατί κακά τα ψέματα μπορεί να ήταν εύποροι ή νεόπλουτοι όπως τους αποκαλούσαν με αρκετή κακεντρέχεια κάποιοι φίλοι, αλλά στηρίζονταν σε δυο καλούς μισθούς και ένα σπίτι, αυτό που έμεναν δηλαδή στο Παλαιό Φάληρο. Αν λοιπόν η Ηλιάνα δεν καταφέρει να σπουδάσει και να γίνει μια μέρα οικονομικά ανεξάρτητη, φίδι που την έφαγε.  Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο αυτό και μόνο ήθελε να της περάσει η μάνα της ή να τη φοβίσει αν θέλετε για τη ζωή της.
- Μίλα της κι εσύ βρε Στέλιο, εμένα δεν με ακούει πια.
- Και ποιόν ακούει Βαλεντίνη μου ετούτο το κορίτσι;
- Αχ αυτή η νεολαία σήμερα. Καμώνεται πως όλα τα ξέρει και στο τέλος το τρώει το κεφάλι της. 
Πες-πες η Ηλιάνα δέχτηκε να αρχίσει να παρακολουθεί ιδιαίτερα εντατικά μαθήματα παρ´ ότι τα οικονομικά των γονιών της τον τελευταίο καιρό δεν πήγαιναν και πολύ καλά. Είχαν βλέπετε κι αυτοί τις αδυναμίες τους κι είχαν ανοιχτεί στα έξοδα, θες με την αγορά σύγχρονου και μοντέρνου αυτοκινήτου, θες με ένα εξοχικό που πάλευε να σκαρώσει τον τελευταίο καιρό, βάλε και τα κοινωνικά  σούρτα φέρτα με εξόδους σε ταβερνάκια, δεν καλύπτονται τόσα έξοδα εύκολα. Τα μαθήματα γίνονταν στο φροντιστήριο για να μην έρχεται ο καθηγητής στο σπίτι και κοστίζει ακριβότερα. Το μάθημα της έκθεσης το έκανε με μια νεότατη κοπέλα, μόλις εικοσιπέντε ετών. Διαπίστωσε πως ταίριαζε σε πολλά μαζί της και από την αρχή προσπάθησε να γίνουνε φίλες, ανεξάρτητα από τη σχέση καθηγητή με μαθητή που τους έφερε κοντά. Εντύπωση της έκανε και της άρεσε πολύ αυτό, το άρτιο και προσεγμένο ντύσιμο της καθηγήτριας της. Κάθε φορά που τη συναντούσε όλο και κάτι εντελώς καινούργιο θα φορούσε, άσε που ήταν άψογη στην περιποίηση από άποψης καλλυντικών.  Η φιλική διάθεση Της Ηλιάνας προς την καθηγήτρια της ήταν μεν αποδεκτή, αλλά η ίδια έδειχνε να βάζει κάποια όρια και επιφυλάξεις. Βγήκαν δυο τρείς φορές παρέα για καφέ, αλλά πάντα έδειχνε βιαστική και αρκετά αρνητική στο να δεχθεί πρόταση για νυχτερινή έξοδο το Σαββατοκύριακο. Στην αρχή σκέφτηκε πως το κάνει ίσως από επαγγελματική ευσυνειδησία, για να μην ξεπεραστούν τα όρια μεταξύ δασκάλου και μαθητή, τόση επιμονή όμως; 

Ο γρίφος πήρε να ξεμπερδεύεται σε μια νυχτερινή έξοδο της Ηλιάνας. Μετά από τη συνηθισμένη διασκέδαση σε γνωστό παραλιακό κέντρο, η βραδιά συνεχίστηκε σε ένα από τα πιο κοσμικά και πανάκριβα ξενοδοχεία των λεγόμενων Βορείων προαστίων. Η συντροφιά της για απόψε ήταν μια από τις τελευταίες της κατακτήσεις, που σίγουρα δεν θα είχε ποτέ τον χαρακτήρα της μακροχρόνιας σχέσης γιατί δεν επέτρεπε ποτέ στον εαυτό της κάτι τέτοιο, γιαυτό άλλαζε τους άντρες σαν τα πουκάμισα που λένε, αλλά φρόντιζε πάντα να είναι παιδιά που δεν είχαν καμιά σχέση με αυτούς που σου προτείνουν «βάζω τα σπίρτα, βάζεις τα τσιγάρα;» και σίγουρα δεν συμβιβάζονταν ποτέ στο να καταλήγει σε μια βρώμικη γκαρσονιέρα για το κλείσιμο της βραδιάς. Στο σαλόνι του ξενοδοχείου βλέπει μπροστά της τη Δώρα την καθηγήτρια της. Μ´ ένα ποτήρι στο χέρι συνομιλούσε σοβαρά μ´ έναν μεσήλικα. Οι δυο κοπέλες σάστισαν όταν συναντήθηκαν. Έκαναν όμως ότι δεν είδε ποτέ η μια την άλλη, πιστεύοντας έτσι πως για απόψε τουλάχιστον θα δεν θα είχε καμιά της την υποχρέωση να δώσει κάποια εξήγηση για την παρουσία τους εκεί, σ´ αυτό το ιδιαίτερο μέρος που σίγουρα δεν είναι, γιατί δεν μπορεί να είναι στις επιλογές αυτών των κοριτσιών με το συγκεκριμένο οικονομικό βαλάντιο. Ναι μεν βρέθηκαν απόψε εκεί με διαφορετικές παρέες έλα όμως που οι συνοδοί τους έδειξαν πως γνωρίζονταν αρκετά καλά μεταξύ τους. Ο καθένας τώρα και από τις δυο παρέες, είχε τους δικούς του λόγους να έχει τις απορίες του.
- Ώστε γνωρίζεσαι με τη Δώρα, ρώτησε ο φίλος της Ηλιάνας. Ε αυτό δεν το περίμενα.
- Και γιατί παρακαλώ δεν το περίμενες; Απάντησε κάπως θυμωμένα η Ηλιάνα.
- Να απορώ στο τι σχέση μπορεί να έχεις εσύ με αυτό το κορίτσι.
- Γιατί που το κακό; Η Δώρα αν θες να μάθεις, μου κάνει ιδιαίτερα στο μάθημα της έκθεσης. Είναι η καθηγήτρια μου. 
- Καθηγήτρια; Ας γελάσω. Πλάκα μου κάνεις; Εκτός κι αν εννοείς καθηγήτρια σε κάτι άλλο, αν αντιλαμβάνεσαι.
- Όχι δεν αντιλαμβάνομαι
- Τότε άστο καλύτερα, ας μην το συνεχίσουμε.
Και πράγματι σταμάτησε την κουβέντα του εκεί, δίνοντας της ένα τρυφερό φιλί στα χείλη μη επιτρέποντας στον εαυτό του πρώτα απ´ όλα να παρασυρθεί από την εικόνα που είδε συναντώντας τη δεσποινίδα Δώρα με τον οικογενειακό του φίλο τον κύριο Τέλη. Αν στον κύριο Τέλη στο κάτω-κάτω του αρέσει να συνοδεύεται από πληρωμένα coll girls με γεια του με χαρά του. Αυτός βρέθηκε στο «Πεντελικό» με το κορίτσι του με το οποίο σημειωτέον ένοιωθε κι αρκετά τσιμπημένος μαζί της κι ας ήθελε αρκετή δουλειά ακόμα για να τιθασεύσει την τρέλα της. Τώρα που το ξανασκέπτεται, διαπιστώνει πως σίγουρα η Ηλιάνα δεν πρέπει να γνωρίζει τίποτα για τη φίλη της γιαυτό καλά θα κάνει να αποφύγει κάθε αναφορά σ´ αυτή. Και πράγματι η βραδιά συνεχίστηκε χωρίς άλλα απρόοπτα. Η Δώρα με τον Αλκη χάθηκαν από το σαλόνι ως δια μαγείας και η Ηλιάνα με το αγόρι της αγκαλιά μπήκαν στο ασανσέρ.

Την επόμενη μέρα για το απόγευμα υπήρχε προγραμματισμένο μάθημα αλλά η Δώρα ειδοποίησε το φροντιστήριο πως ήταν άρρωστη. Παραξενεύτηκε κάπως η Ηλιάνα αλλά το απέδωσε σε σύμπτωση. Την επόμενη όμως που επαναλήφθηκε το ίδιο σκηνικό, οι απορίες της έγιναν βουνό. Δοκίμασε να την πάρει τηλέφωνο για να μάθει αν της συμβαίνει τίποτα, δεν πήρε όμως καμιά  απάντηση παρ´ ότι καλούσε κανονικά. Σήμερα ήταν που άρχισαν κάποια  πράγματα να της φαίνονται όχι μόνο περίεργα αλλά και ανεξήγητα. Αλήθεια τι είδους σχέση μπορεί να είχε η φίλη της με έναν καλοστεκούμενο πενηντάρη στις τρείς τα ξημερώματα σ´ ένα ξενοδοχείο; Κι εκείνο το ειρωνικό σχόλιο από το αγόρι της μόλις άκουσε πως η Δώρα είναι καθηγήτρια, κάτι σημαντικό έκρυβε. Δεν ήθελε να παραδεχθεί με το μυαλό της πως αυτό που άρχισε να υποψιάζεται μπορεί να είναι και αλήθεια.
Την τρίτη μέρα Η Δώρα ήρθε στο φροντιστήριο κανονικά.
- Έλα βρε κορίτσι μου, ανησύχησα για σένα. Που χάθηκες, της είπε η Ηλιάνα την ώρα που την πήρε αγκαλιά.
- Μην ανησυχείς, θα τα πούμε, απάντησε ήρεμα η Δώρα. Έλα τώρα να κάνουμε το μάθημα μας και μετά αν θέλεις πάμε να τα πούμε στο μικρό caffe που είναι εδώ πιο κάτω.
Θα τα πούμε; Και τι ήταν αυτό που υποχρέωνε τη φιλενάδα και καθηγήτρια της να της πει; Δεν άντεχε, έσκαγε από αγωνία. Αν δεν ήταν κάτι σημαντικό, δεν υπήρχε λόγος να της κάνει αυτή την πρόταση. Να δεις πως έχει να κάνει με αυτό που φοβάμαι. Εμ βέβαια. Ένα κορίτσι σαν τα κρύα τα νερά με τον γραβατωμένο κύριο τρείς τα ξημερώματα στο «Πεντελικό», ε, τι κάνει νιάου-νιάου στα κεραμίδια; Κι εγώ ο βλάκας που βιάστηκα να το θεωρήσω σύμπτωση.

