ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

29 Ιουνίου 2011

Διαζύγιο. "Το διαβατήριο για την ευτυχία"



Με το που πέρασε το Πάσχα όλη η οικογένεια Παπαμιχάλη ήταν επί ποδός πολέμου. Είχε προγραμματιστεί για τον Αύγουστο ο γάμος της μεγάλης κόρης κι οι δουλειές που έπρεπε να γίνουν δεν ήταν και λίγες. Την πιο μεγάλη χαρά όμως την είχε η Έλενα. Επιτέλους μετά από την αρνητική στάση των γονιών της για τον υποψήφιο γαμπρό, επιτέλους όλα πάνε κατ’ ευχή και στις 7 Αυγούστου ντυμένη νυφούλα θα ανεβεί τα σκαλιά της εκκλησίας για να συναντήσει τον καλό της. Ο Θάνος ένα καλοσυνάτο παιδί ομορφούλης κι ολιγόλογος δεν πετούσε και τη σκούφια του γι’ αυτόν το γάμο, τουλάχιστον για τη χρονική στιγμή που επέλεξαν τα πεθερικά του. Αλλά ας όψεται και η επιμονή της Έλενας που ήθελε όσο γίνεται νωρίτερα να μπούνε στο δικό τους σπιτικό.
- Αν μ’ αγαπάς θα συμφωνήσεις, επέμενε κάθε που πιάνανε αυτή τη συζήτηση. Να εγώ που σ’ αγαπάω, δεν φοβάμαι τίποτα, εσένα τι σ’ έπιασε;
- Βρε καλή μου χωρίς δικό μας διαμέρισμα θα μας γονατίσουνε τα νοίκια. Έτσι της έλεγε γιατί ανέκαθεν φοβόταν αυτό τον παράγοντα.
- Έλα καλέ μου θα τα καταφέρουμε. Εσύ δεν μου ‘λεγες πως θα βάλουν πλάτη κι οι γονείς σου;
Κι όπως λέει μια Κρητική παροιμία «πέτω πέτω το κοπέλι, κανετο και θέλει.» Τόπε το ναι ο Θάνος εμπνεόμενος από τα ερωτικά τερτίπια της κοπελιάς του και νάτος κι αυτός στην αγορά να ψάχνει για κουστούμια και γραβάτες.
Η μαμά της Έλενας έκανε πριν επισημοποιηθούν οι ημερομηνίες για τον γάμο μια απέλπιδα προσπάθεια να επαναδιαπραγματευτεί με την κόρη της, διατηρώντας μια αμυδρή ελπίδα μήπως τον ματαιώσει. Η αρνητική στάση της δεν ήταν τόσο επειδή δεν συμπαθούσε τον μέλλοντα γαμπρό της, αλλά να, κυριαρχούσε από μέσα της ένας αόρατος φόβος για το πόσο θα τα καταφέρουν στα δύσκολα, από οικονομικής κυρίως άποψη. Μπορεί ο Θάνος να έχει μια στρωμένη δουλειά κι ένα μικρό μαγαζάκι, η ανεργία όμως της κόρης της ήταν που την ανησυχούσε πιο πολύ. Και πια ανεργία. Μήπως δούλεψε και ποτέ. Κι αν ψάξει για δουλειά, με τι προσόντα. Γιαυτό τη έζωναν τα φίδια την έρμη τη μάνα αλλά η κόρη ανένδοτη.
- Αγαπάω το Θάνο πάρτο χαμπέρι. Τι δηλαδή μ’ αυτή τη λογική ρε μάνα εγώ δεν πρέπει ποτέ να παντρευτώ. Σώπα θ’ αλλάξουν τα πράγματα. Θα βρω κι εγώ δουλειά κι όλα θα στρώσουν. Ο Θάνος είναι καλό παιδί και μ’ αγαπάει. Εσύ αυτό να λες. Νάμαστε αγαπημένοι κι όλα θα παν’ καλά.
Κατέθεσε κι άλλες περγαμηνές για τον αγαπημένο της προκειμένου να στηρίξει την απόφαση της με εποδώ πως αν της το χαλάσουν, θα πάρει των οματιών της και θα φύγει από το σπίτι.
- Απα πα τι είναι αυτά που λες κόρη μου. Άκου θα φύγεις από το σπίτι. Δεν έχεις να πας πουθενά. Εδώ θα μείνεις γιατί άμα στραβώσει τίποτα να είμαστε κοντά για να μπορώ να σας βοηθήσω.
