ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

3 Μαΐου 2018

Όσοι ανήκετε σε αυτές τις ηλικίες θα καταλάβετε

Όσοι ανήκετε σε αυτές τις ηλικίες θα καταλάβετε...


«H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε...
Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή, περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να...μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.
Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.. Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους.
Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».
Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά..
Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα.
Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.
Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..
Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει.
Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάζαμε τα κόκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους».
Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου.
Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε. Ποτέ δεν πηγαίναμε κλαίοντας στις μανάδες μας για να της πούμε «Μαμά τα παιδιά μου κάνουνε bulling» Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο.
Δεν θυμάμαι ποτέ η μανούλα μου να βγει έξω να με αναζητήσει ή αν έκανε αυτό το λάθος μου φώναζε από μακριά «αχ αμα σε πιάσω, θα σε μεταλάβω»
Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντας μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstation, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους.. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε..
Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.
Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση.
Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο!
Πώς τα καταφέραμε;
Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη.
Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι.. Τι φρίκη! Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ..
Και ξέρετε και κάτι ακόμα. Παρ’ ότι εμείς είμασταν τα αληθινά παιδιά του δρόμου, όχι δεν γίναμε αλήτες, κάπνιζε που και που κανένας κανα τσιγαράκι αλλά ως εκεί. Τα ναρκωτικά τα μάθαν άλοι πολύ αργότερα.
Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας « ; ) : D : P ».
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια!
Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...»!

28 Απριλίου 2018

ΣΗΜΕΡΑ Η ΜΕΡΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ

ΣΗΜΕΡΑ Η ΜΕΡΑ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΣΑΝ ΤΙΣ ΑΛΛΕΣ
(ΑΦΗΓΗΜΑ)

Σήμερα είχαμε ημιαργία στη δουλειά. Ετσι είναι στο Δημόσιο. Πετάμε τη σκούφια μας για κοπάνα. Σαν πως θα μείνει η παραγωγή στη μέση. Ευκαιρία να βρούμε και αναρτούμε στην κεντρική είσοδο “Εξυπηρέτηση πολιτών για σήμερα μέχρι τις 12.”

Βρίσκομαι στο γραφείο μου κι είμαι έτοιμος να τηλεφωνήσω στη γυναίκα μου και να την ενημερώσω πως σήμερα θα επιστρέψω στο σπίτι νωρίτερα. Πάνω που σήκωσα το ακουστικό, κάτι άστραψε μες το μυαλό μου και με έκανε να ακυρώσω την αρχική μου απόφαση. Γιατί να γυρίσω σπίτι σκέφτηκα; Είκοσι χρόνια τώρα το ίδιο σκηνικό. Χτύπημα κάρτας στις τρεις και το πολύ τρείς και μισή είμαι στο σπίτι. Το τραπέζι στρωμένο, ηθική υποχρέωση της συζύγου προς τον εργαζόμενο σύζυγο μιας και είχαμε την πολυτέλεια να μην είναι απαραίτητο να εργάζεται και η ίδια. Ας είναι καλά οι γονείς μου, που έκαναν το σκατό τους παξιμάδι, με το συμπάθιο, και έχουμε εμείς σήμερα και σπίτι να μείνουμε αλλά και κανα νοίκι να εισπράττουμε. Ένα τσιγάρο στη βεράντα μετά το φαγητό γιατί στα καθώς πρέπει σπίτια ποτέ δεν καπνίζουμε μέσα μην πάθουνε τίποτα τα κάδρα και η κουρτίνα που ακριβοπληρώσαμε γιατί να πεις για παιδιά ούτε κουβέντα αφού δεν πήγε από θεού να αποκτήσουμε. Ύπνος μετά μέχρι τις έξη και το βραδάκι κλασικά, τηλεορασίτσα καμιά επισκεψούλα ξανά τηλεορασίτσα και νανάκια. 

Δεν ξέρω γιατί όλα αυτά σήμερα μου κάτσαν στο στομάχι κι έπρεπε να εξιλεωθώ χαρίζοντας στον εαυτό μου μια μέρα διαφορετική από τις άλλες. Σαν να θελα να σπάσει το κακό σπυρί, κάνοντας μια μικρή επανάσταση. Σήμερα δεν θα  γυρίσω στο σπίτι νωρίτερα. Σήμερα θα χαρίσω στον εαυτό μου μια βόλτα στην Αθήνα. Αλήθεια πόσα χρόνια είχα να το κάνω. Όσες φορές το πρότεινα στη σύζυγο μου το έβρισκε πολύ ανιαρό και απορρίπτονταν. 

Ήμουν από τους πρώτους που ξεμύτισαν από την υπηρεσία στην οποία εργαζόμουν. Δώδεκα και ένα λεπτό περπατούσα στον δρόμο. Από την οδό Ηπείρου διάλεξα να κατηφορίσω την Αχαρνών. Το βήμα μου ήταν αργό και νωχελικό. Σίγουρα δεν βιαζόμουνα να φτάσω πουθενά. Ευκαιρία ήταν άλλωστε ότι άφηνα ξωπίσω μου βιαστικός τις άλλες μέρες για να προλάβω το χτύπημα της κάρτας, να το δω σήμερα με άλλη ματιά. Σε μια βιτρίνα ενός παλαιού επιπλοποιείου, μαραγκούδικο όπως το έλεγαν παλιά μου τράβηξε την προσοχή μια ξύλινη καρέκλα με κάθισμα από ψαθί. Ο ιδιοκτήτης του που νόμισε πως ήρθε ο πελάτης της ημέρας με καλοδέχτηκε στην πόρτα μένα πλατύ χαμόγελο και με ρώτησε αν θέλω κάτι. Τι να κάνω έκανα πως ενδιαφέρομαι να μάθω την τιμή της. Άρχισε τα παζάρια και με ξενέρωσε. Από τα τριανταπέντε ευρώ το κατέβασε από μόνος του στα είκοσι. Του υποσχέθηκα πως θα το σκεφτώ και ξεκόλλησα. Στο τέλος της Αχαρνών έστριψα δεξιά  προς Μεταξουργείο και σε λίγο βρέθηκα μπροστά από το θέατρο Βέμπο. Και να θελα να προσπεράσω, μια παλιά φωτογραφία σαν να με τράβηξε από το μανίκι. Ίσως να ήταν και από την ίδια την παράσταση που είχα δει  πολλά χρόνια πριν. Μου το είχε υποσχεθεί ο πατέρας μου με τόσο κομπασμό, σαν να μου χάριζε τον ουρανό με τ´άστρα. Λαϊκή απογευματινή κι ήταν Τετάρτη απόγευμα. Τώρα γιατί σώνει και καλά να έχει και το προσωνύμιο της λέξης “Λαϊκή” δεν το κατάλαβα ποτέ μου. Σήμερα ο όρος εξαφανίστηκε, ίσως γιατί εξαφανίστηκε και η λαϊκή τάξη. Έπαιζε ο Κώστας Χατζηχρήστος. Αυτόν θυμάμαι βασικά αλλά το γέλιο που κάναμε, το θυμάμαι ακόμα. Τι ωραίες εποχές. Η γενιά μου είχε την τύχη να προλάβει τα μεγαλύτερα ονόματα στις τέχνες και στα γράμματα που μεγαλούργησαν μετά τον πόλεμο. Σήμερα δεν υπάρχει κανείς. Όχι πως δεν υπάρχει θέατρο στις μέρες μας αλλά να εκείνο τον καιρό μπορούσε και η θεία μου να πάει να δει θεατρική παράσταση. Σήμερα η τέχνη έγινε πιο σοφιστικέ, πιο κουλτουριάρικη και δεν αγγίζει τις λαϊκές μάζες, αλλά είπαμε η λαϊκή τάξη έχει πλέον εξαφανιστεί.
Ανεβαίνοντας την Αγ Κωνσταντίνου θυμήθηκα το Αστυνομικό τμήμα που ακόμα λειτουργεί εκεί στο ίδιο σημείο. Υπάρχει κάτι έντονα συγκινησιακό που με συνδέει με αυτή την υπηρεσία. Πολύ μικρός, θα ήμουν γύρω στα δώδεκα με δεκατρία όταν με έφεραν εδώ αφού με συνέλαβαν παρακαλώ στη γύρω περιοχή να πουλάω κουλούρια. Ακριβώς απέναντι υπήρχε μια νεοαναγειρόμενη οικοδομή κι είχε φτιαχτεί μόνο ο σκελετός της. Εκεί μας μάζευαν εμάς τους λαθραίους πωλητές της δεκάρας κι αφού μας κατασχόταν ότι πραμάτεια μας είχε απομείνει, μας άδειαζαν και τις τσέπες με τα χρήματα αφού ήταν κι αυτά προϊόντα του εγκλήματος. Η επιστροφή μου στο Μπραχάμι εννοείται πως έπρεπε να γίνει με τα πόδια αφού στην τσέπη είχε γίνει αφαίμαξη μέχρι δεκάρας. Ακόμα νοιώθω πως περπατάω μετά από αυτή την ξευτίλα που πέρασα. Μα το χειρότερο απ´ όλα και δεν θα ξεχάσω ποτέ όσο ζω, είναι τα χαστούκια που μου έριξαν. Γιαυτό η μέρα αυτή έχει καταγραφεί στη μνήμη μου σαν μια από τη χειρότερη της ζωής μου κι οι μπάτσοι οι πιο μισητοί εχτροί μου. Αφού μπόρεσαν να χτυπήσουν με τόσο μίσος ένα δωδεκάχρονο βιοπαλαιστή, έχω κι εγώ το δικαίωμα να χαίρομαι άμα τους δω ακόμα και  κρεμασμένους. 

Ευτυχώς που είχα ήδη απομακρυνθεί και είχα φτάσει στο ύψος της Πολυκλινικής. Στ´ αριστερά μου έριξα μια κλεφτή ματιά στην οδό Ζήνωνος που σήμερα απλά είναι ένας από τους πιο κακόφημους δρόμους της περιοχής της Ομόνοιας. Παλιά όμως ερχόμουνα ως εδώ ποδαρόδρομο από την Ακαδημίας που με άφηνε το λεωφορείο του Μπραχαμίου για να πάρω το λεωφορείο του Αγίου Ιεροθέου, για να πάω στο σπίτι του θείου μου του κουλουρά. Στρίβοντας δεξιά ο δρόμος βγάζει στην αγορά της Αθήνας. Εδώ σ´ αυτό το κομμάτι θα συναντήσεις όλες τις φυλές του Ισραήλ που λένε.  Άνθρωποι πολυάσχολοι αλλά και απλά αργόσχολοι οργώνουν τα γύρω σοκάκια. Σήμερα θυμίζει Τσάινα Τάουν αλλά και παλαιότερα, αν αφαιρέσεις τους αλλοδαπούς, το ίδιο χάλι είχε. Πάντοτε μου άρεσε αυτό το ατέλειωτο πήγαινε έλα του κόσμου σ´ αυτή τη γειτονιά. Περίεργος κόσμος με κάτι φάτσες που αλλού δεν θα συναντήσεις. Φτηνή αγορά, φτηνά προϊόντα, ακόμα και οι άνθρωποι φτηνοί, σαν να ήταν ίδιας ποιότητας με τα προϊόντα που πωλούσαν στην περιοχή. Φωνές κορναρίσματα, φασαρία κι αν έμπαινες μέσα στο χώρο της αγοράς το τέλος του πολιτισμού. Μόνιμα το αδιαχώρητο ακόμα και σήμερα που η  κρίση μείωσε την αγοραστική δύναμη. Έμεινε μάλλον το χούι σαν κι εμένα να θέλω να σεργιανάω έτσι χωρίς σκοπό και ν´ ακούω αυτό το πολύβουο μελισσολόι. Το πατσατζίδικο στη μέση της αγοράς ακόμα εκεί. Ο πατσάς βέβαια δεν κοστίζει μια και ογδόντα δραχμές αλλά τα εφτά ευρώ, ε πως να το κάνουμε, είναι πολλά για μια μερίδα ζουμί. 


Δεν είχε περάσει ούτε μια ώρα από στιγμή που αποφάσισα αυτή τη μικρή απόδραση στα παλιά. Είπα να πάρω ένα σουβλάκι στην οδό Αθηνάς μιας και το φτιάχνουν με ωραίο κεμπάπ και μπόλικο κρεμμύδι αλλά σκέφτηκα ότι αυτή τη ώρα η γυναίκα μου θα ετοιμάζει το φαγητό της ημέρας. Τι δικαιολογία όμως να της πω άμα δεν έχω όρεξη να φάω; Πρέπει κάπως να δικαιολογηθώ αλλά τι να πω. Και στο κάτω-κάτω γιατί παρακαλώ να απολογηθώ; Και σιγά-σιγά με αφορμή το σουβλάκι ήρθαν και μου φορτώθηκαν κάμποσα και αρκετές σκέψεις που ενοχοποιούσαν τη σημερινή μου απόφαση, να δώσω δηλαδή στη σημερινή τη μέρα μια αλλιώτικη χροιά. Δεν νομίζω πως αδίκησα κανέναν. Ένα μικρό κι αθώο ψέμα θα πω και τίποτε άλλο. Δικαίωμα μου είναι νομίζω σαν ελεύθερος άνθρωπος που είμαι να θέλω να βαφτίσω μια ημέρα από τη ζωή μου, σαν αλλιώτικη από τις άλλες.  Αυτό δεν νομίζω να στερεί από κανέναν, ούτε και από τη γυναίκα μου κανένα δικαίωμα. Αυτή καλά κάνει κι ετοιμάζει αυτή τη στιγμή το φαγητό για το σπίτι. Κι εγώ το πρωί, σηκώθηκα κανονικά και πήγα στη δουλειά μου. Τι δηλαδή κι αν έτυχε να φύγουμε τρείς ώρες νωρίτερα. Θα με κατηγορήσει κανείς γιατί έκλεψα τρείς ώρες από τη δική μου ζωή για να τις χαρίσω πάλη σε μένα; Ποιος είναι αυτός που μπορεί να γίνει δραγουμάνος στη δική μου τη ζωή; Ναι είμαι παντρεμένος πια κι υπάρχει μια γυναίκα στη ζωή μου. Και πρέπει αυτός ο άνθρωπος να μοιράζεται μαζί μου τις αναμνήσεις μου ακόμα και για το πατσατζίδικο της κεντρικής αγοράς  των Αθηνών; Δεν νομίζω. 
Για κοίτα σκέφτηκα που άρχισαν να με ζώνουνε τύψεις. Άρα η ζωή μας δεν μας ανήκει τελειωτικά. Άπαξ και παραχωρήσαμε μερίδιο συνιδιοκτησίας, λειτουργείς πλέον σαν εταιρεία όπου οι μέτοχοι πρέπει να δίνουν λογαριασμό ο ένας στον άλλον για τα κινήσεις του. Τι ξευτίλα θεέ μου. Και τώρα εγώ που στέκομαι αυτή τη στιγμή στο τέρμα περίπου της οδού Αθηνάς, έξω από ένα παλιό Μοτέλ, τι θα ´πρεπε να πω στη γυναίκα μου. Αγάπη μου εδώ έκανα έρωτα για πρώτη φορά στη ζωή μου και γουστάρω αφάνταστα να μπω μέσα και να συναντήσω ίσως τη γυναίκα που που χάρισε τις πρώτες γεύσεις του έρωτα; Μοιράζονται αυτά τα πράγματα; Δεν μοιράζονται. Και χωρίς δεύτερη σκέψη βρέθηκα στην είσοδο του Μοτελ. Πίσω από έναν πάγκο, χώρισμα, χώρος υποδοχής ή πέστο όπως θες, ίσα που ξεχώριζε ένα ξανθό γυναικείο κεφάλι. Φαινόταν κουρασμένη γυναίκα απροσδιορίστου ηλικίας. “Ο κύριος;” με ρώτησε μονολεκτικά. Κόμπιασα, σκέφτηκα να κάνω μεταβολή και να φύγω αλλά μου ανέβηκε αυθόρμητα η ερώτηση και την έκανα. “Εδώ πριν από εικοσιπέντε περίπου χρόνια δούλευε μια κοπέλα που την έλεγαν Ελπίδα. Ξέρετε ήταν η πρώτη μου φορά και τη θυμάμαι.” “Την Ελπίδα; Τη θυμάσαι καλά;” “Ε τώρα τρόπος του λέγειν, θα μου πείτε όμως;” “Και βέβαια παλληκάρι μου, μπροστά σου είναι. Εγώ είμαι η Ελπίδα. Πέρασαν βλέπεις τα χρόνια κι όπως γίνεται στο ποδόσφαιρο, από παίχτες γίναμε προπονητές, καταλαβαίνεις τι εννοώ.” “Ναι καταλαβαίνω ψέλλισα και σ´ ένα δευτερόλεπτο είχα κάνει τη μεταβολή μου και βρέθηκα στην έξοδο. Η δική μου η έξοδος βρίσκονταν δύο βήματα από τον βρώμικο διάδρομο της Ελπίδας όμως η μοίρα δεν της χάριζε ούτε αυτά τα δύο βήματα. Την καταδίκασε να μαραζώσει εκεί μέσα στη βρωμιά και την ιδρωτίλα του κάθε αρσενικού που δρασκελά αυτό το κατώφλι για έναν πληρωμένο έρωτα. Μ’ αυτές τις σκέψεις κατηφόρισα προς το Μοναστηράκι απολαμβάνοντας τη δική μου ελευθερία διάρκειας τριών ωρών που είπα να χαρίσω σήμερα στον εαυτό μου και να κάνω τη σημερινή μέρα να μην μοιάζει με τις άλλες. Αλήθεια τι είδους πολυτελής προσφορά ήταν αυτή που απολάμβανα σήμερα; Μήπως είμαι στρουθοκάμηλος που κρύβει το κεφάλι της στην άμμο, μέχρι να ακουστεί το “τέρμα το διάλλειμα, μέσα τα κεφάλια”  Κάτι τέτοιο μάλλον θα συμβαίνει, πανηλήθιε Δημόσιε υπάλληλε και καμώνεσαι πως σήμερα απολαμβάνεις την ελευθερία σου. Ποια ελευθερία σου; Σε μια ώρα από τώρα, τελειώνει η βόλτα της μικρής Λουλούς. Ο κύρης της θα τη βάλει στο παχνί και θα αφαιρέσει το λουρί από το λαιμό.