Τα δυο κορίτσια ανέβηκαν στο μικρό πατάρι και βρήκαν τραπέζι μπροστά στη τζαμαρία με θέα τον κεντρικό δρόμο. Μόλις ήρθε ο καφές που παρήγγειλαν, η Δώρα άναψε τσιγάρο και πρόσφερε ένα και στην Ηλιάνα. Η Ηλιάνα το πήρε κι η Δώρα κατάλαβε πως ήταν η πρώτη φορά που το δοκίμαζε. 
     -  Ω! Με συγχωρείς κορίτσι μου που σου το πρόσφερα παρ´ ότι ήξερα πως δεν καπνίζεις.
- Δεν πειράζει Δώρα, αργά ή γρήγορα θα το δοκίμαζα. Δεν γίνεται με τη ζωή που κάνουμε εμείς να μην το γευτούμε κι αυτό.

Η Δώρα γέλασε στο άκουσμα της λέξης ζωή. 
- Γιατί γελάς, τη ρώτησε η Ηλιάνα
- Να μου φάνηκε παράξενο. Τι ξέρεις εσύ από ζωή; Είσαι μικρή ακόμα. Νομίζω πως μόλις μπήκες στα δεκαοκτώ.
- Κι εσύ είσαι στα εικοσιπέντε, αντιμίλησε η Ηλιάνα. Δεν απέχουμε και κανέναν αιώνα.
- Όχι κούκλα μου της είπε και την χάιδεψε όντως σαν μεγαλύτερη στα μαλλιά. Επτά χρόνια διαφορά για να ξέρεις είναι ακριβώς το όριο που όπως λένε οι ειδικοί αλλάζει μια γενιά. Εγώ επι παραδείγματι που μπορεί να μην με χωρίζει από εσένα καμιά άβυσσος, έχω τελειώσει τις σπουδές μου και ήδη ανήκω στο εργατικό δυναμικό αυτής της χώρας. Είμαι δηλαδή οικονομικά ανεξάρτητη, αλλά δεν μου λες, ήρθαμε εδώ για να λύσουμε το χάσμα των γενεών;
- Έλα ντε, απάντησε αμήχανα η Ηλιάνα 
- Λοιπόν καλή μου φιλενάδα, εσένα σου χρωστάω μιαν εξήγηση γιατί δεν θέλω να γνωρίζεις για μένα όσα σου λένε οι άλλοι. 
- Ποιοι άλλοι ρώτησε περίεργα η Ηλιάνα. 
- Έλα μη μου κρύβεσαι. Τον είδα εγώ το φίλο σου, πως τον λένε;
- Μάκη
- Τον είδα λοιπόν τον Μάκη πως με κοιτούσε περίεργα και είμαι σίγουρη πως εφ´ όσων γνώριζε τον κύριο Τέλη, θα ξεφούρνιζε και σ´ εσένα τι σόι σχέση μπορεί να είχα εγώ μαζί του.
- Σε πληροφορώ πως κανένας δεν μου είπε τίποτα, ύψωσε λιγάκι τη φωνή της η Ηλιάνα.
Δεν ήταν άλλωστε απαραίτητο. Από μόνη της συνδέοντας το πάζλ είχε ήδη δώσει κάποιες απαντήσεις. Έπρεπε όμως να αβαντάρει το λόγο της φίλης της και να την αφήσει να της αποκαλύψει μόνη της το μυστικό, γιαυτό συμπλήρωσε
- Πίστεψε με καλή μου Δώρα, κανένας δεν μου είπε για σένα. Βέβαια από μόνη μου ακόμα δεν μπόρεσα να καταλάβω τι δουλειά μπορείς να είχες εσύ με αυτόν τον κύριο.
- Άκουσε να δεις Ηλιάνα. Θυμάσαι που με ρώτησες μια μέρα για το πως τα καταφέρνω κι έρχομαι πάντα με καινούργια ρούχα και μάλιστα πρόσεξες πως ήταν όλα από τα πιο ακριβά. 
- Θυμάμαι αλλά τι σχέση έχει.
- Έχει και παραέχει. Μου είπες μάλιστα πως θα το ´θελες κι εσύ πάρα πολύ να είχες αυτή τη δυνατότητα αλλά δεν μπορούσες να γίνεσαι φόρτωμα στο αγόρι σου να σου αγοράζει πανάκριβα ρούχα γιατί θα σε περνούσε για καμιά που πηγαίνει με πλούσιους για αυτόν το λόγο. 
- Άμα θέλουν να έχουν στο πλάι τους κορίτσια πανέμορφα σαν κι εσένα ή σαν κι εμένα ας πούμε, ε ας τις πληρώσουν.
- Άντε γεια σου. Έτσι σκεφτόμουν κι εγώ όταν ήμουν στα δεκαοκτώ. Έλα όμως που το χρήμα κι η καλή ζωή μου έγινε συνήθεια και έφτασα αυτό που είδες προχθές, να το κάνω επαγγελματικά.
- Τι, κατάφερε να ψελλίσει η μικρή. Μη μου πεις ότι πηγαίνεις σε πληρωμένα ερωτικά ραντεβού. Αυτό δεν είναι; Έτσι δεν το λένε;
- Ναι Ηλιάνα μου έτσι ακριβώς. Και τώρα που έμαθες την αλήθεια αποφασίζεις εσύ αν θέλεις ακόμα να είμαστε φίλες, ή όχι.
Η Ηλιάνα δεν κώλωσε ούτε στιγμή και της απάντησε ορθά κοφτά και ξεκάθαρα
- Δεν είσαι με τα καλά σου που θα χαλάσω τη φιλία μας γιαυτό το λόγο. Άλλωστε εδώ που τα λέμε, καλή πουτανίτσα είμαι κι εγώ. 
- Μα τι είναι αυτά που λες.
- Α, μεταξύ κατεργαραίων ειλικρίνεια.
Κι άρχισε να της εξιστορεί τους λόγους και τους τρόπους που την έκανε να επιλέγει τους συντρόφους της τον τελευταίο χρόνο ειδικά. Σιγά μην τους κάνω τη χάρη να κυκλοφορούν με το ωραιότερο τεκνό της Αθήνας, χωρίς κόστος.
- Κορίτσι έτοιμο για όλα δηλαδή. Μου θυμίζεις εμένα στα δεκαοκτώ, στο ξαναείπα.
- Αμέ. Και δε μου λες πως κατάφερες και μπήκες στο κύκλωμα γιατί δεν λειτουργείς μόνη σου, έτσι δεν είναι;
- Ναι ένας πρώην φίλος μου με σύστησε σ´ ένα ειδικό γραφείο που μου κλείνει τα ραντεβού και……
Και στη συνέχεια της ανέλυσε όλες της λεπτομέρειες της δουλειάς αφού δεν είχε πια καμιά αμφιβολία πως η μικρή της φίλη, ήταν πια ένα ώριμο φρούτο, για να περάσει με άριστα στο κλάμπ και να γίνει μια  εξαιρετική συνοδός κυρίων, αποδίδοντας σε αυτήν που βρήκε και συνέστησε τέτοιο κελεπούρι, μια καλοπληρωμένη αμοιβή.

Στις πανελλήνιες εξετάσεις η Ηλιάνα που είχε ήδη τις προδιαγραφές της καλής μαθήτριας πέρασε όπως ήθελαν οι γονείς της στη Φαρμακευτική σχολή της Θεσσαλονίκης. Λαχείο γιαυτήν μεγάλο γιατί θα ζούσε αναγκαστικά μακριά από το σπίτι χωρίς άμεση κηδεμονία. Η Δώρα παράτησε το φροντιστήριο και τα ιδιαίτερα, τα οποία αναγκαστικά έκανε απλά για να έχει μια ασφαλιστική κάλυψη και προϋπηρεσία για το «αύριο» και άρχισε με την Ηλιάνα να κυνηγούν το προσοδοφόρο και χρυσοπληρωμένο «σήμερα». Φυσικά και η Ηλιάνα ούτε που πάτησε καθόλου στη σχολή της και να το ´θελε κάτι τέτοιο δεν ήταν εφικτό, αφού τα ραντεβού που κλείνονταν μέσω του γραφείου που συνεργάζονταν περιλάμβανε και πάρα πολλά ταξίδια. Το δίδυμο Δώρα, Ηλιάνα είχε γίνει το νούμερο ένα στον Βορειοελλαδικό χώρο αλλά και στα γειτονικά κράτη. Τα κορίτσια ήταν σίγουρα από τα πιο ακριβοπληρωμένα coll girls, αλλά όπως λένε και οι Αμερικάνοι (γιατί αν το πούμε Ελληνικά θα μας πέσει λίγο βαρύ), easy come, easy go. Σχεδόν πάντα, έτσι γίνεται σ´ αυτές τις περιπτώσεις. Χλιδάτη ζωή, ακριβά αυτοκίνητα και λούσα, ανέμελα χρόνια χωρίς πρόβλεψη για το αύριο κι ένας κύκλος ζωής που σε αυτόν τον τομέα δεν κρατά πάνω από δέκα με δεκαπέντε χρόνια.
Κάποια στιγμή, τσάκισε ο διάολος το πόδι του και αποκαλύφθηκε το μυστικό για την κρυφή ζωή της Ηλιάνας, που καλύπτονταν πίσω από τις σπουδές στη Θεσσαλονίκη.  Μάλλον φυσικό επακόλουθο ήταν γιατί ήταν τόσες οι ενδείξεις ότι κάτι δεν πάει καλά προς τους γονείς της, που αποφάσισαν οι άνθρωποι να ανέβουν στη συμπρωτεύουσα για να δουν τι συμβαίνει με τη μοναχοκόρη τους. Στη σχολή της δεν την γνώριζε κανείς. Εκεί απλά διαπίστωσαν από τη γραμματεία ότι έγινε η εγγραφή της. Η διεύθυνση κατοικίας που της έδωσαν δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα.
- Έλα να την πάρουμε ένα τηλέφωνο 
- Μα βρε Στέλιο μου σπάνια μας απαντά.
- Αυτή τη φορά θα απαντήσει, θα δεις. Μόνο που δεν πρέπει να της πούμε ότι είμαστε Θεσσαλονίκη.
- Γιατί;
- Έχω το λόγο μου.
Το τηλέφωνο απάντησε στο τρίτο χτύπημα.
- Έλα μπαμπά μου τι κάνεις;
- Καλά κορίτσι μου, που είσαι;
- Τι που είμαι καλέ μπαμπά, Θεσσαλονίκη είμαι.
- Ναι κορίτσι μου. Δε μου λες, μένεις ακόμα εκεί που μας είπες;
- Ναι γιατί ρωτάς;
- Να θέλω να σου στείλω κάποια πράγματα.
- Άσε καλέ, δεν είναι ανάγκη.
- Επειδή είναι και παρά είναι ανάγκη, σου τα έφερα μόνος μου. Είμαστε με τη μαμά σου Θεσσαλονίκη.
- Τιιιιι;
- Να πάρω ένα ταξί και να έρθω στη διεύθυνση που μας είπες;
- Όχι, όχι. Θα έρθω εγώ να σας βρω, που είστε τώρα;
Ο έρημος ο πατέρας δεν μπορούσε να κάνει και τίποτα έτσι κι αλλιώς. Της περιέγραψε το σημείο που βρίσκονταν εκείνη τη στιγμή και περίμενε στην καφετέρια. Περίμενε ν´ ακούσει πολλά από την κόρη του, σίγουρα περίεργα πράγματα, αλλά δεν μπορούσε να πάει ο νους του σε τίποτα συγκεκριμένο. Η Ηλιάνα δεν άργησε να φτάσει. Η αρχική χαρά κι οι αγκαλιές, γρήγορα μετατράπηκαν σε αμηχανία. Κάθε της λέξη έκρυβε αινίγματα και τα πολλά κι αναπάντητα ερωτηματικά, έκαναν τελικά την Ηλιάνα να ξεσπάσει σε αναφιλητά. Έχει μπροστά της τους γονείς της και δεν μπορεί να τους καλέσει σπίτι της αφού έμενε μαζί με τη Δώρα σ´ ένα πολυτελές διαμέρισμα. Η μαμά της η Βαλεντίνη την αγκάλιασε στοργικά.
- Σώπα κορίτσι μου, θα γίνουμε ρεζίλι. Όλοι μας κοιτάζουν. 
Η Ηλιάνα σκούπισε τα μάτια της. Έμεινε πάνω από λεπτό σιωπηλή κι έπαιρνε βαθιές αναπνοές. Έδειχνε καθαρά πως ζορίζονταν να πάρει τη μεγάλη απόφαση, αλλά ακόμα δεν είχε μέσα της ξεκαθαρίσει ποια θα ήθελε να είναι αυτή. Ξαφνικά σηκώθηκε όρθια, πήρε στα χέρια της νευρικά την τσάντα της και τους απήφθηνε μια και μόνο πρόταση. 
- Ακούστε να σας πω. Κάνατε πολύ άσχημα που ήρθατε έτσι στα ξαφνικά Θεσσαλονίκη. Εγώ τώρα θα φύγω και δεν έχω να σας δώσω καμία εξήγηση. Μην ψάξετε να με βρείτε. Πείτε πως η κόρη σας χάθηκε, πείτε ότι θέλετε τέλος πάντων αλλά εγώ δεν υπάρχω. Λυπάμαι που ήρθαν έτσι τα πράγματα. Αυτά δεν τα είχα υπολογίσει. Ξέρω πως είναι σκληρό για εσάς αλλά δεν υπάρχει γυρισμός. Αντίο.
Κι όσο πιο γρήγορα μπορούσε έκανε μεταβολή και χάθηκε από μπροστά τους. ΟΙ γονείς της αποσβολωμένοι δεν πρόλαβαν ούτε να κουνηθούν. Μόλις μυρίστηκαν το κακό που τους βρήκε ήταν πλέον αργά.