Έπιασε το κόλπο της Έλενας, κι αμέριμνη πια άρχισε να ξεφυλλίζει διάφορα περιοδικά γάμου για να πάρει ιδέες. Σαν τη Σταχτοπούτα άρχισε να ονειρεύεται καρέ καρέ την άφιξη της στην εκκλησία και το «να ζήσετε» «η ώρα η καλή» μέρα με τη μέρα σαν σειρήνα χάιδευε τα’ αυτιά της.
Και να που η πολυπόθητη μέρα ήρθε κι όλα έγιναν σχεδόν όπως τα είχε προγραμματίσει. Αφού γεύτηκε τη δημοσιότητα της μισής ώρας και την είσοδο στο χώρο της δεξίωσης με ύφος σαν να περιδιάβαινε το κόκκινο χαλί για να παραλάβει το δικό της όσκαρ κι αφού απόλαυσε μια βδομάδα διακοπές στην Τυνησία, προσφορά του καλού της που της το κρατούσε μυστικό, βρέθηκε πρώτη μέρα μόνη στο σπίτι ( σαν πως τι άλλο θα μπορούσε να κάνει νιόπαντρη κοπέλα) να πίνει τον καφέ της στην κουζίνα. Ίσα με το μεσημέρι είχε καπνίσει πάνω από δέκα τσιγάρα και μια νευρικότητα δοκίμαζε ύπουλα και μουλωχτά να της γρατσουνίσει τα νεύρα. Η κατάσταση όμως ήταν ελεγχόμενη και η ανία της εκτονώθηκε στην προσπάθεια να μαγειρέψει το πρώτο φαγητό για το σπιτικό της. Παρ’ ότι ποτέ δεν ξαναδοκίμασε όταν έμενε με τους γονείς της κάτι παρόμοιο, πέρα από αυγά τηγανιτά και πατατούλες, η συνταγή της φαίνονταν απλή κατά πως θυμότανε από τη μάνα της. Έβαλε την κατσαρόλα στη φωτιά, έριξε λίγο λαδάκι, έκοψε και τα μυρωδικά της και τα έβαλε να τσιγαριστούν. Έριξε μετά και τα φασολάκια της προσθέτοντας μισό λίτρο νερό κι έκλεισε το καπάκι, σίγουρη πως όλα τα έκανε σωστά. Μετά από δυο-τρείς δοκιμές που επιχείρησε, διαπίστωσε πως ναι μεν τα φασολάκια είχανε βράσει κι έπρεπε λογικά να τα βγάλει από τη φωτιά, η κατσαρόλα όμως ήταν πλημηρισμένη στο ζουμί. Προσεχώς καλύτερα είπε από μέσα της και περίμενε τον καλό της κατά τις έξη το απόγευμα να έρθει για φαγητό.
Ο Θάνος, μετά τις τυπικές φιλοφρονήσεις και τα φιλήματα, κάθισε σαν αγάς στο τραπέζι να απολαύσει το πρώτο μαγειρευτό φαί από τη γυναικούλα του.
- Αγάπη γιατί δεν μου απάντησες όταν σε ρώτησα στο τηλέφωνο τι θα μαγειρέψεις σήμερα;
- Ε! να δεν τα πήγα και τόσο καλά, γιαυτό.
- Δεν πειράζει μωρό μου, αρκεί να κουτσοτρώγεται.
Ο Θάνος το είδε από μακριά τον μέλανα ζωμό που προορίζονταν να του σερβίρει για μεσημεριανό και χωρίς την εμπειρία του παλιού νοικοκύρη που ξέρει να φυλάγεται από τις κακοτοπιές, σαν να βρίσκεται στο σπίτι της μάνας του, πέταξε χεραίκακα το πικρόχολο σχόλιό του.
- Καλά η μάνα σου δεν σ’ έμαθε να μαγειρεύεις; Τέτοιο νεροζούμι ούτε στο στρατό δεν έχω φάει.
Τόπε κι έγινε χαμός. Η Έλενα δεν του το συγχώρεσε ποτέ. Κι έτσι μπήκε στα θεμέλια αυτού του σπιτιού το πρώτο λιθαράκι της κακίας που σιγά-σιγά γύρευε την εκδίκησή του.