Μπερδεύτηκα πάλη με τις φιλοσοφίες μου που μόνο τύψεις μου δημιουργούν. Θα κάτσω εδώ σ´ αυτό το μικρό καφέ και θα παραγγείλω ένα ουζάκι. Αυτό δεν μπορεί κανείς να μου το στερήσει. Ο δόμος αυτός που είναι γεμάτος με μικρά καφέ πηγαίνει παράλληλα δίπλα από τις γραμμές του ηλεκτρικού μέχρι το Θησείο. Και είναι η μοναδική περίπτωση που το τράκα-τρούκα του συρμού δεν σου δημιουργεί την αίσθηση της φασαρίας. Τι περίεργος συνδυασμός κι αυτός. Από τη μια τα ρετρό καφενεδάκια, και μπροστά ο δρόμος να σφύζει από το σεργιάνι τουριστών. Κάτω από αυτόν σε βάθος δέκα περίπου μέτρων οι γραμμές του τρένου και στην πίσω πλευρά η πολιτιστική μας κληρονομιά, η στοά του Αττάλου. Η γεύση του ούζου μου τόνωσε το ηθικό. Ήλιος φθινοπωρινός στην Αθήνα και ουζάκι κάτω από τη σκιά της Ακρόπολης, μοναδική απόλαυση για πολίτη της Ευρώπης. Κάποια άλλη ύπαρξη φαίνεται πως απολάμβανε το ίδιο με μένα το καφεδάκι της κι έριχνε κλεφτές ματιές προς τη μεριά μου. Έχει γούστο σκέφτηκα. Αλλά γιατί όχι, η γοητεία ήταν πάντα το ατού μου, δεν την επιδείκνυα όμως τηρώντας τους κανόνες του καλού και πιστού συζύγου. Να όμως που τούτη εδώ ή ύπαρξη ήρθε για να μου τη θυμίσει κι όχι μόνο αλλά να ξεθάψει αναμνήσεις από τις πάμπολλες κατακτήσεις μου στα νιάτα μου που ούτε ο φίλος μου ο Γιάννης δεν το κατάφερνε. Δεν χρειάστηκε να κάνω κάποια κίνηση για να καταλάβει ότι μου αρέσει. Την κίνηση την έκανε μόνη της με μια ερώτηση που μου απήφθηνε μάλλον επίτηδες. “Ο ναός της θεάς Αθηνάς δεν είναι αυτός που βλέπουμε απέναντι.” “Όχι, τσακίστηκα να της απαντήσω. Είναι η στοά του Αττάλου” “Α ναι. Εδώ δεν είναι που έγινε η τελετή για την υπογραφή της εισόδου της Ελλάδας στην νομισματική ένωση;” και κουβέντα στην κουβέντα βρεθήκαμε στο ίδιο τραπέζι να της εξηγώ όσα ήξερα για την αρχαία αγορά και τα προπύλαια. Μου εκμυστηρεύτηκε πως βρίσκεται στην Αθήνα παρέα με έναν πολιτιστικό σύλλογο. Αυτή δεν είχε καμία δραστηριότητα μαζί τους γιαυτό ακολουθεί δικό της πρόγραμμα στις εξόδους της και πως θα βρίσκεται εδώ για άλλες τρείς ημέρες. “Φαίνεσαι αξιόλογο άτομο” μου είπε. Πήγε να μου μεταφέρει κάποιες φοβίες που είχε για τέτοιες τυχαίες γνωριμίες αλλά χωρίς πολύ κόπο ομολογώ πως την έπεισα να με εμπιστεύεται απόλυτα. Πλήρωσα εγώ τον λογαριασμό και για τους δύο και κατευθυνθήκαμε προς την Πλάκα, κοντά στη Φιλελλήνων που ήταν το ξενοδοχείο της.  Το βράδυ κανονίσαμε να βγούμε παρέα. Θα την άφηνα εκεί να ξεκουραστεί κι εγώ θα γυρνούσα σπίτι μου να προετοιμαστώ για τη βραδινή μας έξοδο. “Για να δούμε, μου είπε. Θα καταφέρεις όπως λες να με κάνεις να περάσω αξέχαστα στην Αθήνα;”  Η ώρα είχε ήδη στοχεύσει τρείς και μισή και οι παλμοί μου άρχισαν να πολλαπλασιάζονται. Ο ένας λόγος ήταν πως άρχισα να της κρατάω το χέρι από την μέση περίπου της διαδρομής κάτι που δέχτηκε αδιαμαρτύρητα και τρυφερά και ο άλλος πως ούτε στις τέσσερες και μισή δεν με έβλεπα να ξεμπερδεύω κι άλλη μισή ώρα για να γυρίσω σπίτι καλές πέντε. Τι λένε τώρα; Ένοιωθα σαν διερμηνέας που έπρεπε να μεταφράζει σε δύο γλώσσες. Να μιλώ στη Μαριάννα, έτσι την έλεγαν την κοπέλα, με τα καλύτερα λόγια και με το μυαλό μου να φτιάχνω σενάρια που θα δικαιολογούσαν όχι για το τι έγινε από τις δώδεκα που λείπω από το γραφείο αλλά πως θα δικαιολογήσω την επιθυμία μου για νυχτερινή έξοδο. Αποχαιρέτησα τη Μαριάννα με ένα φιλί στο μάγουλο. Ξέρετε τι ήταν αυτό για μένα; Το εισέπραξα σαν τη σφραγίδα που μπαίνει στα διαβατήρια κι επιτρέπει στον κάτοχο του να περάσει ελεύθερα στη χώρα που διάλεξε να επισκεφτεί. Τελικά δεν ήταν μόνο μια μέρα που ήθελα να μη μοιάζει σαν τις άλλες. Τα όμορφα πράγματα είναι σειρήνες που σε γητεύουν από μακριά και σου ζητάνε ν´ αλλάξεις πορεία και να πας κοντά τους ν´ ακούσεις το τραγούδι τους. Στο λεωφορείο που πήρα για το σπίτι κάθε μέτρο που καλύπτονταν και με έφερνε πιο κοντά, μου πλήγωνε την καρδιά. Δεν σκέφτηκα ποτέ μου να απατήσω τη γυναίκα μου κι ούτε ποτέ μάζευα μες το μυαλό μου φτηνές δικαιολογίες για να την κάνω με  ελαφρά πηδηματάκια. Πως τότε έτσι χωρίς περίσκεψη για μια άγνωστη ξανθιά από τη Φλώρινα ήμουν έτοιμος να αθετήσω αυτά που με τόση ευκολία πάλη εξομολογούνται τα ζευγάρια στα προσωπικά τους τετ-α-τετ, περί παντοτινής αγάπης;  Και μέσα σ´ αυτές τις σκέψεις, στο μυαλό μου άρχισε να “παίζει” μια πολύ αγαπημένη μου μελωδία που λέει “que sera sera what ever will be will be” Αλήθεια γιατί άραγε μου άρεσε πάντα αυτό το τραγούδι; μήπως όλα τελικά προϋπάρχουν μέσα μας κι ανάλογα όπως συμβαίνει όταν παίζεις χαρτιά, παίζεις ασφαλώς με τα φύλλα που σου μοιράζουν. Έτσι και στη ζωή την αντιμετωπίζεις σύμφωνα με αυτά που σου προκύπτουν. 

Είμαι στο ασανσέρ κι ανεβαίνω για το διαμέρισμα μας κι ακόμα δεν έχω αποφασίσει τι θα πω και πως θ´ αντιμετωπίσω την κατάσταση. “what ever will be will be” σκέφτηκα, και μπήκα μέσα. Απόλυτη ησυχία και το πιο περίεργο ήταν πως το τραπέζι στην κουζίνα δεν ήταν στρωμένο. Στάθηκα αμήχανος στο μέρος της κουζίνας. Διαπιστώνω ότι κάτω από τη γυάλινη φρουτιέρα υπήρχε διπλωμένο ένα χαρτί. Το πήρα στα χέρια και έμεινα στήλη άλατος. Δεν χρειάζονταν να το διαβάσω ολόκληρο για να καταλάβω το νόημα του. 

“Σίγουρα θα μου ανάφερες κάποια δικαιολογία για να καλύψεις τη σημερινή σου απουσία. Η ουσία όμως είναι πως η απουσία σου, τουλάχιστον η ψυχική, άρχισε να γίνεται ορατή χρόνια τώρα και δεν σε είδα να κάνεις τίποτα για να το διορθώσεις. Κράτα λοιπόν τις δικαιολογίες σου γιατί όπως και νάναι ψεύτικες θα ήταν, γιατί εγώ από σήμερα αποφάσισα να δώσω άλλο νόημα στις μέρες που θα ‘ρθούν για μένα”

Απρίλιος 2018

Αφιερωμένο στην πιο αγαπητή μου φίλη τη Μαρία

Από τη θεωρεία στην πράξη

Από τη θεωρεία στην πράξη.
(ΑΦΗΓΗΜΑ)

Ήταν έξυπνος άνθρωπος ο Διαμαντής. Πως λέμε πως ο άλλος είχε ταλέντο στη μουσική κι έγινε μεγάλος και τρανός στο είδος του; Ε ο Διαμαντής ήτανε να γίνει έξυπνος. Από μικρός με ότι καταγίνονταν έβρισκε λύσεις. Ας μην υπερβάλουμε όμως. Δεν ήταν ούτε ο Αϊνστάιν, ούτε ο σούπερμαν. Για σταθείτε και μην παίρνετε φόρα.  Αλλοίμονο αν όλοι οι άνθρωποι της γης ήτανε σούπερ, τότε δεν θα τη λέγαμε γη αλλά αιώνιο παράδεισο. Ο Διαμαντής λοιπόν δεν έκανε τίποτε άλλο από το να συνθέτει μεθοδικά το πάζλ της ζωής, να ζει με ανοιχτά τα μάτια και τ´ αυτιά για να αφουγκράζεται τη γνώση και να είναι σε θέση να μπορεί να ξεχωρίζει το σωστό από το λάθος. Αυτό έκανε απλά και θέλει πολύ δουλειά για να τα καταφέρεις. Δεν σπούδασε, πέρα από το Λύκειο, που κι αυτό νύχτα το έβγαλε και πάλευε για εφτά ολόκληρα χρόνια. Από τη δουλειά στο θρανίο, τι να κάνει αφού οι συνθήκες της ζωής δεν του επέτρεπαν άλλου είδους πολυτέλεια.

Ήταν έφηβος όταν μεσουρανούσαν στην Ελλάδα τα πιο βαριά ονόματα της Λογοτεχνίας. Καζαντζάκης, Λουντέμης, Καβάφης, Καρυωτάκης, Παπαδιαμάντης Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος κι άλλοι πολλοί που όμοιούς τους δεν ξανάδαμε από τότε. Ότι καλύτερο είχε να της δώσει ο θεός αυτής της χώρας της το έδωσε, για να μη μιλήσουμε τώρα για τους αθάνατους Σωκράτη και Αριστοτέλη και τα άλλα ιερά τέρατα της εποχής τους.  Η αφορμή για ν’ ανταμώσει μαζί τους και να ρουφήξει όπως η μέλισσα τη γύρη, τα πρώτα ψήγματα της  γνώσης και να γίνουν το εφαλτήριο για τις πρώτες του φιλοσοφικές ανησυχίες ήταν ένα τυχαίο περιστατικό που έκανε τον δεκαεξάχρονο Διαμαντή να πέσει με τα μούτρα στο διάβασμα. Η πρώτη φιλεναδίτσα που γυρόφερνε, μεγαλύτερη του κάνα δυο χρονάκια αλλά συνηθισμένο πράγμα για νυχτερινό σχολείο οι ηλικίες των μαθητών να είναι δυσανάλογες, απήγγειλε απ μνήμης στίχους του Ρίτσου και συχνά πυκνά έβαζε στην κουβέντα της παραδείγματα από τα βιβλία του Καζαντζάκη. Ο Διαμαντής τι θα έλεγε δηλαδή, ιστορίες για αγρίους ή για τον Παναθηναϊκό. Πήγε το ξενύχτι σύννεφο λοιπόν για να αποκτήσει όσες γνώσεις μπορούσε για να είναι ή να φαίνεται ενήμερος στα λογοτεχνικά. Γιαυτό εκείνα τα χρόνια έλαμπε το άστρο δεκάδων ανθρώπων του λόγου και της τέχνης κι αυτό γιατί υπήρχαν διψασμένοι άνθρωποι ν΄ ακούσουν και να μάθουν, ιδιαίτερα η νέα γενιά. Για χάρη της μορφονιάς όμως, έμαθε και το τσιγάρο, εμ΄ τι ξενέρωτος θα διεκδικούσε τα φιλιά της. Τεκές γινότανε το κουζινάκι που είχε για δωμάτιο του, μιας και δωμάτιο για τα παιδιά ήταν όνειρο απατηλό γι αυτή τη γενιά που μεγάλωσε ένεκα της φτώχειας βολεμένη σε καμαρούλες μια σταλιά.

Ηταν μια σχολή μαθητείας η περιπέτεια αυτή, πώς να το κάνουμε. Οι επόμενες ιστορίες ήταν απλώς τσιλιμουρδήματα, γιατί ήθελε δεν ήθελε, βαρύς έπεφτε ο ίσκιος από την προηγούμενη εμπειρία. Που να ‘ξερε η έρμη η Σουλίτσα ότι σημάδεψε με την παρουσία της μια ολόκληρη ζωή. Μετά από τόσα και τόσα ξενύχτια αναλύοντας το νόημα της ζωής που στην προκειμένη περίπτωση δεν είχε να κάνει με αγκαλίτσες και φιλάκια αλλά, όπως θα έλεγε με στόμφο κι ο σιορ’ Διονύσιος Σαββόπουλος, «με το τι θέλει να πει ο ποιητής» του έμεινε το κουσούρι της διανόησης και της αναζήτησης κι έκανε τον Διαμαντή να γίνει σκέτο σφουγγάρι που διψούσε για μάθηση. Ακόμα και σήμερα σαράντα χρόνια μετά, εκεί γυροφέρνει ο νους. Στις μυστικές συναντήσεις με τον παιδικό του φίλο τον Γιάννη, σαν άλλη μυστική ομάδα σαν τον κύκλο των χαμένων ποιητών, όταν καταφέρνουν να ξεφύγουν απο την παρουσία των συντρόφων τους, αναπλάθουν συνέχεια και συνέχεια όλες εκείνες τις μικρές στιγμές που έζησαν, που όσο μικρές κι ασήμαντες κι αν έμοιαζαν τότε, στάθηκαν όμως ικανές να γεμίζουν σήμερα, βράδια ολόκληρα με όνειρα και νοσταλγία.

Αν και η μοίρα δεν τον προίκισε  με βασικά αγαθά, ένα φτωχόπαιδο ήτανε που από τη μέρα που γεννήθηκε στερήθηκε πολλά ώσπου να μεγαλώσει, ακόμα και το φαγητό, σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη του στάθηκαν κάποιες ιδιαίτερες ικανότητες που τον βοήθησαν πολύ να ανοίξει τα φτερά του και να κερδίσει τη ζωή. Ο Διαμαντής είχε το χάρισμα της γραφής. Το ανακάλυψε από μικρός. Από το δημοτικό θα έλεγα. Απόρροια της αχαλίνωτης φαντασίας του από τα μικράτα του, όταν επί μέρες, βδομάδες, μήνες, προσπαθούσε να γεμίσει τις ατέλειωτες ώρες της μοναξιάς του, εκεί στο χωριό που γεννήθηκε, χωρίς παιχνίδια και το βασικότερο χωρίς τη φυσική παρουσία της μάνας ή του πατέρα που ξημεροβραδιάζονταν για την εξασφάλιση του επιούσιου. Εκεί λοιπόν σπούδασε ο Διαμαντής. Εκεί ακόνισε το μικρό του μυαλουδάκι, ταξιδεύοντας. Στην έκτη δημοτικού, μόνιμος κάτοικος πλέον της πρωτεύουσας, αφού το τρένο της ζωής άδειασε τη μισή φτωχολογιά της υπαίθρου και μεταξύ αυτών και την οικογένεια του, στα πέριξ του κλεινού άστεως που ήρθαν να διεκδικήσουν μια καλύτερη μοίρα, ένα τυχαίο περιστατικό που συνέβη στο σχολείο, ήταν αυτό που σημάδεψε τη συγγραφική του καριέρα. Μοιάζει αστείο αυτό που θα σας πω αλλά μάλλον εκεί αποδίδεται η αιτία.

Κάθε χρόνο το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο βράβευε σε κάθε σχολείο με έπαθλο έναν ειδικό κουμπαρά, την καλύτερη έκθεση με θέμα ‘’Το αγαθό της αποταμίευσης’’ Η δική του επιλέχθηκε ως πρώτη. Επειδή όμως γράφτηκε στο σπίτι, ο δάσκαλος είχε την υποψία πως κάτι προφανώς δεν πήγαινε καλά με τον μαθητή του. Δεν έδενε στο μυαλό του πώς αυτό το χωριατόπαιδο που είχε δεν είχε πέντε έξη μήνες στην Αθήνα,   κατάφερε να συντάξει μια τόσο ωραία έκθεση. Αφού του παρέδωσε το βραβείο, για να ικανοποιήσει την περιέργεια του ο δάσκαλος, που μάλλον τον έτρωγε, είπε στα παιδιά να γράψουν, στο σχολείο αυτή τη φορά, μια έκθεση με το ίδιο ακριβώς θέμα. Ο Διαμαντής εδώ τα έκανε θάλασσα. Προσπάθησε ο έρμος να θυμηθεί και να μεταφέρει ότι είχε γράψει προ ημερών και το μόνο που κατάφερε ήταν να φτιάξει μια καρικατούρα που καμιά σχέση δεν είχε με την προηγούμενη βραβευμένη έκθεσή του. Το τι ντροπή ένοιωσε δεν λέγεται όταν του ζητήθηκε να επιστρέψει πίσω τον κουμπαρά ο οποίος και απονεμήθηκε σε άλλον συμμαθητή του την ώρα του μαθήματος. 
Ναι αυτή ήταν η αιτία. Ο Διαμαντής θύμωσε πάρα πολύ. Ήθελε να πάρει το αίμα του πίσω. Τέτοια ντροπή δεν έπρεπε να μείνει αναπάντητη. Από εκείνη την ημέρα, κάθε έκθεση που γράφονταν στο σχολείο, έπρεπε να είναι η εκδίκηση του. Πώς; Απλά έπρεπε να ήταν η καλύτερη και ήταν. Πως το κατάφερνε; Δεν υπάρχει απάντηση. Θα έλεγα, ποιητική αδεία, πως ο καλός θεούλης του χάρισε το μυστικό κλειδί για να μπορεί ο Διαμαντής να ξεκλειδώνει τον απέραντο κόσμο των λέξεων και των εικόνων για να ταξιδεύει μακριά καβάλα στα φτερά της φαντασίας σε κόσμους μαγικούς, πλάθοντας ιστορίες γραμμένες από την πένα του.

Στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο ο Διαμαντής ήταν το καμάρι του κάθε φιλόλογου καθηγητή, μέχρι που στις δυο τελευταίες τάξεις είχε αποκτήσει το δικαίωμα (μόνο αυτός) κάθε φορά που είχανε έκθεση, να γράφει ελεύθερα όποιο θέμα επιθυμούσε ο ίδιος και ήταν βέβαια η ατραξιόν της βραδιάς (γιατί βράδυ το τελείωσε το σχολείο ο έρμος, από την αρχή μέχρι το τέλος) όταν την επόμενη εβδομάδα διαβάζονταν και σχολιάζονταν στην τάξη οι εκθέσεις. Μια μέρα (εντάξει βραδιά είπαμε) ο καθηγητής του, θέλοντας να τιμήσει τις επιδόσεις και το ταλέντο του μαθητή του, σκαρφίστηκε κάτι που έκανε το Διαμαντή να απογειωθεί. Τη βραδιά εκείνη θα σχολίαζαν τις εκθέσεις που γράφτηκαν την προηγούμενη βδομάδα. Μπαίνοντας στην τάξη κάλεσε τον Διαμαντή να πλησιάσει στην έδρα κι όταν αυτός βρέθηκε κοντά του απευθύνθηκε προς τους άλλους συμμαθητές και τους ανακοίνωσε πως σήμερα τιμής ένεκεν προς τον συμμαθητή τους, παραχωρεί την έδρα του σε αυτόν κι ο ίδιος για όλη την υπόλοιπη ώρα θα παρακολουθήσει το μάθημα από τη θέση που κάθονταν ο Διαμαντής. Τέτοιους δασκάλους είχαμε εκείνα τα χρόνια κι όχι Δημόσιους υπάλληλους. Η κίνηση αυτή, έστειλε τον Διαμαντή στον Παράδεισο. Εκείνο το βράδυ ήταν σαν να κλείστηκε μια μυστική συμφωνία μεταξύ ενός ονειροπόλου μαθητή και της λογοτεχνίας. Μια συμφωνία που χρόνια τώρα ο Διαμαντής, προσπαθεί να τιμήσει υπηρετώντας την.