Έμειναν στη Θεσσαλονίκη μια εβδομάδα, ψάχνοντας τα ίχνη της. Η περίπτωσή τους όμως, έμοιαζε σαν της γοργόνας που ρωτούσε επίμονα τους περαστικούς αν ζει ο βασιλιάς Αλέξανδρος. Σαν να άνοιξε η γης και την κάταπιε. Πολύ αργά θα μάθουν την αλήθεια αφού θα ξοδέψουν ένα σκασμό λεφτά αναθέτοντας την υπόθεση σε ντέντεκτιβ. Μια έξυπνη κίνηση του ήταν να ελέγξει στο Δήμο που είχαν την οικογενειακή τους μερίδα αν ζητήθηκε κάποιο πιστοποιητικό. Όντως κάτι τέτοιο είχε γίνει γιατί η Ηλιάνα χρειάστηκε να εκδώσει διαβατήριο κι από εκεί (παρ´ ότι απαγορεύεται) βρήκε την πραγματική διεύθυνση κατοικίας που είχε δηλώσει και τα άλλα ήταν εύκολη υπόθεση. Δεν δοκίμασαν όμως να την πλησιάσουν γιατί τους κατατρόμαξαν γνωστοί και φίλοι ότι μέσα σ´ αυτά τα κυκλώματα δρουν μπράβοι της νύχτας, προστάτες, νονοί κι όλος ο παλιόκοσμος.
- Άσε βρε γυναίκα. Μπλέξαμε. Η τύχη μας φύλαξε πικρό ποτήρι να πιούμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα, κατάλαβέ το. Δεν γίνεται να δεχθεί το κορίτσι μας να έχουμε σχέσεις και να εξακολουθεί να κάνει αυτή τη δουλειά. Δεν γίνεται
- Και τι θα κάνουμε Στέλιο μου;
- Βαλεντίνη μη με σκας. Είπα τίποτα. Κάποτε θα το δεις θα γυρίσει με το κεφάλι σκυμμένο. Θα το δεις θα γυρίσει.

Αυτό το κάποτε κράτησε σχεδόν είκοσι χρόνια. Το αστέρι της Ηλιάνας άστραψε, φώτισε, μεσουράνησε και τώρα παίρνει να σβήσει. Στην εποχή της δόξας έφτασε η χάρη της να δραστηριοποιείται ακόμα και στην Ιταλία. Έμεινε άλλωστε εκεί σχεδόν μια πενταετία. Μετά γύρισε και πάλη Θεσσαλονίκη παρά την αντίθετη άποψη της Δώρας που επέμενε να μετακομίσουν στην Αθήνα.
- Μην είσαι χαζή. Τα πόστα στην Αθήνα είναι σίγουρα πιασμένα. Μπορεί να έχει όπως λες  περισσότερες ευκαιρίες αλλά μην ξεχνάς Δώρα μου πως δεν είμαστε πια είκοσι χρονών. 
- Μπορεί να έχεις δίκαιο.
- Και βέβαια έχω. Εδώ μας ξέρουν και οι πέτρες και μην ξεχνάς πως οι Σκοπιανοί έχουν ακόμα πολλά λεφτά να χαλάσουν στην Ελλάδα.
Έτσι εξακολουθούσαν τα δυο κορίτσια να βλέπουν τη ζωή τους. Δεν υπολόγισαν όμως το μαγικό ραβδάκι της που ξέρει να κρατά η άτιμη κι άλλους να τους ανεβάζει στα ουράνια κι άλλους να τους κατεβάζει στα τάρταρα, όπως έλεγε και η χηρευάμενη κυρία, στη γνωστή Ελληνική ταινία. Και το κακό είναι πως δεν κάνει εξαιρέσεις. Έρχεται ξαφνικά κι ακάλεστη χωρίς καν να σου χτυπήσει την πόρτα. Εδώ είμαι σου λέει και θες δε θες, είσαι υποχρεωμένος να ακολουθήσεις τις προσταγές της. 

Για την Ηλιάνα το σενάριο δεν ήταν δα και τόσο δραματικό. Μάλλον φιλικά της φέρθηκε η ζωή. Κανείς δεν μπορεί να πει πως η γέννηση ενός παιδιού είναι ένα δυσάρεστο γεγονός. Κάτω από τις συνθήκες όμως που προέκυψε στη ζωή της Ηλιάνας ήταν τουλάχιστον ξαφνικό κι ανεπάντεχο. 
- Τι θα κάνεις Ηλιάνα θα το κρατήσεις; Τη ρώτησε με πραγματική αγωνία η Δώρα 
Και είχε ιδιαίτερο λόγο η Δώρα να έχει αγωνία για το τι μέλει γενέσθαι, γιατί ας μην ξεχνάμε πως ήταν επτά χρόνια μεγαλύτερη και στην ηλικία που βρίσκονταν σήμερα η ίδια, η δουλειά την είχε ήδη  απορρίψει και είχε από καιρού περιέλθει σε πλήρη αδράνεια. Ζούσε όμως μαζί με την Ηλιάνα κι όταν λέμε «ζούσε» το εννοούμαι απόλυτα, γιαυτό και η πρεμούρα της για τις επιλογές της φίλης της.
- Δεν είμαι ακόμα σίγουρη αλλά τείνω να καταλήξω στην απόφαση να το κρατήσω το παιδί. Έτσι όπως την έκανα τη ζωή μου δε νομίζω να μου συμβεί τίποτα πιο καλό από τη γέννηση ενός παιδιού. 
- Και ο πατέρας του παιδιού ποιος είναι, τον ξέρεις; 
Της έβαλε επίτηδες αυτό το δίλλημα η Δώρα,  γιατί προσωπικά η ίδια προέβλεπε μαύρα σύννεφα στη συνέχεια της δική της ζωής, γιατί αυτονόητο ήταν η συγκατοίκηση να τερματιστεί και θα πρέπει στο εξής να χρειαστεί να ζει με δικούς της πόρους. Ποιους όμως. Αυτούς που κατασπατάλησε στα λούσα και τις ανέσεις. Στο ένα και μοναδικό οικόπεδο που αγόρασε στον Πλαταμώνα να υπάρχει σε ώρα ανάγκης; Θα ήταν αρκετό να το ρευστοποιήσει και να ζήσει; Τι κρίμα. Έτσι καταλήγουν εννέα στις δέκα περιπτώσεις αυτών των κοριτσιών. Θα ακούσεις πολλές από αυτές να αναθεματίζουν τα ομορφοκόριτσα που παρελαύνουν στη λεγόμενη show biz και βρίσκουν τους καλύτερους γαμπρούς κι εξαφανίζονται. Ναι αλλά εθελοτυφλούν και κρύβονται σαν τη στρουθοκάμηλο γιατί ξεχνούν πως αυτά τα κορίτσια δεν ήταν πόρνες πολυτελείας όπως η αφεντιά τους. Μπορεί να κάνουν του κόσμου τις βλακείες τα πλουσιόπαιδα αλλά δεν θα ρισκάρουν να βάλουν στο πλάι τους γυναίκα με τέτοιο παρελθών.
- Μου φαίνεται πως είσαι κουτή, απάντησε κάπως θυμωμένα η Ηλιάνα στη φίλη της. Εσύ μου κάνεις τέτοια ερώτηση; Εσύ;
- Δεν καταλαβαίνω προς τι η απορία; Σε ρώτησα αν γνωρίζεις τον υποψήφιο πατέρα, που το περίεργο;
- Με τόσους ερωτικούς συντρόφους που αλλάζουμε εμείς, που θες να ξέρω; Κι αν θέλεις να μάθεις, δεν με νοιάζει. Καλύτερα έτσι, γιατί δεν δίνω ούτε μια πιθανότητα στις εκατό να γνωρίζω ας πούμε το ποιος είναι και να δεχθεί αυτός ο κύριος να το αναγνωρίσει. Ούτε μια στις εκατό το ακούς;