Αργότερα ήρθαν κι άλλα. Κάτι πουκάμισα που δεν ήταν ποτέ στην ώρα τους σιδερωμένα. Ένα ζευγάρι παπούτσια που ζήτησε η Έλενα ν’ αγοράσει αλλά η πρόταση της απορρίφθηκε ασυζήτητη. Μα το κυριότερο, την ενοχλούσαν αυτές οι ατέλειωτες ώρες της προσμονής, μόνη στο σπίτι, χωρίς χόμπι, χωρίς προσδοκίες. Ανίαρα οι ώρες μοιράζονταν μεταξύ μαγειρέματος πλυσίματος και λάτρας. Εκείνο το μαύρο το σαράκι που ξαναείπαμε, βρήκε δρόμο και στόχευε πια κατ’ ευθεία στο νευρικό της σύστημα.

Όλα πήγαιναν μάλλον στραβά και κάτι σύννεφα μαύρα σαν κι αυτά που βλέπει κανείς στον ουρανό και λέει με βεβαιότητα, όπου νάναι θα βρέξει, άρχισαν να συχνάζουν τελευταία πάνω από την ταράτσα της μονοκατοικίας που είχαν νοικιάσει τα παιδιά. Ο Θάνος ακόμα αδαής κι ανεκπαίδευτος στη διαχείριση κρίσεων κρύβονταν πίσω από τη μόνιμη επιχειρηματολογία
- Εγώ δουλεύω ο κερατάς δεκαέξι ώρες την ημέρα, τι θέλεις να κάνω;
- Να πεις στον πατέρα σου να μας βοηθήσει λιγάκι. Στεγνώσαμε, δεν το βλέπει; Εσύ άλλα μου έλεγες.
- Ναι βρε αγάπη μου αλλά ο άνθρωπος τελευταία τρέχει συνέχεια στους γιατρούς. Ξέρεις πόσα λεφτά του φεύγουν;
Για να σκοτώνει την ώρα της θυμήθηκε να ξετρυπώσει κάτι τηλέφωνα από παλιές της φιλενάδες, έτσι για να περνά την ώρα της. Επαψε όμως να πλέκει το εγκώμιο του αγαπημένου της αλλά σκιαγραφεί πια τα πρώτα αρνητικά κουσούρια του άντρα της. Αυτό βέβαια το έκανε σαν να τα λέει στην πόρτα για να τα’ ακούει το παράθυρο που λένε. Να τις προάλες που μιλούσε με την παλιά συμμαθήτρια της τη Βάσω, της είπε.
- Βασούλα μου, δεν τα πάμε καλά.
Έμεινε άναυδη η Βασούλα γιατί γνώριζε από πρώτο χέρι το πόσο πολύ αγαπούσε το Θάνο.
- Τι άλλαξε κορίτσι μου τώρα και μου μιλάς έτσι;
- Να τίποτα δεν είναι όπως παλιά. Τώρα δεν μου δίνει σημασία. Όταν έρχεται από τη δουλειά το μόνο που κάνει είναι να φάει, να δει λίγο τηλεόραση κι ύστερα να πέσει να κοιμηθεί.
- Ναι αλλά εργάζεται πολλές ώρες.
- Και λοιπόν, εντάξει, εγώ τι φταίω;. Βαρέθηκα να παριστάνω την πιστή Πηνελόπη.
Κι έτσι σιγά σιγά πότε στις φίλες της πότε στη μάνα της, άρχισε να απομυθοποιεί τα όσα πριν το γάμο εκθείαζε για τον άντρα της ζωής της. Το παλικάρι με τα γαλανά μάτια και τους γυμνασμένους ώμους δεν είναι αρκετός για να καλύψει τις συναισθηματικές αναζητήσεις της Έλενας. Για την πλήξη και τη βαρεμάρα της φταίει τώρα ο Θάνος. Όχι πως δεν φταίει δηλαδή. Με πρόφαση πάντα το ωράριο της δουλειάς του, δικαιολογεί το λόγο που τον κάνει να ξεχνά να προσφέρει ένα λουλούδι, όπως έκανε πριν παντρευτούν. Ξεχνά να ξεκλέψει μια ωρίτσα για έναν καφέ στην πλατεία. Ξεχνά πως έχει δίπλα του ένα πολύ όμορφο και ζωντανό κορίτσι που στη θωριά της πολλοί λιμπίζονται τα κάλλη της.