Η ενασχόληση του με τον κόσμο των λέξεων πλάτυνε το νου του κι ήταν πλέον φανερό πως αυτό τον βοηθούσε να είναι ξεχωριστός με ότι καταπιάνονταν. Σ’ όλες τις δουλειές που έκανε από μικρός, κέρδιζε αμέσως τη συμπάθεια των εργοδοτών του, γιαυτό πάντα αμείβονταν και με κάτι παραπάνω από άλλους συναδέλφους του.
Έφηβος σχεδόν, έπιασε δουλειά στις οικοδομές. Καμιά ιδέα σχετικά. Ο Μιχάλης, το αφεντικό του, είχε συνεργείο που αναλάμβανε καθαρισμούς μαρμάρων δαπέδου. Την πρώτη μέρα τον πήρε μαζί του για να του δείξει τι ακριβώς είναι η δουλειά που κάνουνε. Με μια ηλεκτρική μηχανή που έμοιαζε με ηλεκτρική σκούπα αλλά βαρέως τύπου και πολλαπλών κιλών, σάρωνε το δάπεδο για να έρθει σε λεία μορφή. Οι κινήσεις όμως πρέπει να ήταν πολύ προσεγμένες γιατί αν έμενε η μηχανή στο ίδιο σημείο παραπάνω δευτερόλεπτα, υπήρχε ο κίνδυνος να δημιουργηθεί λακκούβα στο μάρμαρο κι άντε μετά να το αποκαταστήσεις. Όλη εκείνη την ημέρα ο Διαμαντής δεν έκανε τίποτα, απλά παρατηρούσε. Όταν σχόλασαν του είπε το αφεντικό την επόμενη μέρα να τον περιμένει στο ίδιο σημείο μέχρι να ‘ρθει κι αυτός για να του δείξει περισσότερα πράγματα. Την άλλη μέρα ο Διαμαντής ήταν στην ώρα του. Το αφεντικό του ο Μιχάλης όμως δεν έλεγε να φανεί. Η αναμονή ήταν αφόρητη. Κατά τις εννιά ο Διαμαντής πήρε τη μεγάλη απόφαση. Έβαλε μπροστά τη μηχανή κι άρχισε να εφαρμόζει όσα παρατήρησε χθες ολόκληρη τη μέρα. Κατά τις τρεις φάνηκε και τ’ αφεντικό. Μόλις αντίκρισε το Διαμαντή να κρατά τη μηχανή και να σαρώνει το δάπεδο, έπιασε το κεφάλι του. Πήγε να τρελαθεί. Με μιας κάνει έτσι και κλείνει τον διακόπτη κι αμέσως μετά πιάνει μια σκούπα για να καθαρίσει το πάτωμα από τη μαρμαρόσκονη για να δει (γιατί ήταν σχεδόν βέβαιος για την καταστροφή) τι απέμεινε όρθιο από αυτή την παρέμβαση. Δεν πίστευαν τα μάτια του με αυτό που έβλεπε. Όλα ήταν άψογα. Καμιά ατέλεια κανένα ψεγάδι. Από την επόμενη μέρα ο Διαμαντής εργάζονταν στο συνεργείο σαν ισότιμος μάστορας και με τον ανάλογο μισθό.

Κάτι τέτοια περιστατικά ή και μερικά άλλη ήσσονος σημασίας έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού. Λειτουργούσαν πάντα σαν εφαλτήριο για να κατακτήσει τη ζωή με ακόμα καλύτερες προοπτικές. Τα μπράβο και οι αναγνώριση των δεξιοτήτων του, σμίλευαν το πείσμα του και την εσωτερική του ανάγκη στο να υπόσχετε στον εαυτό του πως πρέπει να φανεί αντάξιος σε όλους αυτούς που αναγνώριζαν την αξία του. Θα μπορούσαμε να αναφέρουμε πολλά περιστατικά που η καταλυτική παρουσία του Διαμαντή σε διάφορες δουλειές έκανε σχεδόν πάντα τη διαφορά. Χρειάζονται όμως κανα δυο ακόμα για να μη φανεί πως το προηγούμενο περιστατικό δεν ήταν απλή σύμπτωση.

Μόλις έχει απολυθεί από το στρατό και η πρώτη δουλειά που κατάφερε να βρει παρ’ ότι δεν τον ενθουσίαζε καθόλου, τη δέχτηκε ένεκα της μαύρης ανάγκης να έχει μια δουλεία και λίγα χρήματα. Έπιασε λοιπόν δουλειά ως εργάτης σε ένα τεράστιο τυπογραφείο το οποίο τύπωνε περιοδικά αλλά και το σύνολο σχεδόν των σχολικών βιβλίων. Η μηχανή στην οποία τον έβαλαν να δουλέψει θα ήταν τουλάχιστον πάνω από πενήντα μέτρα και την κουμαντάριζε ένας υπεύθυνος μηχανικός ο οποίος προέβαινε σε διορθωτικές κινήσεις χωρίς να σταματά τη ροή της τύπωσης από έναν ηλεκτρονικό πίνακα. Διόρθωνε δηλαδή την οξύτητα της τύπωσης, το κεντράρισμα της σελίδας, την ταχύτητα ροής κι άλλες μικρολεπτομέρειες. Όταν συνέβαινε κάτι απρόοπτο και σοβαρό, όπως σχίσιμο του χαρτιού με ένα κουμπί διέκοπτε ακαριαία τα πάντα και με τη βοήθεια κάποιων εργατών αποκαθιστούσε τη ροή και ξεκινούσε η τύπωση.  Η δουλειά του Διαμαντή ήταν να κάθετε στο τελείωμα της μηχανής, εκεί που κατέληγαν τα τυπωμένα φύλλα τα οποία έπαιρνε αγκαλιά και τα απομάκρυνε τοποθετώντας τα σε στοίβες για να έρθουν κάποιοι άλλοι να τα πάνε για βιβλιοδεσία, τόσο απλά. Δίπλα του όμως σε απόσταση ενός μέτρου, βρίσκονταν η περιστρεφόμενη καρέκλα  του αρχιμηχανικού. Βλοσυρός κι αμίλητος όλη την ώρα πατούσε τα κουμπιά του κι έδινε ψυχή σ’ όλο αυτό το άχαρο μηχάνημα. Το μάτι του Διαμαντή μελετούσε συνεχώς τις κινήσεις του, όλη την ώρα, όλη τη μέρα κι όταν συνέβαινε το απρόοπτο και σταματούσε η ροή, ήταν ο μόνος που συμμετείχε εθελοντικά στο να βοηθήσει για την αποκατάσταση, ενώ οι άλλοι άρπαζαν την ευκαιρία να πάνε έξω για να καπνίσουνε τσιγάρο. Εκεί λοιπόν είχε μάθει πολλά από τα μυστικά του μηχανήματος τέρας.
Μια μέρα ο αρχιμηχανικός φαίνονταν πως δεν ήταν καλά στην υγεία του. Ζαλίζονταν και είχε τάσεις προς έμετο. Κάποια στιγμή λέει στον Διαμαντή πριν αποχωρίσει από το πόστα του πως αν δει κάποιο πρόβλημα να πατήσει το μεγάλο κόκκινο κουμπί, αυτό δηλαδή που σταματά ακαριαία τα πάντα κι έφυγε τρεχάτος για την τουαλέτα. Δεν πέρασαν δυο-τρία λεπτά και η ζημιά (σύνηθες φαινόμενο) έγινε. Το χαρτί σχίστηκε και ο Διαμαντής πάτησε το κουμπί. Από το υπόγειο όπου υπήρχαν τα ρολά με το χαρτί το οποίο τροφοδοτούσε τη μηχανή μέσα από μια μεγάλη σχισμή, μη γνωρίζοντας την  απουσία του αρχιμηχανικού φώναζαν να πιάσει κάποιος την άκρη του χαρτιού για να τοποθετηθεί στους κυλίνδρους της μηχανής και να ξεκινήσει η διαδικασία επανατύπωσης. Ο Διαμαντής που έτρεξε στη σχισμή ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα και κάλεσε αμέσως για βοήθεια άλλα δυο άτομα. Ανέλαβε σιωπηλά την ευθύνη και κατήφθηνε το χαρτί για να μπει στη θέση του και βήμα-βήμα έφτασε στο κατάλληλο σημείο. Ο Διαμαντής, σαν να τον κατήφθηνε μια αόρατη δύναμη, είπε στους άλλους εργάτες να καθίσουν στις θέσεις τους και πάτησε το κουμπί της έναρξης. Έλεγξε τα πρώτα φύλλα όπως γίνονταν πάντα, έκανε και τις ανάλογες διορθωτικές κινήσεις κι όλα ξεκίνησαν να λειτουργούν ρολόι. Πάνω στην ώρα κατέφθασε ασθμαίνοντας κι ο αρχιμηχανικός. Όταν ρώτησε ποιος ξεκίνησε τη μηχανή, τα πόδια του Διαμαντή είχανε κοπεί. Όλοι μα όλοι, άλλοι με τα μάτια άλλοι ψελλίζοντας, έδειχναν εκείνον. Ο αρχιμηχανικός έλεγξε τρέχοντας το μηχάνημα αν όλα δουλεύουν σωστά, κοίταζε και ξανακοίταζε τα μέχρι στιγμής τυπωμένα φύλλα και κατέληξε μετά απο αυτόν τον αδυσώπητο κι αυστηρό έλεγχο κοντά στον Διαμαντή ο οποίος στέκονταν αμήχανος και παρατηρούσε, και του αμόλησε μια σφαλιάρα στο σβέρκο λέγοντάς του “Εσύ μικρέ αμέσως τώρα πάρε μια καρέκλα κι έλα εδώ δίπλα μου” κι αφού ο Διαμαντής το έκανε, του είπε πιο γλυκά όμως αυτή τη φορά “Από σήμερα θα είσαι εδώ δίπλα μου ο βοηθός μου”
Δεν λυπήθηκε που για λόγους υγείας κλότσησε την ευκαιρία να γίνει απο μικρός ο μηχανικός της επιχείρησης και ίσως να συνταξιοδοτηθεί από αυτή. Που ακούστηκε άτομο που είναι ακόμα στο στάδιο αποθεραπείας από φυματίωση, μια άλλη συγκυρία που του ‘λαχε στο στρατό, αλλά δεν είναι τώρα της παρούσης να αναλυθεί, να εργάζεται σε τυπογραφείο. Ο γιατρός του σαν το έμαθε τον μάλωσε αυστηρά, γιαυτό μια μέρα ευχαρίστησε τον αρχιμηχανικό και σταμάτησε.

Στην επόμενη δουλειά που προσελήφθηκε κατάφερε κι εκεί να έχει σχεδόν αμέσως την εύνοια των προϊσταμένων του. Αξιοποιώντας ένα επαγγελματικό δίπλωμα οδήγησης που έβγαλε στον στρατό έπιασε δουλειά σαν οδηγός διανομής σε μια γνωστή εταιρεία μπύρας. Μέσα σε  πολύ μικρό χρονικό διάστημα έγινε ο μόνος οδηγός που είχε διπλή ιδιότητα αλλά και την ανάλογη χρηματική αμοιβή. Εκτός από οδηγός που εκτελούσε το συγκεκριμένο δρομολόγιο για να τροφοδοτεί τους υπάρχοντες πελάτες, ασχολούταν χωρίς να τον υποχρεώνει κανείς, καθ’ οδόν και με την ένταξη στο πελατολόγιο νέων επιχειρήσεων κάτι που ασφαλώς πρόσεξαν στην εταιρεία και γιαυτό του αναγνώριζαν πλέον και την ιδιότητα του επιθεωρητή πωλήσεων αυξάνοντας και τον μισθό του ανάλογα. 
Σκέτο πανεπιστήμιο αυτά τα οκτώ χρόνια που έμεινε σ’ αυτή τη δουλειά. Η αγορά είναι μια πολύ σκληρή υπόθεση. Ο ανταγωνισμός μεγάλος και για να επιπλεύσεις πρέπει να έχεις κότσια. Ποιό εύκολο λένε είναι να διατηρήσεις μια γυναικεία σχέση σε ψηλό βαθμό παρά έναν πελάτη που τον διεκδικούν καθημερινά οι ανταγωνιστές σου. Προς θεού μην καταλάβει κανείς ότι το χαμόγελο που τους χαρίζεις είναι αποτέλεσμα της επαγγελματικής σου παιδείας. Με όλους σχεδόν ήτανε φίλος. Και γιατί να μην ήταν δηλαδή. Όλοι στην αγορά είχανε να λένε γιαυτό το χαμογελαστό παιδί. Η ενασχόληση του όμως με τα συνδικαλιστικά του χάλασε λίγο τα σχέδια. Γιαυτό πριν εισπράξει ξαφνικά κάποια μέρα κανένα ραβασάκι και τον αναγκάσει να τρέχει και να μην φτάνει γιατί έχει ήδη οικογένεια με δυο παιδιά από τα εικοσιένα του, βρήκε μια εναλλακτική λύση και αποχώρησε.

Το αποκορύφωμα όμως της δημιουργικότητας του, στο να ανακαλύπτει λύσεις απο το πουθενά, αποδείχθηκε όταν δήλωσε με θράσος σε έναν παλιό του συμμαθητή που είχε ανοίξει φωτογραφείο κάπου στη Δάφνη, πως είχε ιδέα από βίντεο και πως μπορούσε να τον καλύπτει στους γάμους που εκείνος αναλάμβανε ως βιντεολήπτης. Είχε βέβαια μια κάποια εξοικείωση μιας και από καιρό είχε δική του βιντεοκάμερα κάτι όχι και πολύ διαδεδομένο τότε αλλά άλλο πράγμα όμως η επαγγελματική ενασχόληση. Καμία σχέση. Για να μην τα πολυλέμε όμως, τα κατάφερε και με αυτό το ξεκίνημα έγινε αργότερα ένας τέλειος επαγγελματίας, διευρύνοντας την ενασχόληση του και στην επεξεργασία και το μοντάζ όχι μόνο των δικών του λήψεων αλλά τουλάχιστον των επαγγελματιών της μισής Αθήνας που ιδέα δεν είχαν τότε από ψηφιακή τεχνολογία. Κι ο Διαμαντής θα μου πείτε που την έμαθε; Μέσα από ατέλειωτα ξενύχτια και πειραματισμούς, κατάφερε να ξεφύγει πολύ μπροστά από τους συναδέλφους του και να εισπράττει από αυτούς αρκετά χρήματα εξαργυρώνοντας την άγνοιά τους. Οι πελάτες του ή οι δυνάστες του θα έλεγα καλύτερα, γιατί κανείς δεν τον χώνευε γιαυτή την αλματώδη εξέλιξη του, δίδαξαν στον Διαμαντή κάτι που ήταν εξ ίσου απαραίτητο εκτός από το καθ’ εαυτού επάγγελμα του φωτογράφου-Βιντεολήπτη, το μεγάλο προτέρημα του ΄΄Επιχειρείν΄΄ Για να τα καταφέρει να επιπλεύσει, έπρεπε να μάθει πολλά. Πως αποφεύγεις τους σκοπέλους, τον άσχετο που τα ξέρει όλα, τον κακιασμένο, τον ζηλόφθονο, τον πονηρό. Όλους όμως τους έπαιζε στο χέρι γιατί όλοι είχαν την ανάγκη του. Ποτέ δεν φείδονταν εξόδων για να είναι μέσα στη νέα τεχνολογία μιας και οι ταληροφονιάδες συνάδελφοι του, εκτός από την ασχετοσύνη τους, είχαν και καβούρια στην τσέπη τους. Όταν παρέδωσε την επιχείρηση στα δυο του παιδιά τους έλεγε σκωπτικά με καμάρι πως δεν είναι τα μηχανήματα ή η τέχνη που τους μεταλαμπάδευσε, το πιο σπουδαίο απ’ όλα, αλλά το πιο ΄΄ακριβό΄΄ δώρο που τους παραδίνει, ήταν το τηλέφωνο, που με αυτόν τον αριθμό από το πρωί μέχρι το βράδυ χτυπά και τους ζητούν τη συνεργασία τους.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά για χρόνια ακονίζονταν το μυαλό αυτού του ανθρώπου κι αν μη τι άλλο, βοηθήθηκε να έχει ξεπεράσει κατά πολύ αυτό που λένε, μέσος όρος ενός σκεπτόμενου ανθρώπου.


Με αυτή την προίκα βγήκε στο ημεροβίγλι για ν´ ανταμώσει τη ζωή και νάτος τώρα φορτωμένος από σοφία και γνώση, συνταξιούχος πια, ξωμάχος της ζωής, σκαλίζει τις αναμνήσεις του και προσπαθεί, δύσκολα θα έλεγα, να συνθέσει  το πάζλ της ζωής του, δηλαδή το χθες με το σήμερα. 

Όσο κι αν φαίνονται όλα τούτα σαν γλυκά και ρομαντικά. Όσο κι αν τα βλέπουμε τώρα, πενήντα ή εξήντα χρόνια μετά με μια γλυκιά νοσταλγία, έχει σίγουρα και την αρνητική του πλευρά. Η σκληράδα της ζωής σε ανύποπτους χρόνους, έσκαβε λαγούμια για να κρύβεται μέσα τους η πίκρα, αφού οι περισσότερες  από τις ιστορίες που έζησε ο Διαμαντής, έληξαν άδοξα, σαν βαρκούλες που πνίγηκαν στο πρώτο φύσημα του αέρα πριν καλά-καλά βγούνε απ’ το λιμάνι. Μα κάθε φορά που έσκαγε μύτη στο προσκήνιο κάποια κακοτοπιά αφού η ζωή ήθελε να δώσει παράταση στις δυσκολίες, ο Διαμαντής συχνά πυκνά ανακαλούσε στη σκέψη του ότι ευχάριστο μπορούσε για να μπολιάσει το παρελθόν με το παρών. Όσο περνούσαν όμως τα χρόνια, διαπίστωνε κάθε φορά, πως όλο και πιο  δύσκολα οι αναμνήσεις του δήλωναν παρών στα προσκλητήρια του, σαν να έπαιρναν διαταγή να μαζευτούν σιγά-σιγά και να φωλιάσουν στα καταγώγια της σκέψεις και να ζήσουν εκεί απλά σαν χίμαιρες. Το πάλευε όμως. Δεν τα παρατούσε με τίποτα. Το μεγάλο του αποκούμπι είπαμε, ήταν το γράψιμο και με αυτό το ταλέντο που του είχε χαρίσει η μοίρα, έστηνε ταξίδια για τη χώρα του κάποτε. Πόσο όμως να κάνει παρέα με τις αναμνήσεις. Κάποτε αγριεύουν κι αυτές και ζητούν να τις αφήσεις ήσυχες. Τι είναι άλλωστε οι αναμνήσεις; Κάτι που πια δεν υπάρχει κι αλλοίμονο αν δεν έχεις κάτι καινούργιο να τις μπολιάσεις για να γεννηθεί κάτι καινούργιο. Ωραίες είναι οι αναμνήσεις μόνο που μοιάζουνε με τα παραμύθια που όλα ξεκινούν με τη φράση ΄΄ήταν μια φορά κι έναν καιρό΄΄

Γιατί ειπώθηκαν όμως όλα τούτα; Ίσως εδώ φίλε αναγνώστη να διαπράττεται ένα μεγάλο λογοτεχνικό ατόπημα. Πρόλογος τόσων σελίδων, δεν στέκει πουθενά. Έπρεπε όμως. Έπρεπε να χαρτογραφηθεί η εξυπνάδα αυτού του ανθρώπου για να μπορέσετε να αντιλήφθητε καλύτερα ποιο είναι το μεγάλο του πρόβλημα, που τώρα στη τελευταία της ζωής του τον αναγκάζει να δηλώνει δυστυχισμένος κι άτυχος. Δυστυχισμένος κι άτυχος ένας τόσο αξιόλογος άνθρωπος; Ναι, γιατί όταν η μοίρα σε σημαδέψει και σε καταδικάσει, θα υποστείς την τιμωρία της θες δε θες. Τίποτα στη ζωή δεν είναι μονοσήμαντο. Τίποτα δεν έχει μόνο μια όψη. Ακόμα κι ο παράδεισος είχε το τρωτό του σημείο. Το μήλο που έφαγε ο Αδάμ για να καταδικάσει στην συνέχεια όλο το ανθρώπινο γένος σε μια αέναη τιμωρία. 