Νομοτελειακά τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως ακριβώς θα μπορούσε να τα προβλέψει ακόμα κι ένα μικρό παιδί. Το μωρό γεννήθηκε κι ήταν αγόρι. Τα πρώτα έξοδα καλύφθηκαν από τις οικονομίες και με το παραπάνω. Η Ηλιάνα μετακόμισε σε ένα απλό και φτηνό δυάρι, φυσικά χωρίς την μέχρι τώρα μόνιμη συγκάτοικο της τη Δώρα και μια ημέρα των ημερών εκεί που είχε στην αγκαλιά της το μωρό, κάτι ξύπνησε μέσα της και έκανε τη ματιά της να βουρκώσει από δάκρυα. Απέναντί της ακριβώς επάνω στο ψυγείο, είχε κολλήσει μια και μόνη φωτογραφία που είχε από την παιδική της ζωή. Αυτή που την έδειχνε καβάλα σ´ ένα ηλεκτροκίνητο μικρό αυτοκινητάκι την ημέρα της βάπτισής της  και δίπλα της, τον μπαμπά και τη μαμά της. Ποτέ δεν την είχε βγάλει στην επιφάνεια κι αν τύχαινε να τη δει κατά τύχη, απλά τη χάζευε σαν ένα τυχαίο περιστατικό, ακόμα και τη μέρα που σκέφτηκε να την  κολλήσει φάτσα μόστρα στην πόρτα του ψυγείου. Σήμερα όμως η καρδιά της την πλάνεψε. Άφησε την κεκρόπορτα ανοιχτή και πλημύρισε η ψυχή της από συναίσθημα και αναμνήσεις. Σηκώθηκε από τον καναπέ, πήρε τη φωτογραφία στα χέρια της και σαν να κρατούσε το πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή της, μονολόγησε. ¨Αχ βρε μάνα, γιατί να καταντήσουμε έτσι¨ και ξέσπασε σ´ ένα γοερό αναφιλητό, τόσο έντονο που πρώτη φορά στη ζωή της απ´ ότι θυμάται της συνέβαινε κι έτσι όπως ήταν ντυμένη, έγειρε στον καναπέ και την πήρε ο ύπνος. Κοιμήθηκε τόσο βαθειά λες και μόλις είχε λύσει όλα της τα προβλήματα και δεν της απόμεινε τίποτε άλλο από έναν καλό υπνάκο. Από το ανοιχτό παράθυρο, ένα απαλό αεράκι της χάιδεψε τα μαλλιά για να της υπενθυμίσει ότι είναι η ώρα να σηκωθεί. Έφτιαξε καφέ κι άναψε τσιγάρο. Από ώρα τώρα στριφογύριζε μέσα στο μυαλό της μια ιδέα αλλά κάθε λεπτό που περνούσε αυτοαναιρούταν. Έμεινε εκεί για αρκετές ώρες. Άναβε το ένα τσιγάρο μετά το άλλο και το παίδευε σαν να έπαιζε κορώνα-γράμματα. Είχε σχεδόν ξεχάσει ότι είχε ένα παιδί κι έπρεπε να ετοιμαστεί για να πάει να το πάρει από μια φίλη της που της το είχε αφήσει να της το προσέχει για λίγες ώρες με το πρόσχημα ότι δεν αισθάνεται καλά. Τι κι αν το πρωί το είπε αυτό σαν δικαιολογία, απλά γιατί βαριόταν. Τώρα όμως σίγουρα δεν αισθάνονταν καλά μιας κι ένας κόμπος είχε δέσει το στομάχι της κι ένοιωθε απαίσια. Ήταν κι αυτό το κολοτσίγαρο που αντί να το ελαττώσει, του έδινε και καταλάβαινε, που την έκανε να παραπαίει. Πήρε στα χέρια της το ακουστικό και σχημάτισε τον αριθμό της φίλης της
- Έλα Αντιγόνη, κάνε μου μια χάρη.
- Τι είναι κοπέλα μου τι σου συμβαίνει;
- Είμαι κομμάτια. Δεν ξέρω τι με έπιασε. Κάνε μου τη χάρη να κρατήσεις στο σπίτι σου απόψε το μικρό.
- Μη μου στεναχωριέσαι. Εσύ να είσαι καλά, έγινε.
Εντάξει, σκέφτηκε, πάει κι αυτό, τακτοποιήθηκε. Με το άλλο όμως τι θα κάνω; Ακόμα δεν μπορώ ν´ αποφασίσω. Αν είναι να τηλεφωνήσω στη μάνα μου πρέπει να το κάνω τώρα πριν περάσει η ώρα. Μεγάλωσαν πια και λογικό είναι να κοιμούνται νωρίς. Ποιος θα μου πει όμως αν είναι σωστό. Μετά από τόσα χρόνια απουσίας από τη ζωή τους, να τους αναστατώσω ξανά; Το έχω το δικαίωμα; Δεν χρειάστηκε όμως να δώσει απάντηση στον εαυτό της. Σχεδόν αυτόματα κινήθηκε προς το τηλέφωνο και ήδη σχημάτιζε τον αριθμό. Αλήθεια πόσα χρόνια έχει να καλέσει σ´ αυτό το νούμερο. Υπάρχει όμως μέσα της και τον θυμάται όπως θυμάται το όνομα της.
- Εμπρός;
- Μαμά, εγώ είμαι.
Δεν πρόλαβε να συμπληρώσει τίποτε άλλο και μεσολάβησε μια σιωπή που κράτησε πάνω από δέκα δευτερόλεπτα. Η Ηλιάνα σαν να το περίμενε. θεώρησε λογικό επόμενο τη σαστιμάρα της μαμάς της κι όσο γλυκά μπορούσε μετά τη σιωπή, συμπλήρωσε
- Μαμά μου, είσαι καλά;
- Κορίτσι μου, άρχισε να ψελλίζει σιγά-σιγά η Βαλεντίνη.
- Μαμά μου μήπως δεν έκανα καλά; Μήπως δεν έπρεπε να πάρω.
- Μα τι είναι αυτά που λες;
- Ξέρω, έχετε κάθε δικαίωμα να μου κλείσετε την πόρτα. Το ίδιο άλλωστε δεν έκανα κι εγώ και σας πίκρανα τόσο;
- Όχι κορίτσι μου, δεν μας πίκρανες. Άμα γίνεις μάνα, θα καταλάβεις πως το παιδί σου είναι πάντα ο θησαυρός σου κι αυτό δεν αλλάζει ποτέ.
- Μα έγινα ήδη μάνα γιαυτό και βλέπω πια τη ζωή μου με άλλα μάτια. Γιαυτό κι ο λόγος που σας πήρα τηλέφωνο.
Δεύτερη μακρόχρονη σιωπή στη συνομιλία τους. Δεν είναι βλέπεις εύκολο για την έρμη τη Βαλεντίνη να ξαναθυμηθεί μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, το ρόλο της μάνας που επιπρόσθετα πλέον έγινε και γιαγιά.
- Τι μου είπες κοριτσάκι μου; Έγινες μαμά;
- Ναι πάει τώρα πάνω από χρόνος.
- Και……. Να ρωτήσω, αγοράκι ή κοριτσάκι;
- Αγοράκι μαμά κι επέτρεψε μου αν μπορώ μετά από τόσα χρόνια να σου κάνω μια ευχάριστη έκπληξη. Θα το βαφτίσω και θα του δώσω το όνομα του μπαμπά.
- Τι θα πει θα το βαφτίσεις. Μόνη σου θα το κάνεις; Εμείς δηλαδή…….;
- Σώπα-σώπα καλέ. Δεν θα έπαιρνα τηλέφωνο για να σας δώσω ακόμα μια πίκρα. Μαζί θα το βαφτίσουμε, μαζί.
 Τι είναι ετούτο που ζω σήμερα, σταυροκοπιόταν η Βαλεντίνη. Να που και οι μεγαλύτεροι εφιάλτες γίνονται καμιά φορά αγέρας. Φεύγουν ξαφνικά από τη ζωή σου και δεν προκάνουν ούτε την πόρτα να κλείσουν πίσω τους. Είπαν κι άλλα πολλά οι δυο γυναίκες. Μιλούσαν πάνω από μια ώρα στο τηλέφωνο, αφού άμα τις άκουγες και τις κατέγραφες, θα μπορούσες να γράψεις και βιβλίο με τα όσα είπαν. Ρυθμίσανε κι όλες τις λεπτομέρειες για το μετά κι ας μην ήταν παρών ο σύζυγος. 

Μια καινούργια σελίδα άρχισε να γράφεται για την οικογένεια του Στέλιου και της Βαλεντίνης. Η Ηλιάνα μετακόμισε στην Αθήνα και εγκαταστάθηκε σ´ ένα μικρό ημιυπόγειο δυαράκι στο Κουκάκι, κληρονομιά της μαμάς της από τους γονείς της κι αυτό. Στην αρχή όλα πήγαιναν ρολόι. Οι γονείς της Ηλιάνας ξανάνιωσαν. Το εγγονάκι τους χάρισε ζωή. Στη βάπτιση του μικρού Στέλιου το γλέντησαν με την καρδιά τους. Αυτό το νέο ξεκίνημα λειτούργησε σαν βάλσαμο σε όλους. Κάποια απλά πράγματα όμως, κάποιες Κεκρόπορτες που αφήνουμε ανοιχτές στη ζωή μας, λειτουργούν σαν τροχοπέδη και σου μειώνουνε τη φόρα που σου είναι απαραίτητη για να κάνεις το άλμα.  Όση αγάπη κι αν είχανε να δώσουν ο Στέλιος και η Βαλεντίνη στην κόρη και το εγγόνι τους, μάλλον δεν ήταν αρκετό για να καλύψουν και τις πραγματικές ανάγκες για την επιβίωσή τους. Βλέπεις ο Στέλιος δεν ήθελε με τίποτα να αφήσει τη γυναίκα του να δουλέψει όταν την πρωτογνώρισε και φυσικά δεν δούλεψε ποτέ της, ώστε να έχουν σήμερα μια βοήθεια στα οικονομικά τους. Η Ηλιάνα από τη μεριά της, η πρώτη, η άριστη μαθήτρια, δεν πήρε τελικά κανένα πτυχίο και τώρα με ένα μωρό στην αγκαλιά δεν είναι δυνατόν να ελπίζει σε κάποια εργασία. Με αυτά τα δεδομένα αποδεκατίστηκαν και οι όποιες μικρές οικονομίες τόσο της μικρής όσο και των γονιών της. Όταν ήρθε δε και η ώρα της συνταξιοδότησης του Στέλιου, τα πράγματα έγιναν έως και τραγικά.
- Τι θα κάνουμε βρε γυναίκα, τι θα κάνουμε;
- Σώπα Στέλιο μου, σώπα, έχει ο θεός.
- Τι έχει ο θεός βρε γυναίκα, όλες το ίδιο λέτε. Εγώ λύση γυρεύω κι άσε το θεό στην άκρη.
- Φοβάμαι κορίτσι μου μήπως το παιδί μας, διαισθανόμενη το πρόβλημα κάνει καμιά καινούργια κουταμάρα. Να το ξέρεις ε, κάτι τέτοιο αυτή τη φορά δεν θα το αντέξω.
- Σώπα Στέλιο μου, μη μου πάθεις τίποτα, σώπα και θα δούμε.