Ο πατέρας του Θάνου, δεν άντεξε άλλο να παλεύει με την αρρώστια του και άφησε το μάταιο κόσμο πριν από πέντε μήνες περίπου. Ο αιμοδότης στα οικονομικά του Θάνου και της Έλενας, δεν υπάρχει πια. Τα χρέη τύλιξαν αμέσως σαν τον κισσό το ζευγάρι και η μόνη φωνή που ακούστηκε μετά από αυτόν τον εναγκαλισμό ήταν η φωνή της Έλενας που έλεγε «δεν πάει άλλο» Η μάνα της έτρεξε να συνδράμει κι ότι μπορούσε να ξεκλέψει από τις οικονομίες της τα έδινε κρυφά στην κόρη της, μπας και μαλακώσει τα πράγματα.
Αχ αυτές οι ετερόφωτες και εξαρτημένες οικονομίες των σύγχρονων Ελληνικών νοικοκυριών. Φωτίζουν για λίγο σαν το άστρο της Βηθλεέμ και ξαφνικά σβήνουν αφήνοντας πίσω απόγνωση και θλίψη. Για όσο καιρό όμως έλαμψε πάνω από το σπίτι του Θάνου και της Έλενας φώτισε την κούνια του μωρού που ήρθε στον κόσμο για να «δέσει»το ζευγάρι, όπως κρυφά συμβούλευε την κόρη της η μάνα.
Οι οιωνοί δεν ήσαν καθόλου καλοί γι’ αυτή την οικογένεια. Η καθημερινότητα χτυπούσε αλύπητα τα δυο παιδιά, σαν το κύμα που δεν ησυχάζει εάν δεν δει το καράβι να ξωκοίλοι στα βράχια. Όποιος κάνει το λάθος να θυμίσει στα παιδιά με πρόθεση να τα εμψυχώσει, έρωτες, φεγγάρια και ακρογιαλιές ονειρεμένες, τον παίρνει ο διάολος και τον σηκώνει. Τέτοιες ιστορίες έχουν πάρει έξωση από το σπιτικό τους γιατί τώρα ήρθε και συγκατοίκισε μαζί τους μια γκρίζα μελαγχολία που τύλιξε τα πάντα μες’ το σπίτι. Ακόμα και τα έπιπλα μοιάζουν να προσαρμόστηκαν στο περιβάλλον αφού μαζί με τη σκόνη και την ακαταστασία δένουν απόλυτα με θλίψη των αφεντάδων τους.
- Θα τον παρατήσω μάνα, είπε με σθεναρή φωνή μια μέρα που πίναν τον καφέ τους στην κουζίνα
Η μάνα έμεινε σύξυλη. Όχι πως δεν το περίμενε, μα να το παιδί, η ανεργία της, νόμιζε πως θα την φόβιζαν λιγάκι.
- Γιατί τα παρατάς έτσι κόρη μου. Πάλεψε το, το Θάνο δεν τον αγαπάς πια;
Δεν χρειάζονταν και πολύ σκέψη για να δώσει μια κοφτή απάντηση στη μάνα της που είχε εν τω μεταξύ λουστεί από κρύο ιδρώτα. Τελικά μόνο οι γονείς μπορούν να προαισθανθούν τέτοιες στιγμές το κακό που έρχεται. Τα παιδιά ακόμα και σε τέτοιες καταστάσεις, μιλούν για δικαιώματα, για ελευθερία, για μια καλύτερη ζωή.
- Όχι δεν τον αγαπώ. Δεν θα περάσω εγώ τη ζωή μου μες’ τη μιζέρια. Ούτε κουτσή είμαι ούτε με πήραν τα χρόνια. Θέλω να ζήσω μάνα, τα’ ακούς; Θέλω να ζήσω.
Τι κι αν πάσχισε η μάνα της να της μιλήσει για τις δυσκολίες που σε βρίσκουν μετά από ένα διαζύγιο, άγνωστο θέμα για την Έλενα. Της θύμισε όσα παραδείγματα μπορούσε να επιστρατεύσει και ειδικότερα για την περίπτωση της πρώτης της εξαδέλφης τη Μαρίτσα. Η κοπέλα έτσι ξαφνικά τα βρόντηξε κάτω κι έφυγε από το σπίτι της. Ούτε πετσέτα δεν καταδέχτηκε να πάρει πίσω, Ήθελε μόνο να φύγει κι ας ήταν όλα χρεωμένα ακόμα στο όνομα του πατέρα της. Πήρε μια μέρα το παιδί της αγκαλιά και γύρισε στο πατρικό της.