Για τον φίλο μας τον Διαμαντή η τιμωρία του λέγονταν γάμος και μέσω της συντρόφου του που διάλεξε να παντρευτεί, γεύτηκε κι αυτός την τιμωρία της έξωσης από τον παράδεισο, παρ΄ ότι είχε φροντίσει ο δόλιος να αποκτήσει όλα τα αναγκαία εφόδια για να ζήσει αν μη τι άλλο, μια νορμάλ ζωή, συνυφασμένη με δόσεις ευτυχίας. Ότι του πρόσφερε με το ένα χέρι κι εννοούμε όλα αυτά που περιγράψαμε ως τώρα, του τα έπαιρνε με το άλλο λες και κάποιος είχε αναλάβει την ευθύνη να κρατά επ’ ακριβώς το ισοζύγιο στη ζωή του. Ίσια βάρκα, ίσια νερά που λένε. Να μη θεωρηθεί υπερβολή αν πούμε πως παρόμοιο τύπο γυναίκας δύσκολα θα συναντήσεις στη ζωή σου.  Τότε πως έγινε κι ένας έξυπνος άντρας παντρεύτηκε αυτή τη γυναίκα; ‘’Εδώ ο ποιητής, σηκώνει τα χέρια’’ όπως λέει κι ο Σαββόπουλος στους Αχαρνής.
Κατ’ αρχάς, ήταν μόλις εικοσιενός ετών και είχαν προηγηθεί τριάντα έξη μήνες στρατιωτικής θητείας. Ναι καλά ακούσατε, τριάντα έξη μήνες. Οι προ του στρατού του εμπειρίες ιδιαίτερα με τις γυναίκες, μηδενικές κι αυτό το αφόρητο οικογενειακό περιβάλλον της φτώχειας και της μιζέριας του κόλλησε στο νου την άποψη να ξαγκιστρωθεί όσο το δυνατόν νωρίτερα και να φτιάξει τη δική του οικογένεια γιατί αν περίμενε  να ξεροσταλιάζει στην καλή θέληση των δυο-τριών φίλων που είχε, προκοπή δεν θα ΄κανε. Η συνταγή για τον Διαμαντή, ήταν προκαθορισμένη για να μην πω η πεπατημένη. Ψάχνουμε ένα καλό και ήσυχο κορίτσι, με έννοια για οικογένεια και δουλευταρού, για να ξεγλιστρήσει μαζί της από τις χαραμάδες της απόλυτης φτώχειας, μπας και βγει στο ξέφωτο. Αυτές οι προδιαγραφές βρίσκονται μόνο στην επαρχία. Στην Αθήνα τα κορίτσια πια δεν βιάζονται να παντρευτούν. Σπουδάζουν και χαίρονται τη ζωή τους. Η εποχή που διαφήμιζε κι ο Ελληνικός κινηματογράφος τέλειωσε ανεπιστρεπτί. Άλλωστε και οι περγαμηνές που είχε να επιδείξει κι ο Διαμαντής δεν του έδιναν μπόνους για να θεωρηθεί ως περιζήτητος γαμπρός. Ήταν απλά ένας πολλά υποσχόμενος νέος που μάλλον μέχρι στιγμής δεν είχε καταφέρει να ορίζει κάτι σταθερό. Η φτώχεια και η έννοια του ‘’ταπί και ψύχραιμος’’ η πρώτη του προίκα. Το Λύκειο μισοτελειωμένο και η σχολή που επέλεξε να σπουδάσει με τίμημα να παρατήσει το λύκειο, άνευ πτυχίου, αφού δεν την τέλειωσε ποτέ. Σχεδόν ανειδίκευτος εργάτης με πρώτη σταθερή απασχόληση να γίνει οδηγός φορτηγού, όπως ήδη προαναφέραμε.

Εδώ σ’ αυτή την καμπή της ζωής του, η μοίρα του έπαιξε άσχημο παιχνίδι. Σαν να ‘θελε να του κάνει το πρώτο κρασ τεστ και να δοκιμάσει την ικανότητα του στη λήψη αποφάσεων. Λίγο πριν τελειώσει αυτή η βασανιστική τριανταεξάμηνη στρατιωτική θητεία βρίσκεται στα Γιάννενα και του προξενεύουν μια κοπελιά με τις προδιαγραφές που προαναφέραμε. Το κορίτσι, στόμα είχε και μιλιά δεν είχε. Υποτακτικό, υπομονετικό, υπάκουο μα πάνω απ’ όλα σεβάσμιο. Δεν πέρασε όμως ούτε ένα δίμηνο που για σοβαρούς λόγους υγείας ο στρατιώτης Διαμαντής, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο των Αθηνών και πιο συγκεκριμένα στην Πεντέλη, στο στρατιωτικό νοσοκομείο νοσημάτων θώρακος και ο νοών νοείτω. Με το καλημέρα λοιπόν και πριν προλάβει να ‘’διαβάσει’’ ο ένας τον άλλον, η σχέση με το κορίτσι διαρρήχτηκε απότομα και άκαιρα. Τι να δει και τι να μάθει ο Διαμαντής από τον χαρακτήρα της. Αν κι εδώ που τα λέμε και μήνες να έμενε  μαζί της, τα δεδομένα ήταν σταθερά και τίποτα πέρα από όσα προαναφέραμε δεν θα φώτιζαν την σχέση αυτή. Οι δικοί της στο άκουσμα της ασθένειας έκαναν ότι μπορούσαν να διακοπεί αυτό το παντρολόγημα και της απαγόρευσαν κάθε επαφή, δύσκολη άλλωστε εκείνη την εποχή, χωρίς κινητά ακόμα και σταθερά τηλέφωνα. Και μέσα σ’ αυτή τη δυστυχία που τον βρήκε, να έχει δηλαδή να αντιμετωπίσει την ασθένεια του, που αν μη τι άλλο απαιτούσε τότε μακροχρόνια αποθεραπεία, έπρεπε να αντιμετωπίσει και την επικείμενη διάλυση του αρραβώνα του που δεν πρόλαβε καν να ξεκινήσει. Κι εδώ είναι που έρχεται η μοίρα ως από μηχανής θεός ντυμένη με τον μανδύα της καλής νεράιδας που πραγματοποιεί όλες τις καλές ευχές στα παλληκάρια που την φιλοξενούν στα όνειρά τους και φέρνει στη ζωή του ταλαιπωρημένου Διαμαντή, μια μικρή σταχτοπούτα που στα δεκαοκτώ της γύρευε τον πρίγκιπα της που στην προκειμένη περίπτωση είχε τη θωριά του Διαμαντή.

Στο νοσοκομείο όπου νοσηλεύονταν, ένα ολόδροσο κορίτσι ερχόταν σχεδόν καθημερινά να επισκεφτεί έναν φίλο της στο διπλανό ακριβώς κρεβάτι. Μια συγκαιρία που  απέβη μοιραία για τον πληγωμένο αετό της ιστορίας μας. Ένας αετός εικοσιενός ετών, πληγωμένος και κουρασμένος απο την τριαντάμηνη έως τότε στρατιωτική του θητεία που συντελέστηκε κάτω απο τις πιο άθλιες συνθήκες διαβίωσης.  Ένας αετός που μόλις είδε επιτέλους  να χαράζει η ελευθερία του και να απολυθεί επιτέλους για να επιστρέψει στην απλή καθημερινότητα του, καθηλώνεται απο  μια χρόνια ασθένεια για μήνες στο κρεβάτι. Ένας αετός που γύρευε να κουρνιάσει στη φωλιά του πληγώνεται και συναισθηματικά. Γιαυτό είδε σαν θείο δώρο αυτή τη συνάντηση. Θεώρησε  πως η μοίρα του τον λυπήθηκε, και πως του πρότεινε ανακωχή, στέλνοντας στο προσκεφάλι του αυτόν τον μικρό άγγελο. Γιαυτό εδώ δεν λειτούργησαν οι προδιαγραφές, οι υπολογισμοί για τα προσόντα της κοπέλας. Εδώ λειτούργησε το συναίσθημα κι αυτό που λέμε ‘’έρωτας με την πρώτη ματιά’’ κι ήταν τόσο πηγαίο και πλούσιο αυτό το συναίσθημα, που συνεπήρε και τους δύο και τους εκτόξευσε στα ουράνια σ΄ένα απίθανο πάθος ερωτικό. Αυτό λοιπόν το πάθος πήρε από το χέρι αυτά τα άδολα παιδιά για να τους κεράσει ακόρεστα το ποτό της ευτυχίας. Χαιρέκακα όμως η μοίρα, δεν επέτρεψε να γίνει αυτή η  σχέση η αφορμή για να γευτεί ο Διαμαντής αυτό που διεκδικεί ο κάθε νέος άνθρωπος, τον έρωτα. Συνηγόρησε ώστε να συμβούν μια σειρά γεγονότων που στο φινάλε θα ανέτρεπαν τα γεγονότα και θα ανάγκαζαν τουλάχιστον ηθικά το Διαμαντή να πάρει τη μεγάλη απόφαση μπροστά στο επιτακτικό δίλημμα να επιλέξει μια από τις δυο. Ο κλήρος έπεσε στην αρχική του επιλογή κι έτσι η γνωριμία του νοσοκομείου αναγκαστικά πήρε τέλος και πέρασε στο πίσω μέρος του μυαλού του για να τον επισκέπτεται σχεδόν καθημερινά τις ώρες της περισυλλογής τουλάχιστον τα δυο επόμενα χρόνια και να τον ποτίζει με θλίψη. Τόσο δύσκολο του  ήταν να την ξεπεράσει. 
Εντελώς ξαφνικά, τρεις μήνες σχεδόν μετά την εισαγωγή του στο νοσοκομείο, εμφανίστηκε από το πουθενά η ας την πούμε αρραβωνιαστικιά του. Το έσκασε κρυφά από τους δικούς της και νάτην τώρα φτερό στον άνεμο, να δηλώνει παρών και να διεκδικεί μια σχέση που μάλλον έχει πεθάνει. Οι λεπτομέρειες στα γεγονότα που ακολούθησαν δεν θα φωτίσουν περισσότερο την ιστορία. Σημασία έχει η μοιραία τελευταία σκηνή που έγινε. Ο Διαμαντής για λόγους τακτικής δεν την απέκλεισε. Το κορίτσι όμως δέχονταν αφόρητη πίεση από το περιβάλλον της να τελειώσει αυτή η ιστορία ώσπου μια μέρα δοκίμασε να βάλει τέλος στη ζωή της. Η είδηση έσκασε σαν κεραυνός. Για τον Διαμαντή και μόνο γι αυτόν δεν ερμηνεύτηκε σαν πράξη απελπισίας αλλά σαν πράξη αυταπάρνησης. Η εικόνα που αντίκρισε ο Διαμαντής στην εντατική του νοσοκομείου που εισήχθη η κοπέλα σε κωματώδη κατάσταση, λειτούργησε σαν μαχαιριά στο στήθος του. Δεν είχε το δικαίωμα να αγνοήσει την απέλπιδα προσπάθεια του κοριτσιού για ν’ αποδείξει στον καλό της πως έκανε τα πάντα για να τον κερδίσει.

Κι έτσι χωρίς να το καταλάβει ο Διαμαντής, βρέθηκε παντρεμένος. Σίγουρα δεν θα λέγαμε οτι, ο,τι του συνέβη έγινε κατόπιν ωρίμου σκέψεως αλλά ούτε και μπορεί κανείς να τον κατηγορήσει ότι έκανε μια επιπόλαια ενέργεια. Υπάρχουν στιγμές στη ζωή μας που η λογική όταν εμπλακεί με το συναίσθημα, με τις ευαίσθητες χορδές του κάθε ατόμου ή με αυτό που λένε με το κοινό περί δικαίου αίσθημα, παύει να είναι ‘’λογική’’ αλλά ένα μιξ σάλατ που όλα είναι πιθανά να συμβούν ακόμα κι αν θεωρούνται απίθανα. Υπάρχει κι ένας άλλος παράγοντας που συνηγορεί σ´αυτό που προαναφέραμε. Κανείς δεν γεννήθηκε μαθημένος κι ούτε η σοφία και η σύνεση υπάρχει εφ όρου ζωής μέσα μας, πωλώ δε μάλλον σε έναν νέο μόλις εικοσιενός χρόνων. 


Ο έγγαμος βίος, έμπαζε από την αρχή νερά. Τα πρώτα χρόνια η σύντροφος του λες και είχε αγοραφοβία, απέφευγε τις πολλές συναναστροφές. Με τον δικό της γυναικείο τρόπο επέτρεπε τις επαφές μόνο σε λίγα άτομα κι αυτά όταν ήταν βέβαιη ότι δεν κινδυνεύει από αυτούς. Πολύ αργά ο Διαμαντής κατάλαβε ότι αυτό γίνονταν όταν διαπίστωνε ότι το επίπεδο των άλλων δεν θα φανέρωνε τη γύμνια τη δική της. Όταν δεν ενέκρινε κάποιον, ποτέ δεν φώναζε. Ποτέ δεν εξέθετε τους λόγους της. Ποτέ δεν απαιτούσε. Κλεινόταν στην απέραντη σιωπή της (κάτι που κάνει έως σήμερα) και άφηνε τους άλλους να βράζουν στο ζουμί τους. Εδώ ο Διαμαντής στην εκτίμηση που έκανε και στην προσπάθεια του να ερμηνεύσει την όλη κατάσταση, έδινε χωρίς να το θέλει, το τέλειο άλλοθι στη σύντροφο του, κάτι που τον έκανε αργότερα να μετανιώσει πάρα πολύ. Θεώρησε πως αυτή η κλειστή διάθεση να ανοιχτεί περήφανα με τον καθένα, ήταν απόρροια της καταγωγής της. Μικρό κορίτσι από ένα μικρό χωριό της επαρχίας γόνος μιας δωδεκαμελούς οικογένειας (δέκα παιδιά και οι γονείς τους) που μπήκε στη βιοπάλη από τα δεκατέσσερα, ήταν φυσικό να μην είναι και τόσο πολύ κοινωνικοποιημένη. Η αλήθεια όμως κρύβονταν κάπου αλλού. Σίγουρα η κοινωνικοποίηση ήταν ένας ανασταλτικός παράγοντας. Το Δημοτικό σχολείο το τελείωσε χάριν γούστου αφού μετά τα μαθήματα έτρεχε στα βουνά να βοσκίσει τα πρόβατα της οικογένειας και φυσικά για έξη χρόνια δεν έμαθε ούτε το όνομα του Κολοκοτρώνη που λέει ο λόγος. Η επανάστασή της να φύγει από το χωριό μόλις ξεσχόλισε, την έφερε στη μεγαλούπολη να πνιγεί στα διάφορα εργοστάσια και τα βράδια να υπηρετεί τις ανάγκες του σπιτιού των αδελφών της που τη φιλοξενούσαν, για να βγάλει την υποχρέωση. Σ´ένα τέτοιο εργοστάσιο την πέτυχε κι ο Διαμαντής και της ‘’έκλεισε το μάτι’’ κάνοντάς την να πιστέψει πως ήρθε η ώρα να κάνει το επόμενο μεγάλο βήμα στη ζωή της. Όχι πως είδε στη θέα του Διαμαντή το βασιλόπουλο με το άσπρο άλογο που ήρθε να την πάρει, αλλά, ήθελε αποστραφεί τη μιζέρια που ζούσε και το διαβατήριο γιαυτό ήταν ο γάμος με χορηγό επικοινωνίας, όπως θα λέγαμε σήμερα, τον Διαμαντή.
Ο χρόνος που περίμενε ο Διαμαντής για να ανακάμψει η σύντροφος του από τις φοβίες της, μάλλον δεν ήρθε ποτέ. Εν το μεταξύ γεννήθηκαν δυο παιδιά και δημιουργήθηκαν ένα σορό υποχρεώσεις. Τα οικονομικά δύσκολα και τα γεφύρια πίσω τους κατεστραμμένα.  Κανείς από τους δυο τους δεν είχε στηρίγματα και διεξόδους και τι εννοούμε με αυτό; Οι γονείς και των δυο, ανήμποροι κι ανίκανοι να προσφέρουν την παραμικρή βοήθεια. Κι όταν λέμε την παραμικρή κυριολεκτούμε. Που να πας, που να γύρεις, από ποιόν να ζητήσεις βοήθεια, από κανέναν. Η μόνη ελπίδα που είχε ο Διαμαντής ήταν να περιμένει να διορθωθεί κάποτε η κατάσταση. Έκρυβε λοιπόν και ο ίδιος το πρόβλημα κάτω από το χαλί και για να το καταφέρει έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά. Τα τελευταία εργάσιμα χρόνια, έκανε δυο δουλειές που τον απασχολούσαν από το πρωί μέχρι το βράδυ, επτά ημέρες την εβδομάδα παρακαλώ. Στην πρώτη πρωινή δουλειά του, δημόσιος υπάλληλος πια από τα τριάντα του και μετά, μέσα σε ένα περιβάλλον περισσότερο γυναικοκρατούμενο, ρουφούσε μέσα από την καθημερινή συναναστροφή, όσο νέκταρ μπορούσε από τη γυναικεία παρουσία αφού άλλη πηγή να το πράξει δεν υπήρχε. Αλλά για να μην παρεξηγηθούμε, όλα κινούταν μέσα στα πλαίσια της ηθικής και της νομιμότητας.

Και ο καιρός περνούσε με την ψευδαίσθηση ότι όλα πάνε καλά. Θεωρητικά στα μάτια του κόσμου, ήτανε το τέλειο ζευγάρι. Λόγο των πολύωρων υποχρεώσεων, παρέες, φίλοι, συγγενείς έχουν εξαφανιστεί, κάτι που βόλευε αφάνταστα την κοπέλα αφού είπαμε πως φοβόταν όπως ο διάβολος το λιβάνι την συναναστροφή με τρίτους, γιατί απλά φοβόταν μην αντιληφθεί κανείς την ανυπαρξία του πνευματικού της επιπέδου. Είχε όμως στη φαρέτρα της ένα απίθανο όπλο που αφόπλιζε τους πάντες και που την έκανε αξιαγάπητη σε σημείο ακόμα και σήμερα να μην έχει υπάρξει άνθρωπος που να μην έχει να πει μια καλή κουβέντα γιαυτή. Ήταν πολύ δοτική και πρόσφερε την οποιαδήποτε βοήθεια στους πάντες. Φυσικά και δεν ενδιέφερε κανέναν να ακούσει από αυτή ότι ο Κολοκοτρώνης δεν πολέμησε τους Γερμανούς ή ότι το ‘’Βυζάντιο’’ δεν είναι πόλη της Μακεδονίας. Απύθμενη η ανυπαρξία εμπεριστατωμένης γνώσης. Και μη νομίσετε ότι όλα οφείλονταν στην ελλιπή φοίτηση στο δημοτικό. Όχι. Πίσω από αυτά τα σκοτάδια καταλυτικό ρόλο έπαιξε και παίξε ακόμα μια ύπουλη ιατρική μορφής ατέλεια που λέγεται, δυσλεξία η οποία αργότερα επηρέασε και τν συναισθηματικό της κόσμο κι άρχισε να παρουσιάζει σημάδια διπολικής διαταραχής. Ο Διαμαντής έμελε να την ‘’σπουδάσει για καλά αυτή την ιατρικής μορφής παρενέργεια αφού και τα δύο του παιδιά γεννήθηκαν έχοντας το πρόβλημα της δυσλεξίας και μάλιστα τη δεκαετία του ογδόντα που κανείς από την επίσημη πολιτεία δεν ασχολείτο με αυτή την ανθρώπινη παρενέργεια και στα σχολεία οι δάσκαλοι (διετούς φοίτησης οι περισσότεροι τότε, άρα ελλιπούς κατάρτισης) πίστευαν πως αυτά τα παιδιά ήταν απλά χαζά. Σήμερα έχει γεμίσει η Ελλάδα με ειδικούς στην αγωγή παιδιών με μαθησιακές δυσκολίες και από λογοθεραπευτές. Την εποχή του ογδόντα όμως όλα αυτά ήταν άγνωστη ειδικότητα. Σήμερα αυτά τα παιδιά πηγαίνουν σε ειδικά σχολεία αν χρειαστεί κι έχουν άλλη αντιμετώπιση στις προφορικές εξετάσεις. Ο Διαμαντής ανέβηκε μόνος του το Γολγοθά της εκπαίδευσης. Περισσότερα δεινοπάθησε ο ίδιος μέχρι να τελειώσουν το λύκειο παρά τα δύο του παιδιά χωρίς αυτό να θεωρείται μομφή για τα ίδια. Καλά που είχε τη δυνατότητα και την πνευματική κατάρτιση να το κάνει γιατί όπως λένε οι ιδικοί (σήμερα πια) εάν το δυσλεξικό παιδί δεν βοηθηθεί στην παιδική ηλικία, δύσκολα θα αποτινάξει από πάνω του παρενέργειες που απορρέουν από αυτή την κατάσταση. Τα παιδιά του Διαμαντή είχαν την τύχη να έχουν πατέρα αυτόν που ευτυχώς για εκείνα μπορούσε κι έβλεπε μπροστά. Για  η σύντροφός του όμως δεν της έμελε τέτοια  τύχη, να έχει δηλαδή την κατάλληλη στιγμή τη δυνατότητα μιας κάποιας βοήθειας  για μπορέσει να βγει από τα σκοτάδια της δυσλεξίας. Κι όχι μόνο δεν είχε βοήθεια αλλά η συγκυρία το ´φερε να ζει στο πιο ακατάλληλο περιβάλλον, με τους πιο ακατάλληλους γονείς κι αδέρφια και στον χειρότερο κοινωνικό περίγυρο, γιαυτό έως σήμερα δεν μπορεί να αρθρώσει έναν ορθοτομημένο λόγο και σκέψη και ‘’χάνεται στη μετάφραση’’ όπως θα μπορούσαμε να πούμε μεταφορικά.

Στα πρώτα χρόνια όπως προείπαμε κάλυπτε την αδυναμία της με τη σιωπή. Η άμυνα αυτή της έβγαινε αυθόρμητα. Δεν έμενε ποτέ αδρανής για να μην την κατηγορήσει κανείς και ως μουρόχαυλη αλλά και για να έχει έναν λογικό αντίλογο ότι μπορεί να μην σπούδασε, είναι όμως χρήσιμη και είναι ικανή να κινήσει και βουνά αν χρειαστεί για το καλό της οικογένειας.  ‘’Εδώ φίλε θεατή, ο μουσικός καταθέτει τα όπλα’’ όπως έλεγε ο Διονύσης Σαββόπουλος στους Αχαρνής.  Εδώ ήταν που ο Διαμαντής παραδίνονταν και κατάπινε τη γλώσσα του. Εδώ που τα λέμε χωρίς την άοκνη βοήθεια της, ίσως να μην κατάφερνε ποτέ να βγει από τη λάσπη της φτώχειας που έδερνε και τον ίδιο. Ας μην ξεχνάμε πως την πρώτη νύχτα του γάμου του, κοιμήθηκε στο ίδιο ντιβανομπάουλο όπου κοιμότανε σαν έφηβος τα τελευταία χρόνια, στο ίδιο σπίτι που έμενε με τους γονείς του. Ποιά άλλη κοπέλα θα συμβιβάζονταν με κάτι τέτοιο. Ελάτε εσείς τώρα να τον κατηγορήσετε γιατί δεν έβλεπε νωρίτερα όλα αυτά και γιατί δεν τράβαγε το δρόμο του όπως πολύ εύκολα θα έκαναν κάποιοι σήμερα. 
Πέρασαν όμως τα χρόνια και το ασχημόπαπο έγινε κύκνος. Κανείς φυσικά δεν μπορεί να αρνηθεί σ´ένα δυσλεξικό άτομο να έχει τη δική του προσωπικότητα και να απαιτεί από τους άλλους να τον σεβαστούν έτσι ακριβώς όπως είναι. Πάνω στην ώρα όμως κι αφού έχουν περάσει πάνω από τριάντα χρόνια έγγαμου βίου, κι αφου στο πάνελ προστέθηκε και η διπολική διαταραχή, όλη αυτή η κατάσταση τον Διαμαντή άρχισε να τον κουράζει. Τα χα-χα-χα και τα χου-χου-χου που είχε στον περίγυρο του εργασιακού του χώρου, δεν τον ευχαριστιόντουσαν πια. Κόντευε τα πενήντα και ήταν πια πιο σοβαρός πιο φιλοσοφημένος. Ράγιζε η καρδούλα του όταν κάθε μέρα διαπίστωνε το πόσο μάταιο ήταν να προσπαθεί να υποκαταστήσει με τιτιβίσματα σε ξένα παραθύρια τα κενά που είχε με την σχέση του. Αυτό ακριβώς το πράγμα άρχισε να του τσιτώνει τα νεύρα. Εκούσια ή ακούσια άρχισε να δείχνει φανερά στη σύντροφο του τη δυσφορία του όταν δεν μπορούσαν να συνεννοηθούν, πάνω στην ώρα που και η ίδια όπως είπαμε είτε γιατί  θεωρούσε ότι βρίσκεται σε φυσική θέση άμυνας είτε γιατί μεγάλωνε κι αυτή (δυο χρόνια διαφορά είχε με τον Διαμαντή) δεν γουστάριζε πια  να παίζει το ρόλο της αδιάφορης αφού και η συνεισφορά της στα του οίκου τους όπως η ίδια τον προσδιόριζε ήταν σε αρκετά υψηλό βαθμό κάτι που πρέπει της προσέδιδε αρκετά μπόνους στην εσωτερική της παρόρμηση και στην προσπάθεια της να διεκδικήσει μια καλύτερη μοίρα. Τώρα ποιος ήταν αυτός που της αποστερούσε αυτή τη μοίρα, άσε να μην ασχοληθούμε καλύτερα γιατί θα χαθούμε και πάλη στη μετάφραση. Ήταν ξεκάθαρο για τον Διαμαντή ότι ‘’ουκ έχεις λαμβάνειν παρά του μη έχοντος’’ Σαν μαστιγώματα ψυχικά εκλάμβανε αυτό το κενό όταν ακόμα και μια ταινία δεν μπορούσανε να δούνε μαζί αφού άλλα καταλάβαινε εκείνος και άλλα ο άνθρωπος του. Υπήρχαν φορές που διαπίστωνε πως ακόμα και ολόκληρες λέξεις δεν υπήρχαν στο λεξιλόγιο της. Άλλοτε πάλι, όταν έπρεπε να την κάνει κοινωνό κάποιων ζητημάτων που έπρεπε οπωσδήποτε να αντιληφθεί, χρειάζονταν να της το ερμηνεύει λέξει προς λέξη. Έπεσε από τα σύννεφα ο Διαμαντής όταν μια μέρα της έκανε επίτηδες μια ερώτηση, κάτι σαν τεστ δηλαδή, όπως τον συμβούλευσε ένας φίλος του γιατρός. Αυτό συνέβη πριν από πέντε χρόνια. Τριανταπέντε χρόνια δηλαδή μετά από τον γάμο τους και μόνιμοι κάτοικοι Αθηνών και πιο συγκεκριμένα στις περιοχές Νέου κόσμου, Καλλιθέας και Παλαιού Φαλήρου. Η ερώτηση λοιπόν ήταν ‘’Εάν πάρουμε τη Λεωφόρο Συγγρού με κατεύθυνση προς την Αθήνα, σε ποιο σημείο τελειώνει και πιο είναι το χαρακτηριστικό κτίσμα που συναντάμε εκεί;’’ Σίγουρα κι ο πιο αδαής θα σου πεί πως συναντάμε τις στήλες του Ολυμπίου Διός. Απάντηση όμως δεν πήρε, όπως δεν έχει πάρει καμία έως σήμερα πάνω σε απλά πραγματάκια. Η ρήξη μέρα με τη μέρα μεγάλωνε. Τα παιδιά μεγάλωσαν κι έφυγαν από το σπίτι οπότε το ζευγάρι βρέθηκε πια πιο πολύ ενώπιος ενωπίω. Οι δουλειές λιγόστεψαν άρα και τα προσχήματα της μη επικοινωνίας. Ο Διαμαντής αργά πια, συνειδητοποιούσε κάθε μέρα και πιο πολύ ότι στην προσωπική του ζωή είχε απλά καταφέρει μια τρύπα στο νερό. Με τίποτα δεν μπορούσε να το καταπιεί. Χρέωνε στον εαυτό του αυτή τη μεγάλη ήτα αλλά δεν άργησε και η στιγμή μετά από τόσες στενάχωρες σκέψεις να φλερτάρει με την κατάθλιψη και τελικά να νοσηλευτεί γιαυτό και να γίνει ένα καταθλιπτικό άτομο που χρειάζονταν για να κρατηθεί, τη βοήθεια των γιατρών και των ψυχοφαρμάκων. 
Πάρα πολλές φορές βλαστημούσε και καταριότανε την τύχη του που έμπλεξε με αυτή την ασθένεια. Χίλιες φορές να είχε να περάσει κάτι που είναι απτό, συγκεκριμένο, παρά αυτή την ύπουλη ασθένεια. Κανείς μα κανείς δεν τον είδε ποτέ διαφορετικά, σαν άνθρωπο δηλαδή που πάσχει κι έχει ανάγκη βοήθειας, αντίθετα. Η μειωμένη του διάθεση στην εργασία, στην συμπεριφορά του, η αδιαφορία του, η γκρίνια του σε ότι δεν πήγαινε καλά κι όλα αυτά που περνούσε από την καταθλιπτική του διάθεση, του αποδίδονταν ως κουσούρια και ως συμπεριφορά ενός δύστροπου και κακού χαρακτήρα. Μόνιμη επωδός πια στις φράσεις της συντρόφου του ήταν το ‘’ηρέμησε και μην κάνεις έτσι’’ ή το ‘’σε βαρέθηκα, δεν πάει άλλο’’ κι άλλα πολλά. Ας μην σπαταλήσουμε το χρόνο μας να αναφερθούμε ότι ανάλογο μπλέξιμο είχε και στην υπηρεσία του. Εκεί που για είκοσι και πλέον χρόνια ήταν ο καλύτερος και έγινε στο τέλος ο αποδιοπομπαίος τράγος που λουφάρει και παίρνει μαϊμού αναρρωτικές άδειες. Πόλεμος λοιπόν στην υπηρεσία του πόλεμος και στο σπίτι.

Ο Διαμαντής πια είναι ένα ράκος ψυχικό. Όντως έγινε δύστροπος. Όντως δεν κρατούσε πια τα προσχήματα κι έλεγε τα πράγματα με το όνομα τους κάτι που άρχιζε να εξοργίζει την άλλη πλευρά δίνοντας της την ευκαιρία να περάσει στην αντεπίθεση ίσως και για να εκδικηθεί αυτόν που νόμιζε ότι κάποιος είναι και που αμφισβητεί τις πνευματικές της ικανότητες. Όταν ξεκινούσε ο καυγάς δεν τον σταματούσε αν δεν τον έφτανε στα άκρα. Τόση μανία είχε ενάντια σε όποιον την θεωρούσε χαμηλού επιπέδου άτομο.  Από τις καθημερινές διενέξεις της έμεινε πλέον συνήθεια οι απαντήσεις της να είναι μόνιμα επιθετικές και ένα πνεύμα αντιλογίας υπήρχε πάντοτε στο λόγο της. Ο Διαμαντής την κατηγορούσε πλέον ανοιχτά ότι η κουβέντα μαζί της και οι απαντήσεις της έμοιαζαν με αγόρευση εισαγγελέα και όχι μιας γυναίκας που για τον άλφα ή βήτα λόγο είχε μια διένεξη με τον σύντροφο της. Καμιά συζήτηση μαζί της δεν μπορούσε να έχει αίσιο αποτέλεσμα. Πάντα χάνονταν το νόημα της συζήτησης κι αφού αντιλαμβάνονταν ότι δεν τα καταφέρνει μιας κι ο Διαμαντής δεν της χαριζότανε πλέον, έστρεφε το μένος της παρασύροντας την κουβέντα αλλού κάτι που τον έκανε ‘’Τούρκο’’ κατά το κοινός λεγόμενο. Το πλήρες αδιέξοδο λοιπόν. Που να βρει σανίδα σωτηρίας ο Διαμαντής. Φίλοι ανύπαρκτοι αφού ποτέ δεν ανοιχτήκανε λόγω των υποχρεώσεων σε τέτοιες σχέσεις. Κάποιες ναυάγησαν από ασήμαντα περιστατικά. Συγγενικά πρόσωπα κι από τις δυο μεριές απόμακρα αν και το iq  τους, διαόλου σύμπτωση, ήταν κάτω του μηδενός. Μέσα σε όλα αυτά θα πρέπει μόνος του να βρει τον τρόπο να καταπραΰνει τις παρενέργειες της κατάθλιψής του οι οποίες όταν γινόταν έντονες είχε να αντιμετωπίσει και την κλασική άρνηση ότι δεν έχει τίποτα και πως έτσι ήταν πάντα, κλάψας από τα γεννοφάσκια του. Με αυτά και με αυτά που συνέβαιναν έφτασαν να μην έχει μείνει στο σπίτι σχεδόν τίποτα που να μην έχει σπάσει κι ο Διαμαντής να έχει καταντήσει ο μεγαλύτερος υβρεολόγος αφού δεν άφηνε ούτε ιερό ούτε όσιο που να μην περνά από το στόμα του. Προσέτρεξε σ´έναν φίλο του ιερέα να τον υποστηρίξει ψυχολογικά αλλά η αντιμετώπιση του τον έκανε να γίνει σχεδόν άθεο πλέον.  Η κατάντια του γιατί περί κατάντιας πρόκειται ένας άνθρωπος καλός αγαπησιάρης καλλιεργημένος άξιος προκομμένος να παραπαίει και να κλαίει καθημερινά, άφηνε τελείως ασυγκίνητη τη σύντροφό του, η οποία αντί άλλων έβρισκε την ώρα να παραπονιέται ότι μια ζωή ζούσε στη σκιά, που κανένας δεν την υπολόγιζε και παρίστανε με λίγα λόγια και την αδικημένη της υπόθεσης επιτείνοντας έτσι την οργή του Διαμαντή κάθε φορά που αντιλαμβάνονταν αυτή την τάση. 
Λέγαμε στην αρχή πως ο Διαμαντής ήταν ένας πολύ έξυπνος άνθρωπος. Δεν είπαμε όμως ότι ήταν και πάρα πολύ συναισθηματικός άρα και ευάλωτος όπως όλοι παραδέχονται για αυτόν τον τύπο των ανθρώπων. Η καρδούλα του όπως απερίφραστα πλέον και χωρίς αναστολές, δήλωνε προς πάντες πως έχει γίνει μαύρη. Κουράγιο για δράση δεν υπήρχε ούτε για το παραμικρό. Έχει πλέον αποδεχθεί την πλήρη αποτυχία και την ευνόητη σκέψη πως τίποτα από όσα του συνέβαιναν, δεν διορθώνεται. Τον να φύγει από το σπίτι του θεωρούσε πως  οι συνέπειες της πράξης του μόνο δεινά επακόλουθα θα είχαν αφού δάνεια και χρέη θα τον ακολουθούσαν. 

Μηδέν από μηδέν λοιπόν εις το πηλίκο. Τώρα αυτοί που λένε πως πάντα υπάρχει ελπίδα και πως ο άνθρωπος είναι δυνατός, αρκεί να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, ας τα εφαρμόσουν στις δικές τους τις ζωές. Για τον Διαμαντή, το έργο έχει τελειώσει και παίζονται πια οι τίτλοι τέλους. Τώρα ποσό θα κρατήσει όλο αυτό; Κανείς δεν ξέρει παρά μόνο ο θεός που επέλεξε να αποστρέψει των οφθαλμών του από ετούτο το αξιαγάπητο πλάσμα και το καταδίκασε στο εξής να ζει αξιολύπητα.

Απρίλιος 2018








5 Δεκεμβρίου 2017

Τα απόκρυφα

Τα απόκρυφα

Έχω μια κακιά συνήθεια τα βράδια
Τα άφθαρτα στολίδια μου ν’ απλώνω
επάνω στο γραφείο σαν πραμάτεια
Και θύμισες παλιές ν’ αναβιώνω.

Σε μυστικό κι απόκρυφο ντουλάπι τις φυλάω.
Αν και δεν νοιάζεται κανείς να το σκυλέψει,
ποιος να νοιαστεί  τι νοιώθω που κρατάω
μια καρτποστάλ που γράφει «μου ‘χεις λείψει»

Εγώ τα βράδια ακόμα θα φιλάω
δυο χειλάκια που άφησες σε μια χαρτοπετσέτα.
Κι αφού δεν βρίσκω πια απάνεμα λιμάνια να γυρνάω,
στα βραδινά μου ραντεβού θα στήνω φιέστα.

Δεκέμβριος 2017

1 Αυγούστου 2017

Οι φουσκωτοί

Οι φουσκωτοί (Αρθρο)
Όλοι μας γνωρίζουμε τη λέξη αλλά και την έννοια που μας παραπέμπει σε κάθε της άκουσμα. Φουσκωτός για όλους μας πια σημαίνει ο γυμνασμένος παλληκαράς που συνήθως αποτελεί μέλος της κουστωδίας επωνύμων, που αποτελούν την προσωπική του φρουρά. Μερίδιο από τη φήμη τους κλέβουν σήμερα και μια νέα ομάδα που αξιώνουν επάξια κομμάτι από την πίτα και είναι αυτοί οι γνωστοί μας μποντυμπιλντεράδες.
Εγώ όμως θέλω να προσθέσω ως άλλος Μπαμπινιώτης (light έκδοσης όμως) και μιαν άλλη ομάδα που δικαίως νομίζω πως δικαιούται τον τίτλο ‘’φουσκωτός’’ Το φυσικό τους γνώρισμα δεν έχει να κάνει διόλου με τη σωματοδομή του ατόμου. Το φούσκωμα των ανθρώπων που υπαινίσσομαι είναι θα έλεγα εσωτερικό. Ετούτοι εδώ, φουσκώνουν από έπαρση, συνήθως αδικαιολόγητη, από ψευτοεγωισμό και άκρατη επιδειξιμανία. Μετρημένοι στις κινήσεις του με στοχευμένες επιλογές, για να διεκδικούν από αυτό το άλοθι τους ότι είναι δηλαδή αυτό που λέμε ‘’ωραίοι και τζέντλεμαν’’ Είναι παντού μα πουθενά. Συμμετέχουν χωρίς να προσφέρουν. Εάν τους συναντήσεις εύκολα θα την πατήσεις διαβάζοντας φάλτσα το χαρακτήρα τους. Συνήθως δεν θα σου κάνουν άμεσα κακό, αλλά θα σε αφήσουν να βράσεις στο ζουμί σου όταν χρειάζεσαι βοήθεια. Μην τους τη ζητήσεις ποτέ. Θα σου ορκιστούν ότι πεθαίνουν για σένα και θα σου προσφέρουν απλά, αέρα κοπανιστό.
Σας θυμίζει κάποιον η  περιγραφή μου; Σίγουρα υπάρχουν πολλοί ανάμεσα μας. Συνήθως χειρίζονται καλά τους τρόπους καλής συμπεριφοράς. Προσέξτε τους.
Αύγουστος 2017


20 Μαρτίου 2017

Αν γεννήθηκες μέχρι το 1985, τότε πρέπει να το διαβάσεις

Αν γεννήθηκες μέχρι το 1985, τότε πρέπει να το διαβάσεις


Όσοι ανήκετε σε αυτές τις ηλικίες θα καταλάβετε...
«H αλήθεια είναι ότι δεν ξέρω πώς καταφέραμε να επιβιώσουμε...
Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή, περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας. Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να...μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.
Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.. Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους.
Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης».
Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά..
Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα.
Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.
Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..
Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει.
Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάζαμε τα κόκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους».
Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου.
Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε. Ποτέ δεν πηγαίναμε κλαίοντας στις μανάδες μας για να της πούμε «Μαμά τα παιδιά μου κάνουνε bulling» Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο.
Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντας μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι.
Δεν είχαμε Playstation, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους.. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε..
Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα... μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.
Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση.
Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο!
Πώς τα καταφέραμε;
Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη.
Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι.. Τι φρίκη! Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ..
Και ξέρετε και κάτι ακόμα. Παρ’ ότι εμείς είμασταν τα αληθινά παιδιά του δρόμου, όχι δεν γίναμε αλήτες, κάπνιζε που και που κανένας κανα τσιγαράκι αλλά ως εκεί. Τα ναρκωτικά τα μάθαν άλοι πολύ αργότερα.
Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας « ; ) : D : P ».
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»... συγχαρητήρια!

Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί...»!

6 Μαρτίου 2017

Χωρίς δεύτερη σκέψη (Διήγημα)

Χωρίς δεύτερη σκέψη (Διήγημα)
Πρόλογος
Στη ζωή δεν αποφασίζεις εσύ για τίποτα. Ακόμα κι ένα σ’ αγαπώ μπορεί αύριο να μην έχει κανένα αντίκρισμα. Ακόμα κι ήταν δικά σου τα λόγια αυτά, φεύγεις, χωρίς δεύτερη σκέψη.
……………………………………………………………………………………………………………………………………………….
Κοιτούσε αποσβολωμένος, εδώ και μια ώρα απέναντι στο σύνθετο τα κάδρα με τις φωτογραφίες. Φωτογραφίες απ’ όλη τη γκάμα της ζωής του. Από το γάμο του, τη βάφτιση των παιδιών του, από την εκδρομή στο Παρίσι, κάτω από τον πύργο του Άιφελ. Κι όμως πριν από λίγο είχε πάρει την απόφαση να φύγει από το σπίτι, να χωρίσει. Πώς να χωρίσει όμως. Εύκολα χωρίζεις με έναν άνθρωπο. Απ’ όσα έχεις ζήσει μαζί του, πως μπορεί να χωρίσεις; Δεν σβήνονται έτσι όλα αυτά. Μια ολάκερη ζωή δεν μπορεί να μεταλλαχτεί σε ένα τίποτα. Σε ένα τίποτα; Μα τι είναι αυτά; Ένας θεός ξέρει τι ψυχική οδύνη ήταν αυτή όταν ο γιατρός του είπε ‘’Θα δούμε, δεν ξέρουμε. Ο θεός είναι μεγάλος, πιστεύουμε να τα καταφέρει’’ Και τα κατάφερε. Χάθηκε όμως η γη κάτω από τα πόδια του. Η γυναίκα του, ο άνθρωπός του, η αγάπη του,  βρέθηκε στον ίδιο βηματισμό με το θάνατο, αλλά τον προσπέρασε. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, γεννήθηκαν δυο υγιέστατα αγοράκια, τα παιδιά του, το συμπλήρωμα της ευτυχίας του. Καμάρωνε γιαυτό και πολύ συχνά από τότε, όταν αναφερόταν στη γυναίκα του την αποκαλούσε ‘’Τζαβέλενα’’ Γιατί μήπως δεν ήτανε. Μήπως όμως αυτό ήταν που της ανέβασε τόσο το ηθικό, που από κάποια στιγμή και μετά, η συμπεριφορά της ήτανε τέτοια, που έδειχνε μια τάση ανωτερότητας, ώστε να φτάσει να εκφράζεται με τη λογική του ‘’Αν δεν ήμουν εγώ, εσύ θα είχες πάει χαμένος’’  Ναι αλλά ‘’αν δεν ήμουν εγώ’’ της ανταπαντούσες, δεν θα ζούσες εκείνα τα υπέροχα καλοκαίρια στη Χαλκιδική.
Έχει ήδη κατεβάσει στο αυτοκίνητο του δυο βαλίτσες και κάτι πουκάμισα στην αγκαλιά τσάτρα-πάτρα και γύρισε για το δεύτερα δρομολόγιο. Σειρά έχουν τα βιβλία του. Έμεινε όμως αποσβολωμένος σαν πήρε στα χέρια του το βιβλίο της Εύας Ομηρόλη ’’Σεισάχθεια’’ για να το πετάξει μέσα σε ένα σακ-βουαγιάζ. Του θύμισε πολλά. Καταρχάς, πως μαλώνανε ποιος θα το πρωτοδιαβάσει. Ήταν καλοκαίρι, πάλη στη Χαλκιδική. Το περάσατε κόσκινο στην κριτική αυτό το βιβλίο. Δεν συμφωνούσατε με τη συγγραφέα ούτε εσύ ούτε η γυναίκα σου. Η ιστορία αναφέρεται στην απώλεια της αγάπης, του έρωτα, του προορισμού στη ζωή και στην ομορφιά που απορρέει στα απλά και καθημερινά πράγματα, αλλά και πόσο δύσκολο είναι να βρούμε μετά από αυτά, μέσα από το δρόμο της συγχώρεσης, το βηματισμό μας. Εσείς το θεωρούσατε ανεπίτρεπτο να βιώνει κανείς τέτοιες καταστάσεις και ορκιζόσαστε πως δεν θα επιτρέψετε στους εαυτούς σας να μοιάσει ποτέ με τη ρημαγμένη ζωή του ήρωα. Και τώρα δεν απομένουν παρά μόνο δυο τρείς κινήσεις ακόμα, δυο τρία βιβλία της Αλκυόνης Παπαδάκη κι άλλα τόσα του Καζαντζάκη και τέλος. Όχι μόνο στην αγγαρεία της μετακόμισης, αλλά, τέλος σε όλα. Η βιβλιοθήκη σχεδόν έχει αδειάσει. Για κοίτα πόσο άχαρη μοιάζει τώρα στην άκρη του σαλονιού που πριν από λίγο ήταν ένα πανέμορφο σαλόνι ενός γουστόζικου σπιτιού, του σπιτιού σου, που κάθε μέρα στέγαζε εσένα και την οικογένεια σου και που ήθελες όπως μας δήλωνες να λες πως σε έκανε έναν ευτυχισμένο άνθρωπο.
Κι όμως είσαι μισό βήμα από το χωρισμό. ‘’Η χειρότερη μορφή δουλείας  είναι εκείνη που επιβάλουμε στον ίδιο μας τον εαυτό’’ είχες διαβάσει κάποτε. Από τότε, αρκετές φορές  είχες ψελλίσει στον εαυτό σου, ‘’Εγώ αν κάποτε διαπιστώσω πως δεν ζω καλά, θα φύγω’’ και να που ήρθε η στιγμή αυτό το κάποτε να γίνει τώρα.
Η πόρτα έκλεισε πίσω του. Το τελευταίο σακβουαγιάζ μισόκλειστο σέρνεται απ’ τα χέρια του. Ίσως να μην χωρούσε όλα τα σ’ αγαπώ που πάσχιζε να ξεριζώσει απ’ αυτό το διαμέρισμα. Σίγουρα αρκετά μείνανε πίσω. Και ξέρεις κάτι. Τα μεγαλύτερα σ’ αγαπώ λέγονται την πρώτη φορά. Τότε που είναι πρωτότυπα, γατί τις επόμενες φορές, είναι απλά μια προσπάθεια ανάνηψης. Ναι ανάνηψης γιατί ακόμα κι αν γλυτώσεις τον ξαφνικό θάνατο και επανέλθεις στη ζωή, από τότε θα ζεις μονίμως μ’ ένα μούδιασμα. Καιρός λοιπόν να ξαναγίνεις πάλη εσύ. Κοντοστάθηκε στην εξώπορτα με τη σκέψη μήπως και ξέχασε τίποτα. Όχι, ότι ήταν απαραίτητο το πήρε. Στη θέση όλων αυτών των υλικών πραγμάτων όμως, άφησες πίσω πάνω στο τραπέζι της κουζίνας τον χειρότερο σου εαυτό. Αυτό  το καταραμένο σημείωμα που απευθυνόταν στη γυναίκας σου, που δεν άφηνε σε κανέναν από τους δυο, περιθώρια για δεύτερες σκέψεις. «Δήμητρα, δεν μπορώ άλλο να ζήσω μαζί σου. Λυπάμαι.»
Μαντζούρης Κων/νος
Φεβρουάριος 2017

Η οδική συμπεριφορά του Ελληνα

Σήμερα δεν θα ασχοληθούμε με την φιλολογία. Στην κατηγορία ´´σχόλια συντάκτη´´ θέλω να καταθέσω σήμερα ένα σχόλιο που αφορά την κάκιστη συνήθεια του Έλληνα, και αφορά την οδική του συμπεριφορά. Σιγά τώρα τι μας είπες, μας τα ´παν κι άλλοι. Και λοιπόν; Θα πάψουμε να τους μιλάμε; Θα συνεχίσουμε να τους προσπερνάμε; Εγώ θα τα λέω, τουλάχιστον έτσι για εκτόνωση.


Λοιπόν. Εγώ θέλω να δούμε τον Έλληνα, όχι την ώρα που οδηγεί και ποια είναι τα λάθη που κάνει, μεγάλο κεφάλαιο βέβαια κι αυτό, αλλά υπάρχουν κι άλλα. Το αστέρι του Έλληνα οδηγού λάμπει κι όταν ακόμα είναι σταματημένος. Αχ πόσα πράγματα στερείται αυτός ο λαός. Κι επί του προκειμένου; Να το πω, δεν έχει στοιχειώδη αντίληψη ‘’χωροταξίας’’ Εσείς δώστε του όποια άλλη ονομασία νομίζετε. Να προσπαθήσουμε να τα αριθμήσουμε; Ίσως είναι καλύτερα.


1) Δεν έχει λοιπόν την αίσθηση του χώρου. Στο παρκάρισμα πχ θα τραβήξει χειρόφρενο εκεί που θα τον πάει η φόρα του αυτοκινήτου. Λίγο μπροστά ή λίγο πίσω για να παρκάρει κανείς άλλος, δεν έχει, κι έτσι δεν είναι λίγες οι φορές που ένα αυτοκίνητο, πιάνει τρείς θέσεις.


2) Πολλές φορές κάθετα στο δρόμο θέλουν να έχουν πρόσβαση αυτοκίνητα που παρκάρουν στον ακάλυπτο χώρο του σπιτιού τους, όχι και τόσο νόμιμη διαδικασία γιατί θέση παρκινγκ νοείτε μόνο το υπόγειο γκαράζ και η πιλοτή της πολυκατοικίας. Και να ο άνετος Ευρωπαίος πολίτης Ελληνικής καταγωγής. Θα παρκάρει κανονικά στον δρόμο κι αν τύχει να είσαι εσύ αυτός που κλείστηκε, ψάξε εκεί τριγύρω. Θα τον συναντήσεις χαμογελαστό, νασου λέει, ότι εδώ ήτανε, στην ταβέρνα και είχε το νου του. Τώρα αν εσύ έκανες ένα τέταρτο να τον ανακαλύψεις, λίγη σημασία έχει.


3) Στους μεγάλους χώρους ελεύθερου παρκινγκ, εκεί ο Έλληνας ζωγραφίζει. Σας έχει τύχει να σας έχουν ´´χτίσει´´ κανονικά; Εμένα κάποτε δίπλα από το λιμάνι του Ναυπλίου. Αν και υπάρχει μια σχετική διαγράμμιση, πολλές φορές καταστρατηγείται. Εκεί λοιπόν αναγκάστηκα να διανυκτερεύσω χωρίς τη θελησή μου, αφού μου ήταν αδύνατον να βρω δρόμο διαφυγής. Και μην ακούσετε τη σύντροφό σας που ωρύεται ´´πάρε γρήγορα την αστυνομία για να μάθει ο παλιοαλήτης´´ Ηρθανε αλλά δεν επιλαμβάνονται του περιστατικού. Η αστυνομία μου είπανε, δεν είναι ταξιθέτριες.


4) Να πούμε τώρα ότι παρκάρει πάνω σε στροφές, ασήμαντη λεπτομέρεια. Το πιο τρελό το είδα στη Γλυφάδα. Αυτοκίνητο έχει παρκάρει με τη μούρη στην πρόσοψη ενός περιπτέρου, πέντε πόντους πριν το ακουμπήσει.


5) Τώρα ανακάλυψαν και νέα κρυψώνα. Παράδειγμα. Στην πολυκατοικία μας που ο μηχανικός είχε την ατυχή έμπνευση να φτιάξει την κεντρική είσοδο στο πλάι, έχει τον ακάλυπτο της χώρο στην πρόσοψη του δρόμου κι επειδή αυτή η πρασιά (έτσι λέγεται) έχει τσιμενταριστεί, γιατί αν παρέμεινε χώμα ή γκαζόν δεν θα υπήρχε πρόβλημα, ανεβαίνουν και παρκάρουν σαν να είναι σπίτι τους κι εγώ που μένω εκεί δεν το κάνω, άσε που αρκετές φορές μας κλείνουν τον μόλις ενάμιση μέτρο διάδρομο στην πλαϊνή είσοδο.





Αυτά για την ώρα

2 Μαρτίου 2017

Λόγια και υποσχέσεις

Λόγια και υποσχέσεις (Διήγημα)

Αφιερωμένο στον φίλο μου το Γιάννη. κι ας μην ψάχνει να βρει που κολλάει η ιστορία. Υπάρχει και η φαντασία

- Μαρία σ’ αγαπώ
-Λες αλήθεια Γιάννη; Μου το ορκίζεσαι;
-Ορκίζομαι.
-Ορκίσου.
Ατέλειωτο πινγκ-πονγκ αυτά τα λόγια γραμμένα σε κόλες τετραδίου που από εξηντάφυλλο κατάντησε εικοσάφυλλο. Άλλες φορές γινόντουσαν μπαλίτσες κι άλλες μικρές σαΐτες που διέγραφαν τις δικές τους χαμηλές πτήσεις για να στείλουν το μήνυμα στο κορίτσι του πόθου του την ώρα του μαθήματος. Λόγια και υποσχέσεις ατέλειωτες που έκαναν δυο δεκαεξάχρονα να πετάνε στ’ αστέρια. Λόγια που στο μεθύσι του άγουρου έρωτα τους, ούτε κάν σκέφτονταν πως ήταν απλά τιτιβίσματα, σαν των πουλιών που φλύαρα ολημερίς με ένα ασταμάτητο τσιου-τσιου λένε το σ’ αγαπώ στην αγαπημένη τους.

Κι έτσι ο Γιάννης και η Μαίρη έγιναν γρήγορα στα μάτια των συμμαθητών τους και ίσως όλου του σχολείου, ο Μιμίκος και η Μαίρη. Τι κατάκτηση, τι ενθουσιασμός. Μυστικά και φανερά, πάνε χέρι-χέρι, μαζί και τα λόγια, λόγια που επαναλαμβάνονται κάθε μέρα. Εκεί μέχρι να τα’ ακούσουνε κι οι τοίχοι, ο δρόμος, οι άνθρωποι. Σαν να πάσχιζαν να τα περάσουν με το ζόρι στην αιωνιότητα και να μην ξεχαστούνε ποτέ. Στο δασάκι τ’ Αϊ Γιάννη, έμελλε να σφραγιστούν οι όρκοι τους κάποιο βραδάκι, κάτω από τα πεύκα. Μάρτυράς τους, το ελαφρό αεράκι και το παγκάκι που χαράχτηκε από το Γιάννη που έλεγε ‘’Γιάννης & Μαρία Αγάπη για πάντα’’ Μόνο τι κρίμα. Ο μόνος που ξέρει καλά τι γίνεται μετά και σκάει από τα γέλια, είναι ο χρόνος. Ξέρει πολύ καλά πως τα λόγια μπορεί να γίνουνε φιλιά, να γίνουνε άγγιγμα σάρκας και ηδονής ανείπωτης, κάπως θα γίνει μια στιγμή και θα ξεστρατίσουν και μετά, μην τους είδατε το Γιάννη και τη Μαρία. Το ‘’Γιάννης & Μαρία Αγάπη για πάντα’’ και το παγκάκι του Αϊ Γιάννη θα έρθει μια μέρα ο νέος νοικάρης του, φιλόδοξος κι αυτός, να βάλει τη δική του σφραγίδα. «Στέλλα σ’ αγαπάω, Τάκης» κι έτσι ο Γιάννης κι η Μαρία, θα γίνουν παρελθόν. Η ιστορία τους θα ξεχαστεί. Πρώτα-πρώτα από τους ίδιους της τους πρωταγωνιστές. 

Δεν συναντήθηκαν για χρόνια. Χαμένοι σαν δυο συνηθισμένοι κοινοί άνθρωποι ζούνε πια τη ζωή τους φορτωμένοι μ’ ένα σωρό προβλήματα χωρίς όρκους και υποσχέσεις. Νέοι στόχοι χαράζουν πλέον την πορεία τους. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι πια ο σημαντικότερος. Κι ένα πρωί η τύχη, έτσι για την πλάκα της, τους έστειλε να περπατούν στον ίδιο δρόμο. Με δεκαπέντε παραπάνω χρόνια στην πλάτη τον καθένα, με αραιωμένα τα μαλλιά του Γιάννη και τη Μαρία με κάποια παραπανίσια κιλά στην περιφέρεια. Πόσο αβάσταχτα πολύς χρόνος είναι δεκαπέντε χρόνια. Τι κάνουν στη μορφή και στην ψυχή σου. Πώς σου σκαλίζουν ένα πρόσωπο που πια δεν το γνωρίζεις μήτε εσύ μήτε κι αυτοί που, κάποτε, σε ’ξέραν. Και δεν θυμάσαι πια ποιος ήσουν ούτε ποιος είναι ο απέναντι γνωρίζεις.

Δεκαπέντε χρόνια, όσα χρειάζεται ένα παιδί να φτάσει εκεί σχεδόν που ξεκίνησαν οι ίδιοι. Όσα για να δεις την πρώτη σου ρυτίδα. Να στήσεις ένα σπιτικό, να ’χεις μια μίσθια δουλειά και μια μικροκατάθεση στην Τράπεζα.
Δεκαπέντε χρόνια, όσα χρειάζεται να γίνεις κάποιος άλλος, να σε ρουφήξει η χοάνη του χρόνου, να μην σε βρίσκει ο έρωτας ούτε με κιάλια.
Παρά τον χρόνο τον πολύ που κύλησε στ’ αυλάκι, οι συνηθισμένοι μας άνθρωποι, ο Γιάννης κι η Μαρία, αναγνωρίστηκαν.

Ο Γιάννης έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού να βρει το κινητό του κι άρχισε να μιλάει μόνος του, παριστάνοντας πως κάτι σπουδαίο έλεγε, για μια δουλειά εξόχως σοβαρή.
Η Μαρία, απέναντι, έκανε πως χαζεύει μια βιτρίνα, με κάτι είδη οικιακά, σερβίτσια πορσελάνινα και κρυστάλλινα ποτήρια, κολονάτα, χαραγμένα με διαμάντι.
Κανείς δεν τόλμησε τον δρόμο να διασχίσει. Ο Γιάννης προσπέρασε βιαστικά μιλώντας μόνος, με το κινητό στο αυτί κι η Μαρία, αφού αυτός προσπέρασε, σταμάτησε να κοιτά την αδιάφορη βιτρίνα, έβγαλε τα γυαλιά ηλίου από την τσάντα της, τα φόρεσε και συνέχισε τον δρόμο της.
Ντράπηκαν να μιλήσουν. Ντράπηκαν για τα λόγια που ’χαν πει. Τι θα μπορούσαν τώρα τάχα να πουν; Πώς χάρηκαν;
- Ορκίσου βρε Γιάννη, χάρηκες που με είδες;
- Χάρηκα
- Λες αλήθεια, ορκίσου;
-Ορκίζομαι.
Αυτά όμως ήτανε τα μόνα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ, γιατί όπως είπαμε, ο Γιάννης προσπέρασε βιαστικά μιλώντας μόνος, με το κινητό στο αυτί κι η Μαρία, αφού αυτός προσπέρασε, σταμάτησε να κοιτά την αδιάφορη βιτρίνα, έβγαλε τα γυαλιά ηλίου από την τσάντα της, τα φόρεσε και συνέχισε τον δρόμο της.


Μαντζούρης  Κων/νος
Συνταξιούχος
Λάτρης της φύσης και των ταξιδιών

25 Φεβρουαρίου 2017

Η ‘’Βίλα’’ του Θείου (Διήγημα)

Η ‘’Βίλα’’ του Θείου.

Ο θείος εκείνα τα χρόνια γύρω στο ’60 είχε καταφέρει να κουρνιάσει τη φαμίλια του σε μια ξύλινη παράγκα στα προσφυγικά στο Γαλάτσι, ένεκα ότι ήταν καλός ξυλουργός και είχε μεροκάματα καλά που του επέτρεπαν εύκολα ν΄ αγοράσει τα απαιτούμενα υλικά για την κατασκευή. Δεν ήταν λοιπόν ο τυχαίος βιοπαλαιστής στη γειτονιά. Μεγάλο πράμα η ιδιοκατοίκηση. Ούτε νοίκια, ούτε αηδίες. Και του πήγαν τόσο καλά τα πράγματα, που εκτός των άλλων, κατόρθωσε και πήρε ένα οικοπεδάκι, φυσικά εκτός σχεδίου, παραθαλάσσιο στη Λούτσα, αλλά την θάλασσα την έβλεπες φυσικά με τα κιάλια. Γραμμάτιο κάθε μήνα και με προοπτική για φώς ...νερό...τηλέφωνο όπως έλεγαν τότε οι διαφημίσεις. Ήρθαν βέβαια όλα αυτά αλλά με μικρή καθυστέρηση....50 ετών. 
Φέτος το καλοκαίρι η οικογένεια μας αποφάσισε να πάει για διακοπές. Μας είχε καλέσει ο θείος που μιας και τον ευλόγησε ο θεός να έχει τον τρόπο του, νοιάζονταν και για το σόι. Αυτό του προσέδιδε ιδιαίτερη χαρά αφού του άρεσε να ακούει μετά τις φιλοφρονήσεις του τύπου
Νάναι καλά ο άνθρωπος κι ο θεός να του το ανταποδίδει. Που να μπορούσαμε εμείς να αξιωθούμε να πάμε διακοπές. Να εδώ πέρα θα λιώναμε στον Κολωνό. Εμείς οι μεγάλοι τα αντέχουμε, τα μαξούμια (τα μικρά παιδιά) όμως το περιμένανε πως και πως. 
Θα αφήναμε τις ανέσεις της αυλής λίγο πιο κάτω από την Ομόνοια, τον Κολωνό και θα το παίζαμε τουρίστες στην παραλία της Λούτσας. Τρελή χαρά μας έπιασε όλους. Είχαμε βαρεθεί τα μπάνια στη Βάρκιζα με το φορτηγάκι του κυρ’ Χαράλαμπου. Σκόνη, ζέστη, τράκα τρούγκα κι άδειασμα μετά τα λιμανάκια. Κορακιάζαμε όλη μέρα από τη δίψα και κατά τις πέντε σαν θείο δώρο βλέπαμε το φορτηγάκι που ερχόταν να φορτώσει ξανά την πραμάτεια του. Ετούτο όμως το μικρό ταξίδι ήταν άλλο πράγμα. Πρώτα-πρώτα θα πηγαίναμε με το λεωφορείο, αλλά η ιδέα για το που θα πάμε, μας ανέβαζε το ηθικό.
Και να που ήρθε η ώρα. Κι η περιπέτεια αρχίζει. Με τα μπαγκάζια ανά χείρας μπήκαμε στο λεωφορείο σπρωχτοί. Ο οδηγός να φωνάζει και ο εισπράχτορας να έχει γίνει και αυτός σαρδέλα και να προσπαθεί να κόψει εισιτήρια....
- Πόσο είναι ο μικρός μαντάμ;
- Ούτε πέντε καλέ, λέει η μάνα για να γλυτώσει το εισιτήριο.
- Μα αυτός είναι έτοιμος να πάει φαντάρος.
- Τι λες καλέ. Έχει ανάπτυξη το παιδί.
Τέλος πάντων, απόκανε βαριεστημένα ο εισπράκτορας, ο επόμενος.
- Δυο κανονικά.
- Τι δυο κανονικά και το παιδί;
- Α βαλτός είσαι σήμερα κύριε εισπράκτορα να βλέπεις όλα τα παιδιά μας μεγάλα. Έλα σε παρακαλώ κόψε μου τα δυο εισιτήρια και μη μας σκας.

Τώρα ποιος έσκαγε τον άλλον, άλλο πράγμα. Τι να κάνουν οι άνθρωποι, φτώχεια και των γονέων. Το κόλπο στα λεωφορεία γνωστό. Σιγά την πρωτοτυπία, αλλά το ίδιο σενάριο παίζονταν και ξαναπαίζονταν σε κάθε ευκαιρία σε όλα τα λεωφορεία. Ξέρεις τι είναι να εξοικονομήσεις δυο δραχμές στο πήγαινε και δυο δραχμές στο έλα από το εισιτήριο ενός παιδιού; Ο προϋπολογισμός μιας εβδομάδας. Μ΄αυτά τα λεφτά θα αγόραζε στα παιδιά από ένα παγωτό και θα έκανε το μπάνιο στη Λούτσα αξέχαστο. Για τέτοιες χαρές μιλάμε. Όχι πως το λεωφορείο ξεκίνησε άδειο αλλά αφού ανεβήκαμε την Διονυσίου Αρεοπαγίτου αγκομαχώντας από τα πρώτα μέτρα της διαδρομής, είπαμε δόξα το θεό, καλά θα μας πάει. Μόλις προσπεράσαμε το Χίλτον και μπήκαμε στη Μεσογείων, γινόταν το αδιαχώρητό. Το κέλευσμα του εισπράκτορα μόνιμο που λέγονταν μάλλον από κακή συνήθεια κι όχι γιατί θα άλλαζε κάτι στον ανύπαρκτο ελεύθερο χώρο.
- Προχωρείτε μπροστά παρακαλώ, προχωρείτε, 
Αλλά που να πας; Αμ εκείνο το έρημο το συρτάρι με τα ψιλά, κουδούνιζε όλη την ώρα είτε το όχημα πάταγε σε λακκούβες είτε όχι. Κάποιος παρακάλεσε τον εισπράκτορα να το κλείσει αλλά σιγά μην έπιασε το παρακάλιο.
- Τι λέτε κύριε που θα μου υποδείξετε τη δουλειά μου.
- Ποια δουλειά σου μωρέ, το συρτάρι σου είπαμε να κλείσεις, είναι δύσκολο;
- Κι εγώ σε κάθε στάση θ’ ανοίγω και θα κλείνω.
- Σιγά μην πιαστείς καλέ
- Κύριος, δουλειά σου και πατώντας ένα κουμπί ακούγεται ….. Παρασκευή, θα κατέβει κανείς; Φαίνεται πως τη λέξη Αγία την έφαγε η χρονοκαθυστέριση.
Μετά το Γέρακα που η ταχύτητα μεγάλωσε, όλο κι έμπαινε λίγο αεράκι από τα παράθυρα, αλλά τον μικρό τον ενοχλούσε το φρενάρισμα σε κάθε στάση. Έτριζε ο τόπος κάθε φορά που έπρεπε αυτό το θεριό να σταματήσει. Έκανε τέτοιο γρύλισμα βρε αδερφέ μου, που έλεγες ουφ επιτέλους, όταν τελικά ακινητοποιούταν. Και μέσα σ’ όλα αυτά είχαμε και το συρτάρι του εισπράκτορα που συγχρονίζονταν με την όλη φασαρία και νόμιζες πως όπου νάναι τα φραγκοδίφραγκα και οι δεκάρες θα πάρουν των ομματιών τους και θα φύγουν απ΄τη θέση τους. Σε μια ελικοειδή στροφή στα Σπάτα εκεί στο πλάι από την εκκλησιά του Χριστού μέχρι την επόμενη εκκλησιά, πεντακόσια μέτρα δρόμος δηλαδή, όλοι πιστέψαμε πως τέλος, μέχρι εδώ ήταν το ταξίδι μας. Η πρώτη ταχύτητα δεν έμπαινε με τίποτα μέσα στο χρονικό περιθώριο που είχε ο οδηγός. Σ΄όλο το όχημα ακούστηκε ένα παρατεταμένο κρ κρ κρ κρ κρ αργά και βασανιστικά, σαν ηχητικό εφέ από ταινία τρόμου. Αυτό σήμαινε πως δέσαμε χειρόφρενο.
Αμ δεν θα με σκάσεις εσύ σήμερα, άρχισε να μαλώνει ο σοφέρ το όχημα. Εγώ θα σε πάω στον προορισμό μας κι εσύ φάε τα λυσιακά σου Και πατά νευριασμένα δυο μαρσαρισιές ενώ με το κάτω μέρος της παλάμης του, ρίχνει κάτι σαν μπουνιά στο λεβιέ κι η πρώτη αναπαύονταν θριαμβευτικά μέσα στο σασμάν. Το επόμενο κρ κρ κρ κρ κρ όταν ο παλαιστής οδηγός έλυσε το χειρόφρενο δεν πολυακούστηκε γιατί το κατάπιαν οι υψηλές στροφές της μηχανής. Και να που σε λίγα λεπτά το θεριό έκανε στάση στα πρώτα σπίτια της Λούτσας. Στην επόμενη εμείς θα κατεβαίναμε. Η δόλια η μάνα είχε αναλάβει τα παιδιά. Τι κι αν ακούστηκε να λέει εκατό φορές το ‘’συγνώμη θα κατέβω’’ ήταν σαν να μιλούσε σε αγάλματα. Ο πατέρας από πίσω εκμεταλλεύονταν το εκτόπισμα της μάνας με τα δυο παιδιά κι ακολουθούσε με ότι συμπράγκαλα κουβάλαγε κι ο ίδιος.
- Σιγά κυρά μου, μας  ξενύχιασες, είπε νευριασμένα ένας κύριος.
- Καλύτερα να σας ξενυχιάσω, παρά να κατεβώ χωρίς να το θέλω στο τέρμα, αυθαδίασε η μάνα, δίνοντάς του μάλιστα και μια χαριστική βολή.

Και να που φτάσαμε επιτέλους. Εκεί που κατεβήκαμε μας περίμενε ο θείος. Μας σύστησε κουράγιο και ξεκινήσαμε για το "εξοχικό" Μετά από καμιά ώρα ποδαρόδρομο, φτάσαμε. Ερείπια σωστά. Μικροί μεγάλοι σερνόμαστε. Ο θείος όλο καμάρι μας έβαλε στην παράγκα, άλλο ερείπιο κι αυτή. Εδώ δεν είχε περιθώρια για ειδικές κατασκευές. Η φτήνια τρώει τον παρά που λέει κι ο λαός. Άλλωστε τι τα ‘θελε τα μεγαλεία, αφού δεν θα ξεχειμώνιαζε ποτέ εδώ. Καλή σκιά χρειάζονταν και κρύο νερό. Τίποτε άλλο.
- Όλοι οι καλοί χωράνε, μας είπε για να μας φτιάξει τη διάθεση.
Ήταν και ο παππούς εκεί και τα ξαδέλφια και η θεία. Θα μου πεις και το δωμάτιο της αυλής στο σπίτι μας δεν ήταν μεγαλύτερο αλλά μέναμε λιγότεροι. Το βράδυ ο παππούς σηκωνότανε προς νερού του στην ορεινή τουαλέτα και άκουγες.
-Σιγά πατέρα πρόσεξε πού πατάς γαμώ το στανιό μου.
-Παππού με πάτησες κι εμένα, τσίριζε ο ξάδελφος.
Και το πρωί το γέλιο για τα χθεσινά άφθονο. Το εγερτήριο νωρίς-νωρίς σχεδόν υποχρεωτικό. Αντιλαλούσε όλη η πλαγιά κάθε μέρα καθώς μια τρίκυκλη μηχανή, λάφυρο της Γερμανικής κατοχής, ανηφόριζε το λόφο κι ακούγονταν από μακριά μια και μόνο λέξη. 
Πάγοοοοοοοοοος. 
Που την έβρισκε τόση φωνή ο άνθρωπος. Κι όλο το μελισσολόι του οικισμού σαν τους φαντάρους που περνούν να τους επιθεωρήσουν, στέκονταν στις αυλόπορτες. Τα πιτσιρίκια πρώτα απ’ όλα ξεχύνονταν πάνω στον άνθρωπο γιατί τους άρεσε πολύ να χαϊδολογάνε τις κολώνες του πάγου και να γλύφουν μετά τα δάκτυλά τους. Το καλύτερο απ’ όλα όμως ήταν όταν τους επέτρεπε να μαζέψουν τα θραύσματα του πάγου όταν αυτός τον έκοβε σε μικρότερα κομμάτια. Όποιος πετύχαινε το μεγαλύτερο, ποιος τη χάρη του. Το απολάμβανε σαν να έτρωγε την πιο καλή γρανίτα. Γρανίτα από πάγο δηλαδή.
Το πρωινό έμοιαζε σαν όπως κάνουν οι μέλισσες. Πάνε τσιμπάνε και φεύγουνε. Δεν είχε στρωσίδια. Το γάλα ήταν μόνο για τον παππού, κι αυτό που το εύρισκε εκεί στην ερημιά, χαμπάρι δεν πήρα. Για τα πιτσιρίκια, άχνιζε μια καραβάνα με τσάι που σχεδόν κανείς δεν πλησίαζε, αλλά την κομμάτα με το ζυμωτό ψωμί και τη θρυψίνη από πάνω με λάδι και λίγο ζάχαρη ανά χείρας και δρόμο για τα πεύκα. Εκεί οργανώναμε τα παιχνίδια της ημέρας, μέχρι να μας φωνάξουν για να πάμε για μπάνιο. 

Μετά ξεκινούσαμε για μπάνιο.....καλά πήγαινες ξεκούραστος....πώς γύριζες όμως, σέρνοντας.... Στο πήγαινε, κατηφόρα ήτανε κι όλοι μες την τρελή χαρά. Μωρέ καλά τον κατάλαβα εγώ τον παππού την πρώτη μέρα που δεν έλεγε με τίποτα να πειστεί από τα παρακάλια του θείου μας.
- Έλα βρε άνθρωπε, μη με σκας, ο γιατρός είπε πως τα μπάνια θα σου κάνουν καλό, έλα
- Εσύ με σκας γιέ μου. Τα μπάνια μπορεί να με γιάνουν, η ανηφόρα όμως θα με στείλει αδιάβαστο. 
Η πιτσιρικαρία πάντως, όλα τα ‘κανε γιορτή. Από ποια πόρτα δεν περνούσαμε και δεν βγαίνανε να μας δούνε. Μια μέρα όμως άκουσα κάτι και μου κακοφάνηκε.
- Να περνάει ο Καραγκιόζ΄ μπερντές. Αγησίλαε έλα να δεις την παράσταση.
Την επόμενη μέρα κιόλας, πήρα την εκδίκηση μου. Παρατήρησα πως δεν βγήκε κανείς να δει την παράσταση και μ’ ένα σάλτο στη μάντρα, έκοψα ένα μεγάλο τριαντάφυλλο, σαν ήλιος, που το ‘χαν μάλιστα δεμένο το κλωνάρι του στο συρματόπλεγμα για να μην πάση από το βάρος. Το πρόσφερα στην ξαδερφούλα μου που είχε απ’ ότι είχα προσέξει μια αδυναμία σ’ αυτά. Την επόμενη μέρα, η κυρά από τέτοια βγήκε στη βεράντα, αλλά δεν ξανακούστηκε να κάνει σχόλιο. Ότι υπήρχε στο δρόμο και δεν ζύγιζε πάνω από μισό κιλό, το κλωτσούσαμε παρ’ ότι οι μανάδες μας φώναζαν απεγνωσμένα
- Μπα που να σας πάρει ο διάολος. Με τι λεφτά μωρέ θα σας πάρω παπούτσια άμα τα ξεσολιάσετε. Αχ αλίμονο σας, ξυπόλυτα θα περπατάτε κακορίζικα.
Γιατί εδώ που τα λέμε ήθελε πολύ να γίνει το κακό. Εγώ σε λίγες μέρες έμεινα όντως ξυπόλυτος. Επιστρατεύτηκαν κάτι πάνινα σαράντα νούμερα μεγαλύτερο από το πόδι μου και ηρέμισα. Η   κατηφόρα τελείωνε εκατό μέτρα από τη θάλασσα και τελευταίο εμπόδιο ήταν ο δημόσιος δρόμος. Πολλά αυτοκίνητα δεν περνούσαν αλλά αυτά που περνούσαν ήταν δημόσιος κίνδυνος. Εκεί υπήρχε ανασύνταξη δυνάμεων. Για τα μικρά υπήρχε ρητή απαγόρευση. Δεν περνάμε ποτέ απέναντι αν δεν έχουμε συγκεντρωθεί όλοι κι αν δεν ακούσουμε κάποιο σινιάλο, συνήθως του θείου που έπαιζε το ρόλο του. 
Το πέρασμα προς τη μεριά της θάλασσας ήταν η ατραξιόν της Λούτσας. Να μη σας πω πως μερικοί παρατρεχάμενοι των γύρω μαγαζιών πέρνανε θέση κάθε μέρα για να δούνε το σόου. Ο θείος κατ’ αρχάς λες κι ήταν βγαλμένος από Ελληνική ταινία. Είχε εφοδιαστεί για τον σκοπό αυτό μια ναυτική σφυρίχτρα και μ’ αυτή έδινε τα σινιάλα του. Λίγο πριν φτάσουμε στο επίμαχο σημείο απ’ όπου ο Μωυσής θα περνούσε το λαό του προς την Ερυθρά θάλασσα, έβγαζε από το σακούλι του ένα κατακίτρινο παλιό πουκάμισο και το φορούσε γιατί το είχε ακούσει από τους προσκόπους, όταν πήγαινε παλιά, πως πρέπει σε τέτοιες περιπτώσεις να φαίνεται, να ξεχωρίζει από τους άλλους. Παρίστανε δε τόσο σοβαρά το ρόλο του που δεν δίσταζε να μαλώνει ακόμα και τη γυναίκα του, αν δεν εκτελούσε σωστά τις εντολές του. Μερικές φορές δε μάλλον σαν να το έκανε κι επίτηδες για να κορδώνεται καταμεσής του δρόμου και να δίνει στους περαστικούς την εντύπωση για το ποιος κάνει κουμάντο εδώ πέρα.
- Βαγγέλη, φώναζε στον ξάδελφο μου, αν σε δω άλλη φορά να απομακρύνεσαι από τη μάνα σου θα σου τα κόψω τα ποδάρια. 
Και δώστου να σφυρίζει και να ξανασφυρίζει μέχρι να περάσει κι ο τελευταίος. Όταν τέλειωνε το πέρασμα έπρεπε όλοι να είμαστε συγκεντρωμένοι ο ένας δίπλα στον άλλον για να μπορέσει να κάνει την καταμέτρηση. Μια μέρα από αυτές που ο παππούς επέλεγε λόγο τεμπελιάς να μην κατέβει για μπάνιο, ήταν αφορμή να του ‘ρθει ταμπλάς του θείου, γιατί είχε την εντύπωση πως του έλειπε από το μέτρημα. Χωρίς να μπει στον κόπο να ρωτήσει τους άλλους που ήδη ξεροστάλιαζαν απέναντι, γιατί ήταν σίγουρος πως ο παππούς σήμερα ξεκίνησε μαζί τους, άρχισε να τον λούζει κρύος ιδρώτας. Πριν αρχίσει να αναστατώνει τον κόσμο αποφάσισε να ρίξει μια ματιά στον δρόμο που κατέβαιναν μήπως και τον δει να χαζολογάει πουθενά. Πήρε το δρόμο της επιστροφής για πάνω από πεντακόσια μέτρα, άφαντος όμως ο παππούς. Θα του ‘ρθε σκέφτηκε καμιά ζάλη και τώρα  θα τον κουράρουν σε καμιά αυλή ξένοι άνθρωποι. 
- Παππού! Παππού! Άρχισε να φωνάζει. Λεωνίδα βρε Λεωνίδα που είσαι, δοκίμαζε να τον καλεί και με τ’ όνομα του, αλλά πουθενά απόκριση.
Ρώτησε και κάτι κυράδες που άκουσαν τις φωνές και βγήκαν στους μαντρότοιχους και έκαναν χάζι με τον θείο που έκανε σαν αλλοπαρμένος, αλλά σπολλάτη ούτε κι εδώ βρήκε σημάδι από τα ίχνη του παππού.
Μπα που να του ‘μπαινε ο διάολος μέσα του, αύριο κιόλας θα τον κάνω πακέτο και θα τον στείλω πίσω στο σπίτι να κάθεται μόνος του, να βάλει μυαλό ο ξεμωραμένος.
Και συνεχίζοντας πόρτα-πόρτα την αναζήτηση, ξαναβρέθηκε στον κεντρικό δρόμο, εκεί όπου απέναντι περίμεναν καρτερικά οι υπόλοιποι να περάσει κι αυτός για να φτάσουν επιτέλους στις θημωνιές (έτσι τη λέγαν την παραλία στο μέρος που πήγαιναν) και να δώσουν επιτέλους την άδεια στα παιδιά να παίξουν ελεύθερα.
- Έλα βρε Χαράλαμπε, που είσαι. Μια ώρα σε περιμένουμε. Πέρνα από εδώ μα το θεό σήμερα.
Κι αφού δρασκέλισε πεταχτά το δρόμο, ρώτησε ασθμαίνοντας με αγωνία.
- Τι μου φωνάζεις, γαμώ το κέρατο σου κι εσύ. Δεν πήρες χαμπάρι ότι χάσαμε τον παππού, μου φωνάζεις κι από πάνω;
- Ποιόν χάσαμε;
- Τον παππού καλέ, χωρατό μου κάνεις, μπα σε καλό σου, τα νεύρα μου πας να μου σπάσεις σήμερα. Τον παππού, που είναι ο παππούς;
- Ποιος παππούς καλέ, ο παππούς ακόμα θα κοιμάται στο σπίτι. Δεν τον άκουσες που είπε πως δεν θα ‘ρθει σήμερα;
- Σε ποιόν το είπε, γαμώ το κέρατο μου, σε ποιόν;
- Σε μένα, αλλά δίπλα ήσουν δεν άκουσες;
- Το κέρατό μου’ σαν ανέβω επάνω θα τον πνίξω. Άλλη φορά να μάθει να μη μασάει τα λόγια του κάτω από τις μασέλες. Άιντε ξεκουμπιστείτε και προχωράτε.
Και τ’ αρχοντολόι έφτασε επιτέλους για σήμερα στις θημωνιές και τα παιδιά πήραν το ελεύθερο να αρχίσουν το παιχνίδι.

Για τον μπάρμπα Χαράλαμπο το μπάνιο για σήμερα ήταν περιττό. Μετά το χνέρι που έπαθε με τον παππού τα νεύρα του ήτανε στην τσίτα. Απλά πήγε λίγο παράμερα και κολοκάθισε αρχίζοντας να καπνίζει σαν αράπης. Η μάνα μου κι η θειά μου με την αρωγή της  ξαδερφούλας μου, άπλωσαν τα στρωσίδια που έφερναν πάντα μαζί για αυτή τη δουλειά και τοποθέτησαν επάνω τα καλούδια μας για να τσιμπήσουμε κάτι, ειδικά εμείς τα παιδιά, μετά το μπάνιο. Οργανωμένα πράγματα, όχι παίξε γέλασε. Κάναμε κανονικό πικ νικ κι άμα η τσιγκουνιά των γονιών μας είχε εκείνη τη μέρα ρεπό, μας έπαιρναν και κανένα παγωτό. 
Το παιχνίδι στις θημωνιές ήταν για μας τα παιδιά ο παράδεισος. Καμιά σχέση με τις κλασικές παραλίες που ξέρετε. Τέτοιο σκηνικό ούτε σε ταινία δεν το συναντούσες. Κατ’ αρχάς παντού ήτανε άμμος. Τόση άμμο που ρούφηξα εκεί από παιδί που ακόμα και σήμερα άμα τιναχτώ, άμμο θα βγάλω από τα ρούχα μου. Το πλάτος της παραλίας ήταν πάνω από εκατό μέτρα και το τοπίο πουθενά επίπεδο αλλά άνισο αφού κυριαρχούσαν παντού μικροί αμμόλοφοι που στις παρυφές τους ήταν αλμυρίκια, θίνες και κάτι σαν βούρλα. Ένα τοπίο ιδανικό για παιδιά και για ελεύθερο παιχνίδι χωρίς την επιστασία των μεγάλων που με τα πρέπει και τα μη τους καταστρέφουν συνήθως τη μαγεία της περιπέτειας. Το παιχνίδι μας σχεδόν το ίδιο καθημερινά. Οι Γερμανοί με τους Έλληνες, σ´έναν ανελέητο πόλεμο. Μάχες κανονικές σώμα με σώμα και με όπλα κάτι καλάμια που κρύβαμε αφού φεύγαμε στους θάμνους. Το σενάριο πάντα το ίδιο. Αφού καταλαμβάναμε την κορυφή έρποντας, αιφνιδιάζαμε τον εχθρό που αν μας έπαιρνε χαμπάρι αγκαλιαζόμασταν σώμα με σώμα κι έτσι κουτρουβαλώντας από την κορυφή καταλήγαμε κάτω. Αφού επαναλαμβάναμε την ίδια σκηνή άπειρες φορές, αποφασίζαμε να βουτήξουμε στη θάλασσα για να ξεπλυθούμε κιόλας. Μετά πέφταμε με λύσσα στο ψωμοτύρι και τις διάφορες πίτες που μας τρατάριζε η φροντίδα των γονιών μας. Ε λοιπόν πιστέψτε με. Μέχρι σήμερα που έχοντας τον τρόπο, κολύμπησα στις καλύτερες παραλίες της Ελλάδας, τέτοιαν αίσθηση όμως δεν έχω ξανααπολαύσει. 
Μια από τις πιο γλυκές αναμνήσεις εκείνων των παιχνιδιών στην παραλία ήταν και η πρώτη μου αίσθηση από το σμίξιμο και την πρώτη μου επαφή με το γυναικείο σώμα. Ντρέπομαι που θα το πω αλλά η ξαδερφούλα μου ήταν αυτή που με έκανε πρώτη φορά στη ζωή μου να νοιώσω το σκίρτημα, στο πρώτο άγγιγμα, στην πρώτη επαφή. Λίγο μεγαλύτερη από εμένα κι είχε αρχίσει κατά το πρόσταγμα της φύσης να σχηματίζεται σαν γυναίκα και μέσα από το βαμβακερό μπλουζάκι της, άρχισαν σαν μικρά δαμάσκηνα να σχηματίζεται το στήθος της. Προσωπικά εντελώς ασυναίσθητα, έτυχε να είναι αυτή ο εχθρός Γερμανός επάνω στο ύψωμα και βρεθήκαμε να κατρακυλάμε αγκαλιά προς τα κάτω. Φαίνεται όμως πως δεν είχαμε αρκετή φόρα και μετά από δυο κολοτούμπες σταματήσαμε το κατηφόρισμα και νάμαστε η ξαδερφούλα από κάτω ανάσκελα κι εγώ από πάνω της και μάλιστα με τα δυο μου τα χέρια να χουφτώνω τα στηθάκια της.
- Στεφανία μου συγνώμη δεν το ‘θελα
- Ποιο μου απαντά απονήρευτα το κορίτσι
- Τίποτα-τίποτα της λέω και τη βοήθησα να σηκωθεί και να την κατεβάσω από το ύψωμα.
Το βράδυ λίγο πριν κοιμηθώ σκεφτόμουνα την πράξη μου και με κυρίευε μια αίσθηση ντροπής. Την άλλη μέρα όμως διαπίστωσα πως η Στεφανία παρ’ ότι δεν συμμετείχε καθημερνά στο παιχνίδι μας, γιατί κατά κύριο λόγο θεωρούταν παιχνίδι αγορίστικο, λύσσαξε να είναι με τους Γερμανούς και νάσου να επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό. Κάθε μέρα μέχρι που φύγαμε από τη Λούτσα, η αφεντιά μου με τη Στεφανία σκάλωναν στο ίδιο σημείο. Αλλά και το μυαλό βαθειά σκάλωσε αυτή η ιστορία. Κάποτε εντελώς συμπτωματικά μετά από τριάντα περίπου χρόνια βρέθηκα ακριβώς απέναντι από τις θημωνιές σε μια καφετέρια που είναι εκεί ακόμα και σήμερα. Κι όπως έπινα τον καφέ μου και ρέμβαζα προς τη θάλασσα φυσικό ήταν να θυμηθώ εκείνο το περιστατικό. Στα χέρια μου πήρα το τηλέφωνο και σχημάτισα τον αριθμό της Στεφανίας.
- Έλα μου απάντησε χαρούμενη που με άκουγε.
Πάντα ήμουν η αδυναμία της κι όπου κι αν βρίσκονταν έλεγε για μένα τα καλύτερα λόγια. Μην της πει κανείς για μένα κακό λόγο, σε σκότωνε.
- Μ’ αγαπάς βρε ξαδερφούλα, τη ρώτησα.
- Άκου εκεί, θέλει και ρώτημα. Τι σου ‘ρθε όμως και με ρωτάς;
- Ξέρεις που βρίσκομαι τώρα που μιλάμε;
- Που με ρωτά περίεργα.
- Στη Λούτσα. Πίνω καφέ σε μια καφετέρια απέναντι από τις θημωνιές. Τις θυμάσαι τις θημωνιές;
- Είσαι ένα μεγάλο παλιόπαιδο το ξέρεις; Γιαυτό και θα έχεις πάντα μια ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου, αγαπημένε μου ξαδερφούλη.

Ο δρόμος της επιστροφής για τη βίλα του θείου δεν είχε καμιά σχέση με την πρωινή κατηφοριά. Αποκαμωμένοι όλοι από τη ζέστη, ντάλα μεσημέρι κι ας ήταν η ώρα τέσσερις με πέντε και καλά μετά από λίγο υπνάκο μετά το μπάνιο, για να μη περπατάμε μεσημεριάτικα. Ποιόν υπνάκο όμως. Παρ’ ότι η παράταση του ωραρίου είχε αποφασιστεί για μας τα παιδιά, μόνο υπνάκο δεν είχαμε. Οι ζουζουνιές και τα πειράγματα δεν έλειπαν ούτε στιγμή. Στο τέλος του δρόμου λίγο πριν στρίψουμε αριστερά ήταν ένα μικρό εκκλησάκι. Εκεί κάναμε την πρώτη στάση για ν’ ανασάνουμε λιγάκι και να πιούμε λίγο νερό από τη βρύση της εκκλησούλας, της Αγίας Κυριακής. Ήταν το έσχατο σημείο που μπορούσε να φτάσει ο πολιτισμός. Λογάριαζε φαίνεται κι αυτός την ανηφόρα και δεν το αποφάσιζε για παραπάνω. Από εκεί και πέρα είπαμε, φως, νερό τηλέφωνο, συνομολόγησαν να απέχουν των δραστηριοτήτων τους για αρκετά χρόνια, στερώντας από τη φτωχολογιά βασικές ανάγκες για την επιβίωση τους. Στην αρχή το νερό μπορεί να έρχονταν έως και καυτό, αλλά έτσι ξεπλέναμε λίγο τα πόδια μας γιατί για μπάνιο και ντουζ στο σπίτι ούτε συζήτηση. Το νερό μας το έφερνε νερουλάς και φυσικά πολυτέλειες για μπανιαρίσματα, ούτε να το φανταστείς. Οι γείτονες συχνά πυκνά μας διαολόστελναν γιατί μετατρέπαμε καθημερινά το χώρο της εκκλησίας σε τόπο αναψύξεος, αλλά και δεν τολμούσε κανείς να τα βάλει με τον θείο μου που έδειχνε από μακριά άνθρωπος δυνατός. Ήταν βάλσαμο στα μέσα της ανηφόρας η Αγία Κυριακή, γιατί από εκεί και πέρα, μόνο δια του μακρόθεν η χάρη της θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Τέρμα τα χαμόγελα κι εμπρός βήμα ταχύ. Κι επειδή όλα τα πράγματα έχουν ένα τέλος η επόμενη απόλαυση ήταν μια βυσσινάδα που μας τρατάριζε όλους η θεία μου κάτω από το μεγάλο πεύκο της αυλής, που σήμαινε το τέλος του μαρτυρίου. Ευτυχώς που λίγη από την αύρα της θάλασσας έπαιρνε κι αυτή την ανηφοριά για να δροσίσει λιγάκι και τη φτωχολογιά πάνω στα φτωχικά τσαρδάκια που ήταν πνιγμένα όμως μες το πεύκο. Μια περίεργη σιωπή απλώνονταν από τις έξη και μετά σ’ όλο το συνοικισμό. Η εξήγηση είναι απλή. Χωρίς τηλεόραση, χωρίς ραδιόφωνα κι εν γένη χωρίς ηλεκτρισμό, οι δραστηριότητες των ανθρώπων λιγοστεύουν. Κάποιες ετοιμασίες γίνονταν από τους μεγάλους για το φαγητό της επόμενης μέρας και τέλος. Μόνο εμείς τα παιδιά σκαρώναμε κάποιες σκανταλιές, γρήγορα όμως μας μαντρώνανε στις αυλές γιατί το βράδυ που πλησίαζε, σκέπαζε εκτός από τον ήλιο και τις ορέξεις των ανθρώπων. 

Μη νομίζετε όμως πως η φτωχολογιά παραδίνεται τόσο εύκολα στα δύσκολα. Πάντα κάποια αφορμή θα βρει για να σπάσει τις σιωπές που μερικές φορές στραγγαλίζουν τον κόσμο. Έτσι και τύχαινε κάποιος να γιορτάζει,  όλος ο συνοικισμός έπαιρνε φωτιά. Καλεσμένοι ήταν όλη η γειτονιά. Βέβαια τα γλέντια γίνονταν τη μέρα, αλλά ήτανε γλέντια με καρδιά. Τα φαγητά και τα μεζεκλίκια που γεύτηκα εκείνη τη χρονιά, δεν τα πέτυχα στη ζωή μου ως σήμερα. Ποια θεία χέρια ετοίμαζαν τέτοιες απολαύσεις. Παρ’ ότι για μας τα παιδιά έμοιαζε να ήταν απαγορευμένη η προσέγγιση στα τραπέζια, συνήθως όμως, λίγο που θα κλέβαμε, λίγο που θα μας έδινε ο παππούς και λίγο από τη μάνα, την κάναμε ταράτσα. Ασε που ήτανε και για μας η ευκαιρία να μεγαλώσει ο κύκλος των γνωριμιών μας με άλλα παιδιά που έμεναν κάπως μακρύτερα από εμάς, μιας  και οι μεγάλοι δεν μας άφηναν να ξεμακρύνουμε με τα παιχνίδια μας σε άλλες γειτονιές. Και ξέρετε ποια είναι η πλάκα τώρα που το σκέπτομαι; Παρ’ ότι σήμερα καραδοκούν χίλιοι κίνδυνοι, ιδιαίτερα για μικρά παιδιά, τότε όλος ο κόσμος κοιμόταν στις αυλές κι είχαν τις πόρτες τους ανοιχτές. Μόνο το άγνωστο είναι αυτό που φόβιζε κυρίως τις μανάδες μας και τσίριζαν τα απογεύματα, εντελώς στα ξαφνικά κι ακούγονταν σ’ όλη τη γειτονιά.
- Βαγγελάκη γύρνα γρήγορα πίσω γιατί άμα σε λάβω, θα σε μεταλάβω. 
Λέγανε βαριές κουβέντες συνήθως οι μανάδες εκείνα τα χρόνια στην προσπάθειά τους να κουλαντρίσουν την αγριάδα των παιδιών τους. Είχαν όμως τόση αγάπη μέσα τους που κανένα παιδί δεν κάκιωνε ποτέ με τις φωνές τους.  Το μεγάλο πανηγύρι όμως γίνονταν το δεκαπενταύγουστο. Στη γιορτή της Παναγίας. Το λένε και σήμερα πως είναι το Πάσχα του καλοκαιριού, αλλά άλλο είναι να το λες και άλλο να το ζεις. Ετοιμασίες δουλειές ασβεστώματα, νηστεία και στο τέλος, ανήμερα δηλαδή, ένα μεγάλο πανηγύρι. Ο θείος μας είχε υποσχεθεί πως αν είμασταν καλά παιδιά, μετά την εκκλησία θα μας πήγαινε στο λούνα παρκ που είχανε στήσει πίσω από την Αγία Μαρίνα στη μεριά της θάλασσας. Ήταν η μοναδική μέρα απ’ όσες έμεινα στη βίλα του θείου, που δεν με κούρασε καν η ανηφοροκατηφόρα από και προς το σπίτι. Εκείνο που φάνταξε στα μάτια μου ήταν ο γύρος του θανάτου. Και μόνο στο άκουσμα της λέξης θάνατος, αγρίευα. Ήθελα όμως τόσο πολύ να το δω από κοντά. Κατάπια όμως την αναπνοή μου όταν κάποια στιγμή μια από τις δυο μηχανές ανέβηκε πολύ ψηλά. Τα ξαδερφάκια μου ξόδεψαν το δικό τους χαρτζιλίκι στις περιστρεφόμενες κούνιες, αλλά εγώ δεν μετάνιωσα για την επιλογή μου.

Στο σπίτι το μεσημέρι όλα ήταν γιορτινά. Τραπέζια στη σειρά με τα καλά τραπεζομάντηλα στρωμένα περίμεναν τα πλούσια εδέσματα να έρθουν. Φτώχεια-φτώχεια αλλά σε τέτοιες περιπτώσεις δεν έλειπε τίποτα. Η παρέα μας είχε αυξηθεί κατά μια οικογένεια. Ήταν καλεσμένοι από το θείο μου. Από την Αθήνα κι αυτοί αλλά από άλλη γειτονία. Το κοριτσάκι που ήρθε μαζί τους, σχεδόν ίσα με την ξαδέρφη μου, μου είπε πως ήταν από το Αιγάλεω και πως δεν ήταν και πάρα πολύ μακριά από τον Κολωνό. Είχε έρθει κανα δυο φορές στα μέρη μας γιατί εκεί μένουν άτομα από το δικό της σόι και θα χαιρόταν πολύ αν τύχαινε να ξανασυναντηθούν.  Τι ήταν αυτό να ξανασυναντηθούν. Τι θέλει να πει το κορίτσι άρχισα ν’ αναρωτιέμαι. Τι δουλειά έχει ένα αγόρι κι ένα κορίτσι. Και τι να κάνουμε μαζί στον Κολωνό. Να βγούμε στους δρόμους να παίζουμε κυνηγητό; Στον Κολωνό δεν  τα ξέρουμε αυτά. Ρεζίλι θα γίνω στα παιδιά. Μου έλεγε κι άλλα ακαταλαβίστικα για τη  γειτονιά της αλλά δεν την άκουγα καλά γιατί δίπλα μου έπαιζε ένα πικαπ με μπαταρίες, που είχε επιστρατευτεί δεν ξέρω από που και για πολλοστή φορά ακούγονταν ό δίσκος του Καζαντζίδη «έλα βγρε Χαραλάμπη να σε παντρέψουμε» ένεκα που ακούγονταν το όνομα του θειού μου, κατάλαβες. Από τότε μέχρι σήμερα γιατί ακόμα ακούγεται αυτό το τραγούδι όταν το ακούω, θυμάμαι με νοσταλγία εκείνες τις θαυμάσιες μέρες α και ακόμα πως το κορίτσι έμενε στου Λιούμη. Έτσι έλεγαν τη γειτονιά της. Τα όσα άλλα μου έλεγε τα σκέπαζε ο Καζαντζίδης. 

Ο δεκαπενταύγουστος σήμαινε για τους περισσότερους και το τέλος του καλοκαιριού. Στις λίγες μέρες που απέμειναν μέχρι το Σεπτέμβριο έπρεπε να ετοιμαστούν πολλά πράγματα στις οικογένειες και πάνω απ’ όλα η επιστροφή των παιδιών στο σχολείο.
Και όμως όταν γυρίζαμε από τις "διακοπές" στην γειτονιά του Κολωνού, είμαστε δακτυλοδεικτούμενοι, γιατί τέτοια χάρη, ποιος να είχε εκείνα τα χρόνια. Ακούς εκεί, μπράβο τους. Διακοπές στη βίλα του θείου. Μωρέ μπράβο τους χίλιες φορές. Εμείς που τέτοια χάρη.

Μαντζούρης Κων/νος
Ιούλιος 2016