Η λύση βρισκόταν στη διπλανή πόρτα από το δυαράκι της Ηλιάνας στο Κουκάκι. Τον λέγανε Λευτέρη. Από τη μέρα που εγκαταστάθηκε η κοπέλα εκεί, του Λευτεράκη του τρέχανε τα σάλια. Μπορεί οι μετοχές της Ηλιάνας για τη δουλειά που έκανε να είχαν αγγίξει το μηδέν, δεν έπαυε όμως να είναι μια δίμετρη υπέροχη σαραντάρα που έκανε στράκες σαν έβγαινε στην αγορά. Μια σαραντάρα όμως άνεργη και ανεπάγγελτη και  με τις ευθύνες ενός παιδιού αγνώστου πατρός. Κακές, πολύ κακές περγαμηνές για να ελπίζει σε κάποια μελλοντική σχέση ή γάμο με υποψήφιο γαμπρό καλύτερο από έναν Λευτέρη. Ο Λευτέρης, μοναχογιός κι αυτός, τη βόλεψε καλά μέχρι τα σήμερα. Ξεκοκάλιζε τρείς μισθούς, τον δικό του, διόλου ευκαταφρόνητο αφού ο πατέρας του τον έχωσε αμέσως μετά το στρατιωτικό του, στον ΟΤΕ και τους μισθούς των δυο γονιών του αφού οι έρημοι δεν ζούσαν για τίποτε άλλο από το να βλέπουν τον κανακάρη τους να περνά καλά. Κι αφού λοιπόν περνούσε ζωή και κότα ο Λευτεράκης, απέφευγε όπως ο διάολος το λιβάνι να βάλει νταλκά στη ζωή του και να παντρευτεί. Μετά όμως από τον απροσδόκητο χαμό και των δυο του γονιών, προσγειώθηκε για τα καλά και στα πενήντα πέντε του, μεστό γεροντοπαλίκαρο πια, κούρνιασε κι αυτός στο δυαράκι των γονιών του. Ο ερχομός της Ηλιάνας, έδωσε κίνητρο στη ζωή του. Όλη η γειτονιά τον είχε πάρει χαμπάρι πως έλειωνε για πάρτη της. Είχε γίνει που λένε, το γιουσουφάκι της. Η Ηλιάνα, όχι πως το έκανε επίτηδες κι εκμεταλλεύονταν την καλή του διάθεση αλλά, ο Λευτεράκης ήταν τόσο πρόθυμος και καταδεκτικός που δεν σου άφηνε περιθώρια να αρνηθείς την προσφορά του. Είχε ρίξει άγκυρα για τα καλά μέσα στα πόδια της κοπέλας και σε μερικές περιπτώσεις που οι περιστάσεις το έφερναν έτσι, όπως πχ όταν για κάποιο λόγο η Ηλιάνα έπρεπε να απουσιάσει για ώρες έριχνε και κανέναν υπνάκο στον καναπέ της για να προσέχει το παιδί. Και κατά τον ρουν των γεγονότων όπως λέει και η γνωστή ατάκα του ελληνικού κινηματογράφου, έπρεπε ο Λευτεράκης να πάρει μια μεγάλη απόφαση για τη ζωή του και αυτόν τον προβληματισμό ούτε που σκέφτηκε να τον μοιραστεί με κανέναν άλλον εκτός από την Ηλιάνα. Όχι πως δεν είχαν ξαναβγεί παρέα είτε σε κανένα ταβερνάκι είτε για να δουν κάποια θεατρική παράσταση, αλλά τώρα ίδρωνε στη σκέψη μήπως για ασήμαντο λόγο του αρνηθεί την πρόταση για γεύμα και μάλιστα σε λουσάτο ρέστωραντ στο Τουρκολίμανο. Σκόπιμα της απέκρυψε τον προορισμό και επικέντρωσε την πρόταση απλά στο να δεχθεί να βγούνε μια βόλτα. Ο σκοπός επετεύχθηκε και η έξοδος ορίστηκε για τις εννιά, αφού ο μικρός θα παραδίδονταν για φύλαξη στους γονείς της. 
- Που πας από εδώ. Τι δουλειά έχουμε στο Τουρκολίμανο;
- Σώπα. Σήμερα θα μας κάνει το τραπέζι ο ΟΤΕ
- Τι παλαβά είναι αυτά; Είσαι με τα καλά σου;
- Σώπα  είπααααααα, θα δεις.
Κάθισαν ακριβώς δίπλα από το κύμα. Μια βαρκούλα ένα μέτρο στο πλάι τους, λικνίζονταν στο αμυδρό κυματάκι του Φαλήρου, σαν να τους γνέφει σαγηνευτικά να την πάρουν και να τους πάει βαρκάδα γύρω-γύρω στο μικρό λιμανάκι, απόψε ειδικά που είχε και πανσέληνο. Η Ηλιάνα γατούλα από τα παλιά, άρχισε να υποψιάζεται πως κάποιο ειδικό λόγο είχε απόψε αυτό το τελετουργικό. Μπορούσε ακόμα να ορκιστεί πως κατάλαβε με ακρίβεια το τι «θέλει να πει ο ποιητής» Αυτό όμως που τη ζόριζε, ήταν πως δεν ήταν καθόλου προετοιμασμένη για να απαντήσει, για να μην κάνει βιαστικά άλλο ένα λάθος στη ζωή της. Ο Λευτέρης, δεν άργησε μετά την παραγγελία που έδωσαν στο γκαρσόνι να πάρει το σοβαρό του ύφος, πρωτόγνωρο στα μάτια της Ηλιάνας, αφού συνέχεια στο σπίτι με κάτι αστεία, πολλές φορές άνοστα, έκανε αισθητή την παρουσία του.
- Σου αρέσει εδώ Ηλιάνα μου, σου αρέσει;
- Ωραία είναι Στέλιο μου αλλά…..
- Πολύ ωραία. Μείνε όμως εσύ στο Στέλιο μου και σε παρακαλώ πολύ άσε τα άλλα.
- Εντάξει, να μείνω όπως είπες στο Στέλιο μου, κι ο λόγος όμως;
Επίτηδες έδωσε την ατάκα αυτή στον Στέλιο καθώς έμπειρη όπως ήταν δεν ήθελε να τον βλέπει να τον λούζει κρύος ιδρώτας τον έρμο. Τι έμεινε λοιπόν. Να συμπληρώσει μετά την τελευταία λέξη της Ηλιάνας τον πραγματικό λόγο που τον έκανε να οργανώσει αυτό το ακριβοπληρωμένο τετ-α-τετ. Ο Λευτέρης όμως, άρχισε πάλη να απεραντολογεί και να προσπαθεί να πιάσει το μίτο της Αριάδνης από την αρχή, σαν τον μεθυσμένο που δεν βρίσκει το σωστό κλειδί για να ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του. Η Ηλιάνα παραιτήθηκε από κάθε προσπάθεια στο να τον βοηθήσει να επανέλθει η συζήτηση, εκεί που πρέπει. Μαθημένη από ατέρμονες συζητήσεις, και μ´ ένα ποτήρι κόκκινο κρασί στο χέρι, έχει ακούσει (τρόπος του λέγειν δηλαδή) του κόσμου τις ιστορίες. Από ερωτικές και γλυκανάλατες ερωτικές εξομολογήσεις μέχρι ιστορίες για αγρίους. Το ίδιο έκανε και τώρα. Πήρε το ποτήρι της με το κρασί στο χέρι και το ρουφούσε γουλιά-γουλιά. Ο Λευτέρης είχε την εντύπωση πως τον κοιτούσε στα μάτια. Που να ´ξερε όμως ο δόλιος πως το αντικείμενο του πόθου του, η ματιά της Ηλιάνας στην προκειμένη περίπτωση, χάνονταν πίσω από την ιδρωμένη φατσούλα του, πέρα προς τη θάλασσα, εκεί που κάποιος ιδιοκτήτης θαλαμηγού, εδώ και αρκετά λεπτά, ετοίμαζε το σκάφος του για απόπλου. Μα κι η καρδιά της Ηλιάνας, έτοιμη να σαλπάρει ήτανε. Είχε κι αυτή κάποτε όνειρα που παρ´ ολίγο κάποιο να το πραγματοποιήσει. Ξεκίναγε κάπως έτσι, λύνοντας τους κάβους από κάποιο λιμανάκι στη Μπολόνια της Ιταλίας. Με τον καπετάνιο του καραβιού σκόπευε να τον κάνει καπετάνιο στην καρδιά της, έτσι και πιάνανε Ελλάδα. Το γραμμωμένο κορμί του παλληκαριού που έλυνε τα σχοινιά, της θύμιζε εκείνον, τον Εντζο, και η φωνή του, τι κρίμα που δεν μπορούσε να ακούσει και τη φωνή του αφού τη σκέπαζε η εναγώνια προσπάθεια του Λευτέρη που πάσχιζε να φέρει την κουβέντα εκεί που ήθελε.
- Ηλιάνα, δεν ξέρω αν το έχεις καταλάβει, αλλά είμαι ερωτευμένος μαζί σου, κατάφερε να ψελλίσει ο Λευτέρης πάνω που δευτερόλεπτα πριν  η Ηλιάνα αναπολούσε στο μυαλό της την πρόταση του Εντζο όταν της είπε  ‘’Θέλω να γίνεις γυναίκα μου’’
Σωστό βραχυκύκλωμα θόλωσε τα μάτια και τη σκέψη της κοπέλας. Το σκαρί άρχισε σιγά-σιγά να βγαίνει από το λιμάνι αλλά η Ηλιάνα συνειδητοποιούσε πως έπρεπε το δικό της, να το δέσει καλά στο αγκυροβόλιο γιατί άλλα ταξίδια δεν θα κάνει πια. Όχι δεν είναι μια παραίτηση σκέφτηκε. Ίσως τα άλλα που έζησε να ήταν ουτοπίες. Και τι απέμεινε τέλος πάντων από όλο αυτό το παραμύθι; Και γιατί χρειάζεται σήμερα ένας Λευτέρης για να φέρει τα πράγματα στη σωστή τροχιά; Ποιος πανούργος σεναριογράφος κρατούσε ρόλο για το τέλος για έναν Λευτέρη; Το σενάριο αυτό έπρεπε να είχε κλείσει με Happy end, εκεί στη Σαντορίνη, στη δική τους Ιθάκη όπως την αποκαλούσε το πριγκιπόπουλο του παραμυθιού, για να κάνει τη Σταχτοπούτα του να κοντεύει να τρελαθεί από την έπαρση. Αν τέλειωνε εκεί η ιστορία λοιπόν, δεν θα χρειάζονταν να πάρει μετά από τρείς μέρες το αεροπλάνο για Θεσσαλονίκη και δεν θα έφτανε σήμερα να βιώνει την απέλπιδα προσπάθεια του Λευτέρη, που εδράζονταν στην προσπάθεια να ξεστομίσει επιτέλους την πρόταση.
- Ηλιάνα, θέλεις να με παντρευτείς;
Το ποτήρι της έχει αδειάσει από ώρα. Έγνευσε στο Λευτέρη να της το γεμίσει. Αυτός αμήχανα υπάκουσε και το της πρόσφερε. 
- Στην υγεά σου, του λέει όσο πιο απλά μπορούσε. Σαν να μιλούσε σε ένα φτερό που θα πέταγε μακριά, αν του μιλούσε πιο δυνατά.
- Δεν θα μου απαντήσεις, παραπονέθηκε σαν μικρό παιδί ο Λευτέρης.
- Στην υγειά μας, του ανταπάντησε και του πρότεινε για τσούγκρισμα το ποτήρι. Κι εκεί που τα ποτήρια συναντήθηκαν, του έπιασε το χέρι και του το έσφιξε. 
Τη βόλεψε αυτή η κίνηση. Δεν ήθελε με τίποτα στον κόσμο να επισφραγιστεί αυτή η ιδιότυπη σχέση με φιλί. Με φιλιά και αγκαλιές είχε στο παρελθόν γιορτάσει αμέτρητες ιστορίες που χάθηκαν όμως όλες σαν τον άνεμο στο διάβα του χρόνου. Άλλωστε κακά τα ψέματα, έχει αρχίσει να συνειδητοποιεί ότι από κάποια χρόνια και μετά αυτά που σου μένουν να κάνεις, δεν μπορεί να είναι ακόμα νέο ξεκίνημα αλλά ξεκαθάρισμα λογαριασμών και ρύθμιση εκκρεμών υποθέσεων. 

Θα πάρει καιρό, η χαραμάδα που άνοιξε στον Λευτέρη να γίνει πόρτα ανοιχτή. Κακά τα ψέματα και δεν είναι ο πρώτος στο ντουνιά ο Λευτεράκης που πρέπει να περιμένει πότε το ψυχρό ναι, θα δώσει όλα αυτά που απαιτεί μια σχέση, για να ζήσει και να πάψεις να λαμβάνεις υπ όψιν σου ότι τόσοι και τόσοι άλλοι, έπαιρναν αυτό που ήθελαν, εν μια νυκτί. Αλλά και για πολλούς άλλους, ο χρόνος είναι απαραίτητος για να αντιληφθούν τι ακριβώς άλλαξε μετά την πρόταση γάμου. Ας πούμε ο Στέλιος με την Ισμήνη. Ένα περίεργο χαμόγελο έμεινε ζωγραφισμένο στα χείλη τους. Πιο περίεργο κι από αυτό της Τζοκόντας. Ο γυρισμός του παιδιού σου στο σπίτι δεν είναι δα κάτι το ασήμαντο. Είκοσι χρόνια ήταν αυτά. Είκοσι χρόνια που ούτε ο θάνατος δεν προκαλεί τόση θλίψη. Και τώρα, το παιδί τους, το σπλάχνο τους, μ´ ένα εγγονάκι, να παιχνιδίζει μέσα στα πόδια τους, που να το κατατάξεις τέτοιο συναίσθημα; Στη χαρά ή στη λύπη; Σχεδόν κάθε βράδυ στην κρεβατοκάμαρα, εκεί που ο κοσμάκης εξομολογείται τα μυστικά του άλλοτε στον θεό ή στο σύντροφό αν η χημεία τους το επιτρέπει, ο Στέλιος αναρωτιόταν.
- Θα βγει σε καλό βρε γυναίκα ετούτη η ιστορία;
- Θα βγει Στέλιο μου, απαντούσε η μάνα που πάντα μόνο το καλό ονειρεύονταν και ποτέ το κακό. Και γιατί δηλαδή, προκομμένο παιδί ο Λευτέρης. Τίποτα δεν θα της λείψει, γιατί εδώ που τα λέμε εμείς  οι τρείς σε λίγο δεν θα μπορούμε να έχουμε ούτε τα απαραίτητα.
- Για μια εξασφάλιση δηλαδή να σκλαβωθεί το παιδί μας βρε γυναίκα; Εμείς για μια εξασφάλιση παντρευτήκαμε Βαλεντίνη μου; Κι ο έρωτας; Αυτός είναι που μας κρατάει τώρα στα γεράματα ορθούς, ο έρωτας. Το παιδί μας χωρίς αυτόν πως θα ζήσει;

Έτσι το έβλεπε ο Στέλιος αλλά δεν το ομολογούσε πουθενά. Μόνο στη γυναίκα του και μόνο στην κρεβατοκάμαρα, πουθενά αλλού. Φως φανάρι ήταν άλλωστε και η πεσμένη αυτοπεποίθηση της Ηλιάνας. Από εκείνη την μέρα δυο εικόνες γυρίζουν ατέρμονα στο μυαλό της και διχάζουν τη σκέψη της. Η μια είναι το τσούγκρισμα και το ‘’Στην υγειά μας’’ με τον Λευτέρη και η άλλη το ταξίδι με το κότερο στη Σαντορίνη. Δυο εικόνες που σηματοδοτούν δυο κόσμους διαφορετικούς, αλλά τόσο απόμακρους τον έναν από τον άλλον. Σαν να λέμε η ανατολή με τη δύση κι άιντε εσύ να βρεις ποιος είναι ο σωστός για να διαλέξεις και να τον διαβείς. Η ζωή όμως δεν περιμένει. Παίρνει σαν δεδομένο την πρώτη σου άποψη και προχωρά ακάθεκτη. Δεν κάνει διάλογο μαζί σου, τρέχει μπροστά. Ακόμη κι εσένα θα προσπεράσει. Γιατί βιάζεται τόσο πολύ, κανείς δεν ξέρει. Δείχνει πάντως πως θέλει να ξεμπερδεύει μ´ αυτό το ταξίδι, από το μαιευτήριο, μέχρι τον Αχέροντα ποταμό. Αλλιώς δεν εξηγείται. 

Για πότε ο Λευτέρης έγινε ο κύρης του σπιτιού, κανείς δεν το πήρε χαμπάρι. Έγινε βέβαια και ο γάμος, αλλά έτσι όπως έγινε, πέρασε στα ψιλά που λένε. Ένα απογευματάκι Παρασκευής, με μόνο διάκοσμο μια ανθοδέσμη με ζουμπούλια κι ένα κλασικό, εντάξει, ωραίο ντύσιμο της νύφης, στην Αγία Αικατερίνη στην Πλάκα, έκλεισε και το τυπικό μέρος της υπόθεσης. Η καθημερινότητα δέρνει τώρα αλύπητα και τους τέσσερις αντάμα αφού ο καθένας με τη σειρά του έκρυψε κάτω από το χαλί ότι παράταιρο δεν ταίριαζε με αυτή την ιστορία. Τι να λέμε τώρα ότι ο έρωτας του ζευγαριού ξεχείλιζε από τα παντζάκια ή ότι ο Στέλιος με την Βαλεντίνη δεν γνώριζαν πως αυτή η αγάπη στεγάστηκε κάτω από μια τρύπια ομπρέλα. Και θέλετε την αλήθεια παρακαλώ. Περισσότερο τους φόβιζε πιθανή αντίδραση της κόρης τους, παρά από τον γαμπρό τους τον Λευτέρη. Αυτός παραδόθηκε ψυχή τε και πνεύματι κι έκανε ότι μπορούσε για να περνά καλά η πριγκηπέσα του. Ακόμα και δεύτερη δουλειά βρήκε για να μη τους λείψει τίποτα. Κι όπως ήταν φυσικό. Όπως δηλαδή συμβαίνει εννέα στις δέκα παρόμοιες περιπτώσεις, η άλλη πλευρά, δεν θα συμβιβαστεί με την ιδέα ότι θα μεγαλώσει, με την αγάπη που του αξίζει βέβαια, ένα παιδί που δεν γεννήθηκε από το δικό του DNA. Η γέννηση ενός δικού του παιδιού μπαίνει πάντα ως απαράβατος όρος για να μη φανεί κιόλας πως ο άνθρωπος παραδόθηκε αμαχητί. Η Ηλιάνα δεν είχε με το μέρος της καμία μα καμία δικαιολογία να το αρνηθεί κι έτσι ένα γλυκύτατο κοριτσάκι προστέθηκε σε λίγους μήνες στο πάζλ. Όλοι όσοι παροικούσαν τούτη την Ιερουσαλήμ, θαύμαζαν την προκοπή και τον ήσυχο βίο του ζευγαριού. Τι περίεργο με αυτά τα κριτήρια που βάζει ο λαός στις λαϊκές γειτονιές και όχι μόνο. Όποιος δεν ακούγεται, όποιος δεν φαίνεται να κυκλοφορεί στο πέρα δώθε της γειτονιάς, όποιος με λίγα λόγια ζει αναμεταξύ μας σαν να μην υπάρχει, είναι ο καλύτερος άνθρωπος. Το καλύτερο όνομα στη γειτονιά, για να μην πούμε ότι μέχρι που τους ζήλευαν κιόλας. 

Ο Λευτέρης είχε σκαρώσει μαζί με τον πεθερό του ένα ωραίο καρότσι που έφτιαχνε μαλλί της γριάς και ο Στέλιος με κάτι γλειφιτζούρια, όργωναν όλα τα πανηγύρια του νομού Αττικής στην αρχή κι αργότερα η χάρη τους επεκτάθηκε και παραπέρα. Γιαυτό που να ακουστεί στη γειτονιά. Σαν πως ήτανε καθόλου στο σπίτι του. Τις καθημερινές δεν άφηνε υπερωρία για υπερωρία στην υπηρεσία του και τα Σαββατοκύριακα στα πανηγύρια. Η Ηλιάνα μουρμούραγε συχνά πυκνά αλλά τα επιχειρήματα του Λευτέρη ατράνταχτα.
- Κοίτα βρε κουτό πόσα βάλαμε στην τράπεζα.
- Τι να το κάνω ρε Λευτέρη. Εγώ εδώ μαραζώνω. Δυο παιδιά, σπίτι, και κλεισούρα.
- Υπομονήηηηηη. Σε κάνα δυό χρόνια ακόμη που θα χτίσουμε το εξοχικό μας, θα είσαι όλη μέρα στη θάλασσα. 
- Καλά Λευτέρη. Ζήσε Μάη μου που λένε.
Και κύλαγε ο χρόνος ήσυχα, αλλά βαριεστημένα. Η μόνη σκιά που τσίγκλαγε τον Λευτέρη ήταν η μονίμως επαναλαμβανόμενη φράση της γυναίκας του, αυτό το ‘’ρε Λευτέρη’’. Θα ήθελε ο έρμος να ακούσει και κάτι διαφορετικό στις προσφωνήσεις της, κάτι πιο ερωτικό, αλλά μάταια. Προσπάθησε να της το απαγορεύσει αλλά διαπίστωσε ότι μάλλον την εξαγρίωνε και με το θάρρος που είχε αποκτήσει ήδη μαζί του προστίθονταν με τον καιρό κι άλλα ‘’Γαλλικά’’ μαργαριτάρια κι έτσι έδινε τόπο στην οργή. Το πήρε χαμπάρι και η μάνα της και της χωνότανε αρκετά συχνά.
- Μωρή μη του μιλάς έτσι του ανθρώπου. Άντρας σου είναι, μπα σε καλό σου
- Κάνεις λάθος μάνα. Αν ήταν άντρας μου, σήμερα θα ήταν εδώ να πάμε καμιά βόλτα. Εγώ δεν παντρεύτηκα το εξοχικό στη Σαλαμίνα που θέλει να αγοράσει αυτός για να μονάσει όταν βγει στην σύνταξη.
Κι έτσι σταγόνα-σταγόνα το ποτήρι γέμιζε από φαρμάκι. Η εκτόνωση βρίσκονταν στα ατέλειωτα τσιγάρα κι σε τηλεφωνήματα με τις ώρες, τα περισσότερα σε μια φιλενάδα από τα παιδικά της χρόνια που πρόσφατα το έφερε η τύχη να μένουν κοντά. Καλός καψοκαλύβας και ε λόγου της, παντρεμένη με παιδιά, από το πρωί μέχρι το βράδυ επιδίδονταν οι δυο τους σ’ ένα ανελέητο κουτσομπολιό βοτάνι και διέξοδος στην πλήξη τους, που δεν ήταν δυνατόν να εκφραστεί με κάτι ουσιαστικό και πολιτισμένο. Κατάντια με λίγα λόγια. Το σπίτι στη Σαλαμίνα, δεν άργησε να τελειώσει. Μάλλον το χρειάστηκε πρώτη για να μονάσει η κυρία Ηλιάνα παρά ο σύντροφος της όπως της άρεσε να τον κατηγορεί. Κι επειδή εκατό μέτρα πιο κάτω αγόρασε και η κολλητή της, επενδύοντας το εφ’ άπαξ του συζύγου της, προφανώς μετά από υπόδειξη της Ηλιάνας, το ντουέτο της συμφοράς έριξε τώρα άγκυρα στο νησί. Η επένδυση στα γλειφιτζούρια και το μαλλί της γριάς, έφεραν κι άλλους μόνιμους παραθεριστές στη Σαλαμίνα, τους γονείς της Ηλιάνας, ευτυχώς όχι σε εκατό μέτρα απόσταση αλλά σε μια λογική ακτίνα, ώστε να παρατάνε εκεί τα παιδιά και να παίρνουν τους δρόμους. Οι δυο κυρίες το έπαιζαν επαναστάτες χωρίς αιτία αλωνίζοντας την περιοχή, ειδικά τα καλοκαίρια, που κοιμόντουσαν σε όποια παραλία ξέπεφταν, μιας και τα χρόνια τότε ήσαν πιο αθώα και ο φόβος ανύπαρκτος. Όχι πως οι κινήσεις τους έκρυβαν κάτι το πονηρό, κάθε άλλο, αφού ο έρωτας και για τις δυο κυρίες, έχει ρίξει προ πολλού άγκυρα και δεν τις απασχολούσε πια ούτε στα όνειρα τους. Η κυρία Μαίρη, σύζυγος αξιωματικού της πυροσβεστικής υπηρεσίας, εξαργυρώνει τώρα την αγάπη της στον κατά δέκα χρόνια μεγαλύτερο σύντροφό της, που της  παρείχε εξασφάλιση, κι ένα καλό όνομα στην κοινωνία κι ας αντικατέστησαν κι οι δυό τους κάθε μορφή του έρωτα με την έννοια ‘’Έλα μωρέ, αρκεί να περνάμε καλά’’ Η Ηλιάνα είχε πιο βαθιές αιτίες για να βάλει νωρίς-νωρίς ταφόπλακα στον έρωτα. Πρώτα-πρώτα δεν ήταν ο Λευτεράκης η αβίαστη επιλογή της. Ήταν (κι ας μη το κατάλαβε από την αρχή) το διαμέρισμα για να στεγάσει αυτή και το παιδί της, το ασφαλιστικό της βιβλιάριο που της εξασφάλιζε ισοβίος υγειονομική περίθαλψη. Ήταν η ίδια της η επιβίωση, γιατί αν έφευγαν μια μέρα από τη ζωή οι γονείς της, τι θα γινόταν; Αυτός ο συμβιβασμός καταρράκωνε την προσωπικότητα της γυναίκας και σιγά-σιγά ακόμα και η μικρή συμπάθεια που έτρεφε τουλάχιστον στην αρχή στο πρόσωπο του Λευτέρη, γινόταν μίσος που της έκαιγε την καρδιά.
- Αμ θα σου τον κάνω εγώ τον κύριο Λευτέρη, να λέει το Δεσπότη Παναγιώτη, εκμυστηρευότανε στη φιλενάδα της.
 Φυσικά, αυτή που τη γνώριζε καλύτερα από τους άλλους και ήξερε όλα της τα μυστικά, δεν παραξενευότανε καθόλου που άκουγε τη φιλενάδα της να διανθίζει πια το λόγο της με όλο και περισσότερες περιθωριακές εκφράσεις. Αυτό το γλυκό κορίτσι εκφράζεται πια με μια επιθετική μαγκιά που καμιά σχέση δεν έχει με ότι γνώριζε κανείς από το παρελθών. 
- Γιατί βρε Ηλιάνα μου τον θάβεις έτσι τον άνθρωπο. 
- Άσε βρε, το Βούδα, που θέλει να έχει στο κρεβάτι του δυο μέτρα γυναίκα. Πολύ του πέφτω.
- Ε ας μην έπεφτες τότε που σε ζήτησε σε γάμο. Φταίει κι από πάνω δηλαδή;
- Μαιρούλα, άιντε να μη σε πάρει ο διάολος κι εσένα τώρα, άιντε.
- Μωρή, άντε σταμάτα. Εμένα ο δικός μου έχει να μου πει ‘’σ’ αγαπώ’’ προ αμνημονεύτων ετών κι εσύ μου τρώγεσαι;
- Βρέ άντε παράτα μας και μη με συγχύζεις.
Κι έτσι πέρναγε ο καιρός στοιβάζοντας μέρα με τη μέρα, όλο και περισσότερο πλήξη που στραγγάλιζε κάθε ελπίδα να ξημερώσει ένα αύριο, καλύτερο από το χθες. 

Έχουν περάσει πάνω από δέκα χρόνια από αυτόν τον περίφημο γάμο κι αυτό το δίμετρο κορίτσι, όπως αυτάρεσκα της άρεσε να αυτοχαρακτηρίζεται, έγινε μια κακάσχημη πενηνταπεντάρα, δίμετρη μεν, αλλά όπως λέει ο λαός, ‘’ψηλή κι άχαρη’’ Η ίδια η ζωή, σαν να την πέρασε από δίκη, όπου καταδικάστηκε να της αφαιρεθούν όλες οι χάρες και η ομορφιά, που της είχαν απλόχερα χαρίσει στα νιάτα της. Ακόμα κι ο Λευτεράκης, έπαψε να ασχολείται μαζί της. Αυτόν θα τον συναντήσεις εκεί στο εξοχικό στη Σαλαμίνα να παιδεύεται άνευ λόγου και αιτίας με μαστορέματα, με τον κήπο του, με ένα ασταμάτητο ράβε ξήλωνε σε κατασκευές και στην αποθήκευση κάθε χρήσιμου ή άχρηστου υλικού που είχε κατακλέψει από τότε που εργάζονταν στον ΟΤΕ. Σήμερα του είναι όλα αχρείαστα αλλά σύμφωνα με τη δική του λογική, βάλτο κάπου γιατί δεν ξέρεις, κάποτε μπορεί να χρειαστεί. 
Η εποχή των παχιών αγελάδων έχει τελειώσει και σήμερα ακόμα και η προμήθεια ενός πακέτου με τσιγάρα επίσημα έχει απαγορευτεί από τον άντρα του σπιτιού, τη μόνη άλλωστε πηγή εσόδων που υπάρχει. Το τι κατάρες όμως έχει εισπράξει αυτό ο άνθρωπος γιαυτό το λόγο, δεν μπορείτε να φανταστείτε.
- Άκου τον κοντοπίθαμο που θα μου απαγορεύσει εμένα να καπνίζω. Μωρέ θα τονε πνίξω κάνα βράδυ εκεί που κοιμάται. Δεν κατάλαβε καλά με ποια έχει να κάνει.
- Σίγουρα όχι με αυτή που κάποτε της ζήτησε το χέρι για να την παντρευτεί, πήγε να την πειράξει η Μαιρούλα για να εισπράξει μεγαλοπρεπός ένα
- Αι στο διάολο κι εσύ. Βαλτή είσαι;
Κι έτσι σιγά-σιγά το δηλητήριο που άφηνε να στάζει στην καρδιά της χωρίς εδώ που τα λέμε κανείς να την πειράζει, χωρίς κάτι να της πηγαίνει αρκετά στραβά, έγινε μίσος αβυσσαλέο, που έπρεπε να πάρει εκδίκηση. Κάτι έπρεπε να κάνει για να πετάξει από πάνω της αυτή τη στιγμή αδυναμίας στο να δεχθεί αυτόν το γάμο που της μαράζωσε την ψυχή και να νοιώσει όπως παλιά, ελεύθερη και κυρίαρχος του εαυτού της. Για να το κάνεις όμως αυτό πρέπει να έχεις μια κάποια δύναμη δική σου για στήριγμα και η Ηλιάνα δεν φρόντισε ποτέ να προσφέρει στον εαυτό της αυτή την απαραίτητη πηγή ενέργειας. Καλά ήτανε τα χρόνια της νιότης, αλλά αυτά δεν εξασφαλίζουνε τα γηρατειά. Τον τελευταίο καιρό μια αμυδρή ελπίδα φωτός άρχισε να φαίνεται από το βάθος του μυαλού της. Κι αυτή η σανίδα σωτηρίας λέγονταν, Στέλιος ο νεότερος. Ο γιός της δηλαδή, που παλληκαράκι πια, γύρω στα είκοσι, μετά από διετή φοίτηση στη σχολή εμποροπλοιάρχων, μπαρκάρισε σε ένα  μεγάλο καράβι. Καθημερινά σχεδόν, μέσω Skype, είχε επικοινωνία μαζί του και ήταν αυτό η νέα της ενασχόληση που της γέμιζε την κάθε μέρα. Έκοψε και την καλημέρα με την φιλενάδα της τη Μαίρη. Της έφτανε που επικοινωνούσε με τον γιό της. Δεν θα είχε κλείσει ο μικρός ένα χρόνο στα καράβια κι ενημερώνει τη μάνα του πως μέσα στο καράβι γνώρισε μια μικρή που είχε την ειδικότητα του ασυρματιστή και πως σκέφτονται να εγκατασταθούν στον Άγιο Δομίνικο πατρίδα καταγωγής της κοπέλας.
- Και πως θα ζήσετε γιέ μου στον Άγιο Δομίνικο. Απ’ όσα γνωρίζω, είναι μια πολύ φτωχή χώρα. Τι θα κάνεις εκεί
- Έχει μάνα τον τρόπο της η οικογένεια. Θα μας βοηθήσουν.
- Καλά γιέ μου. Να προσέχεις και να με ενημερώνεις.
- Ναι μαμά, μην ανησυχείς.
Για άλλο όμως ανησυχούσε η μαμά όμως. Να βρει την ευκαιρία να επισπευτεί τον Άγιο Δομίνικο και να μην ξαναγυρίσει στην Ελλάδα.
- Στέλιο μου τι λες θα τα καταφέρουμε;
- Θα έλεγα πως σε χρειάζομαι κιόλας. Ο πεθερός μου θα μας ανοίξει μια μικρή επιχείρηση που ασχολείται με τον τουρισμό. Λίγο πριν από τα εγκαίνια, θα είσαι εδώ.
Τότε ήταν που ξαναθυμήθηκε τη φιλενάδα της τη Μαίρη. Αλλού πουθενά δεν είχε μούτρα να ζητήσει δανεικά για τα ναύλα της μιας κι ο γιός της δεν είχε ακόμα τίποτα στα χέρια του.
- Τι λες βρε φιλενάδα, θα το κάνεις το ψυχικό; Χίλια πεντακόσια ευρώ θέλω, θα τα βολέψουμε;
- Δηλαδή αν θα τα βολέψω εγώ παλιοκαθίκι ρωτάς και μη λες αν θα τα βολέψουμε. Τι να σε κάνω όμως, το αίμα νερό δεν γίνεται αν και δεν ταιριάζει στην περίπτωση, αλλά να δω τι θα κάνω. Δεν σε αντέχω άλλο.
Σε ένα μήνα η Μαιρούλα έστειλε μήνυμα στην Ηλιάνα πως την καλεί για καφέ.
- Μωρή παλιορουφιάνα, δεν το περίμενα πως θα τα καταφέρεις να μου βρεις τα λεφτά.
- Καλά τότε μην τα παίρνεις
- Δεν είσαι καλά. Και μην την είδατε την Ηλιάνα από τη Σαλαμίνα.
Μέσα στον επόμενο μήνα η Μαιρούλα αποχαιρετά με δάκρυα στα μάτια τη φιλενάδα της στο αεροδρόμιο. Εκτός από τη συγκίνηση της στιγμής δεν παρέλειψε να της υπενθυμίσει
- Και πρόσεξε καλά παλιορουφιάνα. Αν δεν μου στείλεις γρήγορα τα λεφτά πίσω, θα έρθω στον Άγιο Δομίνικο να σε γαμήσω.
Ένας τελευταίος ασπασμός ήταν αυτός που επισφράγισε τη συμφωνία και η Ηλιάνα χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου.

Από τις πρώτες ημέρες της άφιξης της εκεί τα μαντάτα που μετέφερε στη φίλη της, πάντα μέσω skype, ήταν ευχάριστα.
- Να δεις Μαιρούλα μου ομορφιές άλλο πράμα. Σε λίγο θα γίνουν και τα εγκαίνια μιας μικρής τουριστικής μονάδας και αντίο φτώχια. Μεγάλο τυχερό ο γιός μου Μαιρούλα, πολύ μεγάλο.
- Μωρή στείλε μου εμένα τα χίλια πεντακόσια που μου χρωστάς και τα άλλα φάτα μόνη σου.
- Μόνο αυτά, κι άλλα τόσα για να έρθεις να μείνεις εδώ όσο θές. Καληνύχτα και σ’ αγαπώ πολύ.
Πράγματι τα πράγματα πήγαιναν πάρα πολύ καλά. Έγιναν και τα εγκαίνια και η Ηλιάνα είχε αναλάβει ως υπεύθυνη να διαχειρίζεται την καθαριότητα του συγκροτήματος. Μες την τρελή χαρά που λέτε, ώσπου εντελώς ξαφνικά το skype ούτε  καλούσε αλλά και ούτε δεχότανε κλήσεις. Η Μαίρη είχε απογοητευθεί. Το απέδωσε όμως στον ωχαδερφισμό της φιλενάδας της, που μπορεί και να ντρεπότανε να επικοινωνήσει λόγω του γνωστού χρέους γιαυτό έκοψε κάθε επαφή. Αναζήτηση πληροφορίες από τους γονείς της που είχε χρόνια να τους δει, αλλά εκτός αυτού πληροφορήθηκε και το χαμό του μπαμπά της πριν από τρεις μήνες, για την Ηλιάνα όμως και τον εγγονό της, της είπε ότι συνέβη και με αυτούς ακριβώς το ίδιο πράγμα.

Θα είχε περάσει κανένα εξάμηνο από την τελευταία επικοινωνία. Ένα βράδυ μια κλήση μέσω skype αναβόσβησε στην οθόνη του υπολογιστή της Μαιρούλας και εμφανίστηκε η συμπαθέστατη φατσούλα της γυναίκας του Στέλιου από τον Άγιο Δομίνικο. Η Μαίρη δεν μπόρεσε να συνεννοηθεί μαζί της. Τσάτρα πάτρα όμως με τα ανύπαρκτα Αγγλικά της κατάφερε να την πείσει να την καλέσει ξανά σε μια ώρα, για να έχει μαζί της τον γιό της, για να καταλάβει τι γίνεται. Όντως σε μια ώρα η μικρή ξανακάλεσε. Ο Λεωνίδας, ο γιός της Μαιρούλας, έμεινε με το στόμα ανοιχτό με αυτά που άκουγε. Από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού η μικρή με τη χαρακτηριστική ψιλή φωνή, για ένα τέταρτο της ώρας μιλούσε ακατάπαυστα και μόνη της. Στο τέλος έστειλε χαιρετίσματα στην κυρία Μαίρη και έκλεισε. Από την περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η Μαίρη περίπου είχε καταλάβει τι είχε συμβεί αλλά ζήτησε από τον γιό της να της περιγράψει από την αρχή, τι κατάλαβε από όσα του είπε. 
‘’Λοιπόν, ξεκίνησε ο Λεωνίδας, ακούστε τι μου είπε. Πράγματι όλα πήγαιναν μια χαρά ώσπου μια μέρα, η πιο άτυχη στη ζωή της και για αυτή αλλά και για τον άντρα της τον Στέλιο, στις 17 Απριλίου, ο Στέλιος με τη μαμά του, έπρεπε να πεταχτούν με το αυτοκίνητο στην πόλη για να ψωνίσουν. Στο δρόμο, κάποιο έντομο μπήκε στα μάτια του Στέλιου και δεν ήταν σε θέση να οδηγήσει. Η μαμά του χωρίς να εκτιμήσει τις συνέπειες, μπήκε στη θέση του οδηγού και συνέχισαν. Βέβαια εδώ σ’ αυτή τη χώρα δεν έχει μαζί της κανένα δίπλωμα οδήγησης ή και να είχε δεν ίσχυε. Για κακιά τους τύχη λίγο μετά, εμπλέκονται σε τροχαίο. Ευτυχώς πέρα των άλλων χωρίς τραυματισμούς. Η έλλειψη όμως διπλώματος ανάγκασε την αστυνομία να τους μεταφέρει στο τμήμα. Αυτό όμως που ήταν η καταστροφή μας ήταν το εξής παράδοξο. Την επόμενη ημέρα το πρωί, τους ανακοινώνουν οι αστυνομικοί, ότι στο αυτοκίνητο τους βρέθηκε αρκετή ποσότητα ναρκωτικών και θα δικαστούν με αυτόφωρη διαδικασία. Στη δίκη όσο κι αν ισχυρίστηκαν ο Στέλιος με την Ηλιάνα ότι δεν είχαν ιδέα για το πώς βρέθηκε αυτή η ποσότητα των ναρκωτικών στο αυτοκίνητο τους, δεν έγιναν πιστευτοί και καταδικάστηκαν με δέκα χρόνια ο καθένας κι οδηγήθηκαν στη φυλακή. Εκτός από το κράτος όμως, δεν τους πίστεψαν ούτε οι γονείς της που δεν έβλεπαν με καλό μάτι τελευταία τις κινήσεις του Στέλιου και σχεδόν καταναγκαστικά υποχρέωσαν την κόρη τους, να ζητήσει διαζύγιο. Κι έτσι βρίσκονται αυτή τη στιγμή στη φυλακή, χωρίς τη συμπαράσταση κανενός. Τελευταία μετέφερε μια ύστατη παράκληση της Ηλιάνας να μη μαθευτεί το γεγονός στους γονείς της, αλλά και σε κανέναν. Εγώ όμως έκρινα πως τουλάχιστον σε εσάς, που σας είχε αδυναμία, έπρεπε να τα πω’’

Σε δέκα χρόνια ποιος ζει, ποιος πεθαίνει, πρόλαβε να ψελλίσει η Μαιρούλα και χάθηκε σαν αστραπή στο μέσα δωμάτιο για να κλάψει με την ψυχή της αυτό το άδοξο τέλος της φίλης της Ηλιάνας.

Μαντζούρης Κων/νος
Φεβρουάριος 2017