- Αμ δεν πήρε κόρη μου μαζί της μόνο το μωρό κι ας ισχυρίζεται η Μαρίτσα ότι αυτό έκανε. Πήρε μαζί της και όλα της τα προβλήματα και τα απόθεσε στην ποδιά της μάνας της και του πατέρα της. Τον είδες το θείο σου πως κατάντησε ο κακομοίρης, μισός άνθρωπος. Το μωρό όμως; Μεγάλωσε σε τρία σπίτι. Δέκα χρόνια τώρα μοιράζεται στις δυο γιαγιές και στο καινούργιο σπιτικό του πατέρα του που έσπευσε να παντρευτεί αμέσως μετά το διαζύγιο.
- Αυτά μου τα λες τώρα για να με φοβίσεις; Δεν τσιμπάω
- Έτσι έλεγε και η Μαρίτσα. Άφηνε όμως κατά μέρος της περηφάνιες και κάθε τόσο τηλεφωνούσε στον πρώην άντρα της, πότε για τα ρουχαλάκια του μικρού, πότε για τα παπουτσάκι, και πότε για τις αρρώστιες που την είχαν εξαντλήσει και οικονομικά αλλά το κυριότερο ψυχολογικά. Πες’ μου παναθεμάσε είδες ποτέ την ξαδέλφη σου μετά το χωρισμό της ευτυχισμένη; Έκανε δυο τρις σχέσεις κι όλοι της ξίνιζαν κι απ΄ ότι βλέπω εκεί θα σταφιδιάσει μαζί με τη μάνα της.
- Πάψε δεν αντέχω. Ούρλιαζε η Έλενα. Εδώ μέσα πνίγομαι το καταλαβαίνεις; Ότι και να λες μπορεί να έχεις δίκιο, αλλά εγώ δεν θα πεθάνω εδώ μέσα.

Η απόφαση της φυγής, πρέπει να είχε από μέσα της επεξεργαστεί από μέρες τώρα. Η μοιραία έξοδος απόμεινε κι αυτή έγινε ένα πρωί, αφού έφυγε ο Θάνος για δουλειά. Ένα ολιγόλογο σημείωμα ήταν αρκετό, απλά έτσι για την ενημέρωση. Τέτοιες ώρες δεν υπάρχουν συναισθηματισμοί, ούτε καν ένα συγνώμη. Κανείς δε νοιάζεται να κλάψει για ένα περιβόλι που παρ΄ ότι το σπείραμε και το φροντίσαμε στην αρχή, αυτό δε λέει να καρπίσει. Έτσι τελειώνουν όλα μ΄ ένα αντίο, βουβό και κρύο. Η μάνα της Έλενας όχι πως σπούδασε ψυχολογία αλλά μάντεψε σωστά την εξέλιξη των πραγμάτων γιατί λίγο ή πολύ κάποια πράγματα στη ζωή δεν θέλουν φιλοσοφίες, είναι ξεκάθαρα.
Σήμερα, είκοσι επτά χρόνια μετά ο γιος της Έλενας μένει μόνος του σε νοικιασμένη γκαρσονιέρα, αλλά καθημερινά επισκέπτεται τη γιαγιά και τον παππού για το φαγητό του. Η Έλενα αφού δοκίμασε δυο τρις συμβιώσεις, άνεργη ακόμα, καταδέχτηκε και επέστρεψε στους γονείς της, τάχα μου ότι την πήρε ο πόνος για να τους γηροκομίσει. Ο Θάνος ξαναπαντρεύτηκε, μη θαρρείτε καμιά προκομμένη περίπτωση γιατί με τα χρήματα που του απέμειναν μετά τις διατροφές και τα άλλα έξοδα μόνο με έναν γενναίο συμβιβασμό λύνονταν το πράγμα. Η πολυπόθητη ευτυχία που ήταν το ζητούμενο μετά το διαζύγιο, μάλλον δεν τους έκανε τη χάρη να ανταμώσει μαζί τους εκτός από δυο-τρία ραντεβού φευγαλέα κι αυτό ήταν όλο.

Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δεν υπάρχουν σχόλια: