ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

30 Ιουλίου 2011

Απιστία από την πρώτη βραδιά

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ

Προοίμιο

Πάνε περίπου 25 χρόνια που παράλληλα με τη υπαλληλική μου σχέση με το Δημόσιο, για λόγους βιοποριστικούς, μετατρέποντας το χόμπι μου σε επάγγελμα, ασχολήθηκα με τη φωτογραφία σε επαγγελματικό επίπεδο καλύπτοντας βασικά Γάμους και Βαπτίσεις.
Συμμετείχα σε εκατοντάδες μυστήρια, γνώρισα ανθρώπους κάθε επιπέδου και κοινωνικής τάξης και φυσικά σαν τρίτο μάτι, σαν ουδέτερος κι έχοντας το μικρόβιο του συγγραφέα, έδωσα σημασία σε καταστάσεις και γεγονότα που μπορεί για άλλους να έμοιαζαν ασήμαντα, για μένα αποτέλεσαν το ερέθισμα να κρατάω σημειώσεις για να τις μεταφέρω κάποτε στο χαρτί.
Οι ιστορίες που θα σας διηγηθώ με τον γενικό τίτλο «Φωτογραφικά Χρονικά» είναι πέρα για πέρα αληθινές. Για λόγους ευνόητους βέβαια τα ονόματα των πρωταγωνιστών και οι χώροι όπου διαδραματήστικαν τα γεγονότα θα είναι φανταστικά. Πιστεύω πως αξίζει τον κόπο να αναφερθούμε σ’ αυτές τις ιστορίες διότι καταγράφουν άλωτε με κωμικό τρόπο κι άλωτε λιγάκι τραγικά την κουλτούρα μας και τις ιδιαιτερότητες αυτής της φυλής.

Ιστορια 1η

Απιστία από την πρώτη βραδιά

Ο Γάμος είχε κλειστεί για τις επτά η ώρα, κι επειδή με τον συνεργάτη μου φοβηθήκαμε την κίνηση στην Εθνική οδό λόγο Σαββατοκύριακου, αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε νωρίς. Προορισμός μας ήταν ένα από τα μεγάλα χωριά του νομού Μεσσηνίας. Μπορεί η σκέψη μας να ήταν λογική, στην πράξη όμως βρεθήκαμε να πίνουμε τον καφέ μας στην κεντρική πλατεία του χωριού πέντε ώρες ενωρίτερα. Το έχω διαπιστώσει κι άλλες φορές πως όταν στο χωριό συμβαίνει κάποιο γεγονός, γάμος κηδεία, ή άλλο μεγάλο συμβάν, ακόμα κι αν είσαι ξένος όλο και κάτι θα μυριστείς, που θα προδίδει ότι εδώ σήμερα κάτι συμβαίνει. Στους δρόμους υπήρχε μια περίεργη ερημιά. Βέβαια ήταν ώρα μεσημεριού και μέρα σχόλης, αλλά εύλογα αναρωτήθηκα,
- ούτε μια ψυχή στο δρόμο; Ρώτησα τον καφετζή μόλις μας σέρβιρε τον καφέ μας
- Α! Σήμερα έχουμε γάμο.
- Ε! και τι μ’ αυτό; Απόρησα
- Κοίτα να δεις, είναι βέβαια ώρα φαγητού γιαυτό ο κόσμος βρίσκεται στα σπίτια του. Σίγουρα όμως θα φροντίσουν με λίγο υπνάκο παραπάνω να είναι ξεκούραστοι για να χαρούν το βράδυ, το γλέντι που θα γίνει, γιατί να ξέρεις εμείς εδώ όταν έχουμε γάμο καλούμε όλο το χωριό και γλεντάμε μέχρι το πρωί. Εσείς του λόγου σας για το γάμο ήρθατε;
Όσην ώρα φρόντιζε τα καφεδάκια μας να κάτσουν στη σωστή θέση για να μη χυθούν και ανάμεσα στα λόγια που ανταλλάξαμε, με την άκρη του ματιού του πάσχιζε να διαβάσει το τι σόι πράγμα είμαστε εμείς οι ξενόφερτοι στα μέρη του.
- Ναι-ναι για το γάμο. Είμαστε οι φωτογράφοι.
- Α μπα! Δεν σας ξέρω. Από την Αθήνα είστε;
- Ναι από την Αθήνα, του απάντησα εγώ.
- Ποιος σας έδωσε τη δουλειά η Σουζάνα;
- Ποια Σουζάνα, ξαφνιάστηκα γιατί ξέχασα προς στιγμή ότι έτσι λένε τη νύφη. Ναι η Σουζάνα απάντησα κοφτά.
- Χμ! Βέβαια. Είπε ο καφετζής. Όχι που θ’ άφηνε τον έρμο τον Βαγγέλη να κανονίσει. Α!!! Μου φαίνεται πως μόνο για να πληρώνει τον παντρεύεται.
- Υποθέτω πως Βαγγέλης είναι ο γαμπρός, των ρώτησα περίεργα για να μπορέσω να δέσω από τις φευγάτες κουβέντες του καφετζή, την όλη ιστορία.
- Βαγγέλης ναι. Απάντησε κι έδειχνε καλά διαβασμένος ο άνθρωπος. Έχει το βενζινάδικο που φαίνεται στο τέλος του δρόμου. Να προς τα εκεί πέρα κι έδειξε με το δάκτυλο του το μαγαζί. Πολλά λεφτά ο Βαγγελάκης. Και χωράφια και σοδειές ένα σωρό. Δεν βρήκε όμως μια από το χωριό μας να τον τιμήσει. Λιμπίστηκε από τα κάλλη της Σουζάνας και κόλλησε.
Λαλίστατος ο τύπος. Κανονικό δελτίο ειδήσεων. Ο βασικός κορμός της ιστορίας των μελλονύμφων, έχει πια διαμορφωθεί. Λοιπόν έχουμε και λέμε. Ο Βαγγέλης, γόνος πλούσιας οικογένειας με ιδιόκτητο βενζινάδικο και κτήματα, σε κάποια πήγαινε-έλα προς την Αθήνα, γνώρισε τη Σουζάνα που μπορεί να μη διέθετε προίκα, είχε όμως πλούσια τα ελέη του θεού σε θέματα ομορφιάς, ικανά προσόντα για να αποφασίσει ο Βαγγέλης να ρίξει άγκυρα και να τη ζητήσει σε γάμο. Το στραβομουτσούνιασμα του καφετζή κάθε φορά που αναφέρονταν στο όνομα Σουζάνα, μαρτυρούσε πως δεν του ήταν και ιδιαίτερα συμπαθής. Έτσι είναι στα χωριά. Ενώ στην Αθήνα το βιογραφικό του ο καθένας το γράφει μόνος του, εδώ το αναλαμβάνουν οι συγχωριανοί σου. Κι άμα δεν τάχεις καλά μ’ αυτούς ούτε σαράντα κύματα δεν σε ξεπλένουν. Persona non grada λοιπόν κατά κάποιον τρόπο η Σουζάνα στο χωριό.
Σε λίγο πλησίασε το μαγαζί ένας άλλος κύριος κι ο γραφικός καφετζής σαν να πάντρευε αυτός σήμερα το δικό του παιδί, τον καλοδέχθηκε από μακριά, πρόθυμος να τον ενημερώσει γιατί κατάλαβε πως σίγουρα δεν θα γύρευε τίποτε άλλο παρά πληροφορίες για το γάμο.
- Ελάτε-ελάτε. Για το γάμο είσαστε; Ε ναι σίγουρα. Να καθίστε εδώ με τα παιδιά. Είναι οι φωτογράφοι. Είναι νωρίς ακόμα, θα πάρετε κάτι;
Ο άνθρωπος ζήτησε ένα καφέ Ελληνικό και κάθισε δίπλα μας. Μετά από τις απαραίτητες συστάσεις, μάθαμε πως ήταν καθηγητής μουσικής και η νύφη ήταν μαθήτρια του. Μείναμε κάνα μισάωρο παρέα κι αποδείχθηκε πολύ ευχάριστος άνθρωπος. Συμφωνήσαμε μάλιστα μετά το γάμο στο χώρο της δεξίωσης να καθίσουμε μαζί μιας κι ήταν μόνος.

Με τις οδηγίες του καφετζή βρήκαμε το σπίτι της νύφης με ακρίβεια συντεταγμένων. Εμείς έπρεπε να είμαστε εκεί για να αρχίσουμε τα πρώτα πλάνα μας από τις προετοιμασίες. Το σπίτι ήταν νεόκτιστο και η μυρουδιά των υλικών ακόμα έντονη. Ήταν μια πανέμορφη διώροφη μεζονέτα που έκανε τα παρακείμενα σπίτια να μοιάζουν με παρακατιανά. Την κεντρική είσοδο στεφάνωνε μια πανέμορφη κατακόκκινη αζαλέα. Το πότε πρόλαβε κι αναρριχήθηκε μ’ έκανε να το κρατήσω σαν ερώτηση κι αργότερα έμαθα πως είχε μεταφερθεί από το παλιό σπίτι της γιαγιάς του Βαγγέλη με τη βοήθεια πέντε εργατών που πλήρωσε αδρά γιατί ήταν το αγαπημένο λουλούδι της μνηστής του.
Την πόρτα μας άνοιξε μια πανέμορφη κοπέλα γύρω στα εικοσιπέντε με ένα από τα πιο ωραία χαμόγελα, που ακόμα θυμάμαι. Με το άνοιγμα της πόρτας αντίκριζες έναν τεράστιο χώρο ενιαίο μεν αλλά με διάφορα ξύλινα επίπεδα όπου εδράζονταν κατά κύριο λόγο η κουζίνα, η τραπεζαρία κι ένα γουστόζικο μπαράκι. Ο άλλος χώρος ήταν ελεύθερος χώρος ήταν το σαλόνι που στη μέση του πλαϊνού τοίχου ήταν το τζάκι. Αυτό το όμορφο κατασκεύασμα καλύπτονταν σχεδόν σε κάθε του σημείο από ρούχα και κάθε λογής αντικείμενα, ατάκτως ηρμένα.
- Παιδιά ελάτε, ανάλαβε να μας προϋπαντήσει η Σουζάνα προβάλλοντας από το βάθος με μια πετσέτα στο κεφάλι σκουπίζοντας τα βρεγμένα της μαλλιά. Συγνώμη για την ακαταστασία αλλά η νύφη θα πιάσει δουλειά εδώ μετά το μήνα του μέλιτος.
- Κι είναι ανάγκη μια τέτοια νύφη σαν εσένα να καταπιαστεί με τέτοιες δουλειές, είπε ο Δημήτρης ο συνεργάτης μου, πιάνοντας αμέσως «δουλειά» κατά την προσφιλή του συνήθεια όταν διαπίστωνε πως το τοπίο είναι προσβάσιμο.
Γάτα ο Δημήτρης σε τέτοιες υποθέσεις. Του φτάνουν μόνο τριάντα δευτερόλεπτα για να βγάλει την ετυμηγορία του. Παλιά καραβάνα στο κουρμπέτι και με σύμμαχο τα όμορφα σαρκώδη χείλη του έπαιζε με τις νυφούλες όπου τύχαινε να ήταν λιγάκι φλου και είχε πάντοτε επιτυχίες. Τουλάχιστον άλλες φορές σεβόμενος και τη δουλειά μας άφηνε στο απυρόβλητο τις νύφες και φρόντιζε μέσω της οικειότητας που ανέπτυσσε μαζί τους να βολιδοσκοπεί άλλες όμορφες ενζενί φιλενάδες της. Εδώ μετρήσαμε τέσσερες, η μια καλύτερη από τις άλλες. Όμορφα κορμιά νεανικά όλο δροσιά και χάρη. Είχαν έρθει από νωρίς, φίλες της κι αυτές από την Αθήνα, για να κάνουν παρέα περισσότερο στη Σουζάνα, μέχρι την ώρα του γάμου, μιας κι ο γαμπρός ετοιμάζονταν στο σπίτι της μητέρας του πάνω από το βενζινάδικο. Γρήγορα όμως με ζώσανε τα φίδια όταν άρχισα να διαπιστώνω πως τα βέλη του Δημήτρη στρέφονταν κατ’ ευθείαν στη νύφη. Είχε εδώ που τα λέμε το κάτι άλλο που την έκανε να ξεχωρίζει από τις φίλες της. Πανέμορφες δε λέω, αλλά φτιαγμένες από καρμπόν. Ενώ η Σουζάνα χρήζει ιδιαίτερης περιγραφής. Ότι είχε αυτή, δεν το είχαν καμιά από τις άλλες. Και πρώτα απ’ όλα το ύψος της. Γυναίκα δίμετρη που λένε. Μπορεί να είχε κάποια κιλά παραπάνω αλλά αυτά ήταν που της έδιναν αυτό που λέμε τον χαρακτηρισμό της νταρντάνας. Μα το μεγάλο της ατού ήταν η ματιά της. Η ματιά της ναι, κι όχι το μάτι της. Σε έσφαζε όταν σε κοίταζε.
- Α δεν ξεκινάμε καλά φωτογράφε. Τάχαμου σαν να μάλωνε το συνεργάτη μου, και παράλληλα με τη ματιά της, ήταν σαν να του έλεγε, πες’ κι άλλα μ’ αρέσεις.
Είπε κι άλλα ο Δημήτρης, άλλο που δεν ήθελε, είπανε και τα κορίτσια, ήρθαν και τα ουισκάκια και γίναμε σαν μια οικογένεια που έλεγε κι ο Ηλιόπουλος στη γνωστή Ελληνική ταινία. Το τραβούσε η Σουζάνα το ουίσκι σαν αναψυκτικό, ενώ ο Δημήτρης είχε αναλάβει να ξεθάψει από τη λίμπιντο της κάθε λαχτάρα και κρυφό της καημό.
- Αυτός είναι ο γαμπρός; Ρώτησε επίτηδες ο Δημήτρης σαν να μη καταλάβαινε αφού ήταν φως φανάρι ότι αυτός ήταν αγκαλιά με τη Σουζάνα μάλλον στους αρραβώνες τους.
- Ναι αυτός είναι απάντησε κοφτά, σαν να βιάζονταν ν’ ακούσει τη συνέχεια.
Τα απανωτά ουίσκι επέτρεπαν πλέον να λεχθούν και λόγια που ίσως χωρίς την επήρεια του αλκοόλ να μη λέγονταν.
- Εγώ πάντως δεν τον παντρευόμουνα Σουζάνα.
- Α δεν πας καλά εσύ παιδάκι μου, πετάχτηκε να σώσει την κατάσταση μια από τις ενζενύ δεσποινίδες.
- Αστονε Κλαίρη, καλά λέει. Ας μην παίζουμε τον παπά. Το κέρατό μου μέσα, είπε αφήνοντας μια βαθειά εκπνοή να βγει βίαια από το στήθος της κι απόθεσε το ποτήρι της βίαια μπροστά από το μπουκάλι που χειρίζονταν ο φωτογράφος και είπε μονολεκτικά.
- Βάλε.
Ο Δημήτρης έκανε την κίνηση να βάλει αλλά όλοι οι άλλοι σαν νάμαστε συνενωμένοι με γκριμάτσες και χειρονομίες προσπαθήσαμε να δώσουμε στον φίλο μου να καταλάβει πως δεν ήτανε σωστό.
Λοιπόν παίδες, κομμένη. Γουστάρω να πιω και θα πιω. Έχετε ξαναδεί στη ζωή σας τη νύφη μεθυσμένη στην εκκλησία. Εάν όχι εγώ θα προτοτυπίσω. Θα είμαι η πρώτη.
- Καλά λες κοπέλα μου, συνέχιζε ο Δημήτρης επικίνδυνα πια να ρίχνει λάδι στη φωτιά. Είναι καμιά σας παντρεμένη; Ρώτησε τις ομορφούλες που είχαν σαστίσει.
- Όχι απάντησε για λογαριασμό και των άλλων κοριτσιών η Κλαίρη.
- Ήθελα νάξερα αν εσείς πηγαίνατε να παντρευτείτε κανένα ιποποταμάκι, με τι όρεξη θα το κάνατε.
- Δημήτρη να σε φιλήσω, φώναξε η Σουζάνα και ρίχτηκε στην αγκαλιά του δίνοντας το φιλί που υποσχέθηκε.
Ήταν ξεκάθαρο πλέον ότι μιλούσε το πιοτό. Πήρα την πρωτοβουλία να επέμβω δραστικά. Μάλωσα έντονα τις κοπελιές που είχαν κι αυτές αρχίσει να κελαηδούν και τους συνέστησα να φρονιμέψουν γιατί κατά πως τα κάνουμε εδώ σήμερα θα μας κυνηγούν με τα τουφέκια έτσι και μας πάρουν χαμπάρι. Ήδη η Σουζάνα ακόμα στην αγκαλιά του Δημήτρη του πρότεινε μεταξύ σοβαρού κι αστείου.
- Δημητράκη είσαι να την κάνουμε οι δυο μας; Να σηκωθούμε να φύγουμε κι άστους να κουρεύονται;
- Μη με τσιγκλάς γιατί εγώ δεν κωλώνω;
- Πάμε να φύγουμε Δημητράκη;
- Μη μου λες τέτοια γιατί από την πρώτη στιγμή που σε είδα με ταρακούνησες.
- Θέλω να με φιλήσεις είπε η «Εύα» προσφέροντας το μήλο στον «Αδάμ»
Το φιλί δόθηκε κι ήταν φιλήδονο. Οι σουσουραδίτσες που μέχρι εκείνη τη στιγμή χαζογέλαγαν με τα γενόμενα, έχασαν το χρώμα τους. Τότε κατάλαβαν ότι η κατάσταση εκτροχιάζονταν κι απευθύνθηκαν σε μένα για να σβήσω τη φωτιά. Χωρίς να μας πάρουνε χαμπάρι ο Δημήτρης και η Σουζάνα ζήτησα απ΄τα κορίτσια να ειδοποιήσουν τη μητέρα της να έρθει χωρίς να πουν λεπτομέρειες παρά μόνο ότι την πείραξε λιγάκι το ποτό. Στον συνεργάτη μου με την απειλή ότι εγώ θα φύγω αν δεν συμμορφωθεί του συνέστησα να πάει στο μπάνιο να δροσιστεί και να ετοιμαστεί γρήγορα για ν’ αρχίσουμε δουλειά.
Αναγκαστικά η πληθωρική Σουζάνα κατάπιε τον σκασμό με τον ερχομό της μάνας της. Φαίνεται πως οι δυο γυναίκες διάβαζαν τον ίδιο κωδικό επικοινωνίας γιαυτό δε χρειάστηκε να ειπωθεί τίποτα μεταξύ τους. Χωρίς πολλά πολλά η νύφη σηκώθηκε πήγε στο μπάνιο κι αφού δροσίστηκε λίγο φώναξε τα κορίτσια ν’ αρχίσουνε το χτένισμα και γενικά τις ετοιμασίες για το γάμο. Η κυρία Φούλη, γυναίκα πληθωρική κι αυτή, ίδια η κόρη της, με την ίδια γατίσια ματιά, έδειξε πως δεν χάφτει μύγες. Μόλις διαπίστωσε πως τα πράγματα είναι υπό τον έλεγχο της, άρχισε κι αυτή να ετοιμάζεται γιατί η ώρα πια πλησίαζε.
Το κλίμα έμοιαζε να είχε αποκατασταθεί, η επήρεια του αλκοόλ ήταν υπό έλεγχο, μαθημένοι άλλωστε από τα μπαράκια της Αθήνας, χρήσιμη εμπειρία για να περισωθεί εν προκειμένω η κατάσταση. Η μόνη αλλαγή που επιβάλλονταν να γίνει ήταν να ακυρωθεί η πεζή πορεία της νύφης για την εκκλησία. Μ’ ένα μικρό ψεματάκι ο ογκόλιθος Βαγγέλης δέχθηκε τη δικαιολογία που προφασίστηκαν πεθερά και νύφη, ότι δηλαδή λόγω του καύσωνα του μεσημεριού η Σουζάνα δεν ένιωθε πολύ καλά και φοβόταν γιατί της παρουσιάστηκαν κάποιες λυποθιμικές τάσεις. Ο σκόπελος ξεπεράστηκε κι η τελετή του γάμου κύλισε χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, με μόνη εξαίρεση, χωρίς βέβαια να είναι αντιληπτή από κανέναν η Σουζάνα από μέσα της έπαιρνε μικρές βαθιές αναπνοές και δεν έβλεπε την ώρα να τελειώσει ετούτο το μαρτύριο.

Μετά την τελετή χίλια και πλέον άτομα βρέθηκαν σε μια τεράστια στεγασμένη αίθουσα με ανοιχτή την πλαϊνή πλευρά για νάρχεται αέρας. Το συνεργείο μας όπως είχαμε συνεννοηθεί από το καφενείο με τον δάσκαλο της μουσικής, κάθισε στο ίδιο τραπέζι μαζί του που είχε ο ίδιος από νωρίτερα επιλέξει. Η κούραση για μας ήταν ήδη εμφανής. Ο Κλέαρχος, έτσι έλεγαν τον Κύριο καθηγητή, είχε εξασφαλίσει μέσα στην ατομική του δερμάτινη τσάντα ένα μπουκάλι ουίσκι και κάθε τόσο τραβούσε από μια γουλιά.
- Νάτα μας!!!! Και συ τέκνο Βρούτε; Του μίλησα σαν να τον μάλωνα.
- Τι πειράζει φωτογράφε, να φτιαχτούμε λιγάκι.
- Είδα κι έπαθα με το φτιάξιμο των άλλων τώρα θα προσέχω κι εσένα.
- Για ποιους άλλους λες, μίλα καθαρά.
Αποφάσισα να δαγκώσω τη γλώσσα μου και να συμμαζευτώ, αλλά ο Κλέαρχος επέμενε.
- Τι έγινε ρε. Έγινε τίποτα στο σπίτι λέγε. Δεν περίμενε όμως την απάντηση μου γιατί αμέσως συμπλήρωσε
- Μη μου πεις…….. Μωρέ καλά το λένε, «κόβει η πουτάνα το γαμίση, δεν το κόβει;» Θα τηνε κάνω εγώ απόψε να παραμιλάει, θα δεις. Και να άλλη μια γερή ρουφηξιά από το μπουκάλι.
Δεν χρειάζονταν εξηγήσεις. Ήταν εμφανέστατο ότι μιλούσε για τη νύφη. Έδειχνε επίσης ξεκάθαρα πως πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά τη λεγάμενη. Εκμεταλλεύτηκα την παραζάλη του και τον ρώτησα
- Μεγάλε τι συμβαίνει εδώ πέρα; Γιατί τέτοιος νταλκάς;
- Μεγάλη πουτανίτσα η νυφούλα μας, είπε και κουνούσε το κεφάλι με τέτοιο τρόπο που σίγουρα φανέρωνε πως αναπολούσε ιστορίες από το πρόσφατο παρελθόν. Την εποχή που την είχα μαθήτρια, συνέχισε την ιστορία του, κόντευα να τρελαθώ για πάρτη της. Μου κόστισε μια περιουσία. Άσε σου λέω μεγάλη λαμαρίνα είχα δαγκώσει.
- Είχατε δηλαδή σχέση;
- Όχι ακριβώς αλλά βρισκόμασταν τακτικά. Κάθε φορά όμως μου κόστιζε ακριβά αλλά χαλάλι της. Στη ζωή μου δεν ξανάκανα έρωτα τόσο απολαυστικά. Με τη Σουζάνα έλειωνα.
- Σώπα μωρέ κι ηρέμησε, του λέω. Βρε τι έχω πάθει σήμερα. Κοίτα τον άλλον και του έδειξα τον Δημήτρη που είχε πάρει τη φωτογραφική μηχανή και «πυροβολούσε» τη Νύφη, όπως λέμε στη γλώσσα μας όταν το παρακάνουμε τραβώντας πόζες το ίδιο άτομο. Όλοι πια μας πήρανε χαμπάρι. Κανονίστε απόψε να φύγουμε από εδώ κλαίγοντας.
Ήταν πλέον δεδομένο. Η λογική είχε πάει περίπατο και το αλκοόλ άρχισε να παίρνει τα ινία. Κάποια στιγμή ο κόσμος βαρέθηκε με τις παραγγελιές της νύφης για τσιφτετέλια και ζεϊμπεκιές κι είχε αραιώσει από την πίστα. Η Σουζάνα γυρόφερνε στην πίστα μόνη της πλέον και γέμιζε συνέχεια το ποτήρι της με κρασί, άλλο πρόβλημα κι αυτό με το ανακάτωμα του ουίσκι με το παλιόξυδο που σέρβιραν στα τραπέζια για κρασί. Η Κυρία Λουκία πήγε να αναλάβει πρωτοβουλία και την πλησίασε. Ήταν φανερό πως την τραβολογούσε για να πάνε προς την τουαλέτα προφανώς για ν’ ανακάμψει την κατάρρευση. Η Σουζάνα με μια κίνηση του αγκώνα της την έσπρωξε στην άκρη, φάνηκε όμως πως είχε συμφωνήσει να πάει στην τουαλέτα, θα το έκανε όμως μόνη της.
Πριν κατεβεί από την πίστα έκανε κάτι που όποιος χαζός δεν είχε ακόμα καταλάβει πως η νύφη απόψε ήταν σκνίπα τώρα θα το διαπίστωνε. Βγάζει λοιπόν η κυρία τη γόβα της, τη γεμίζει με κρασί κι άρχισε να πίνει. Το υπόλοιπο το έχυσε στο κεφάλι του Βαγγελάκη που έτρεξε να σταθεί αρωγός ενόψει της κατάρρευσης της γυναίκας του. Επί τη ευκαιρία να σας πω πως μάλλον πρέπει να ήταν ο μόνος μέσα στους χίλιους που ερμήνευε τη συμπεριφορά της γυναίκας του ως υπέρμετρο κέφι. Κάτι τέτοιο ψέλλιζε στον κουμπάρο του την ώρα που περνούσα από δίπλα του για να φροντίσω την βιντεοκάμερα. Τώρα όμως σχεδόν την έσερνε προς τα έξω προς το μέρος της τουαλέτας. Βοηθός στην κουστωδία και η κυρία Λουκία, αλλά και ο φίλος μας ο Κλέαρχος. Καλά το λένε πως ο λύκος στην αναμπουμπούλα χαιρετε. Η Σουζάνα άρχισε να φωνάζει πως δεν έχει ανάγκη από βοήθεια και πως μπορεί να ελέγξει μόνη της τον εαυτό της. Μπροστά στο φόβο να μη γίνουν ρεζίλι από τις φωνές της συμφώνησαν όλοι να την αφήσουν μόνη μιας και πείστηκαν από την ύστατη προσπάθεια της να σταθεί όρθια χωρίς να τρεκλίζει. Όλοι απομακρύνθηκαν από κοντά της κι η Σουζάνα κουτσά στραβά πήρε το δρόμο για τις τουαλέτες.
Με έλουσε κρύος ιδρώτας όταν μέσα σ’ αυτόν το χαμό είδα με τα μάτια μου τη μουσίτσα τον Κλέαρχο να τρυπώνει πρώτος απ΄όλους στο χώρο της τουαλέτας. Κάνοντας την κίνηση για να σηκωθώ από την καρέκλα μου, μήπως προλάβω το κακό που ήμουν σίγουρος πως πήγαινε να γίνει, διαβόλου σύμπτωση ο γαμπρός ζήτησε να παίξουν «το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» κι ήδη ήταν στην πίστα χορεύοντας. Η δουλειά του φωτογράφου είναι να αποτυπώνει αυτά τα γεγονότα. Ο Δημήτρης ήδη είχε πάρει τη θέσει του τραβώντας βίντεο κι εγώ με το ‘ένα μάτι στη φωτογραφική μηχανή και το άλλο προς την έξοδο του μαγαζιού μετρούσα τα δευτερόλεπτα για να τελειώσει το τραγούδι και να μην έχει εν τω μεταξύ ακουστεί τίποτα το ανάποδο. Από τότε θυμάμαι πως «το ζεϊμπέκικο της Ευδοκίας» διαρκεί 4 και 35 δεύτερα. Πρώτη φορά που ένοιωθα πόσο αργά και βασανιστικά μπορεί να κυλίσουν τεσσεράμισι λεπτά. Με τη μηχανή κρεμασμένη στο λαιμό έτρεξα αμέσως προς το χώρο της τουαλέτας. Ίσως από τακτ, όλοι είχαν απομακρυνθεί μετά και από την παράκληση της Σουζάνας. Βρήκα την πόρτα κλεισμένη και τρόμαξα στην ιδέα πως αν την είχαν κλειδώσει από μέσα, το μακελειό δεν το γλυτώναμε. Γιατί θα το γλυτώσουμε τώρα μετά από αυτό που ακολούθησε;
Η μπετούγια μ’ ένα ελαφρύ κλικ άνοιξε και το θέαμα που αντίκρισα ήταν απογοητευτικό. Ο Κλέαρχος είχε καθίσει τη Σουζάνα επάνω στον νιπτήρα και πάσχιζε (πράγμα αδύνατον φυσικά λόγω της υψομετρικής διαφοράς) να διεισδύσει, σίγουρα όμως όπως φαινόταν δεν είχε συναίσθηση του τι έκανε. Αγκομαχώντας και καταϊδρωμένοι μούγκριζαν κι οι δυο σαν τα σκυλιά. Μια σκηνή που μόνο πίκρα και αηδία μου προκάλεσε όταν είδα δυο ανθρώπους να εξευτελίζουν έτσι, το πιο όμορφο αγαθό που έδωσε ο θεός στον άνθρωπο. Δεν είχα όμως περιθώρια για σκέψεις. Έπρεπε να αναλάβω δράση άμεσα κι ότι θα έκανα έπρεπε να είναι και το σωστό ώστε να μηδενίσω τον κίνδυνο να πάει κάτι στραβά και τότε ποιος μας σώζει. Τράβηξα βίαια τον Κλέαρχο και τον τσουβάλιασα μέσα στο θάλαμο μιας τουαλέτας. Οσο πιο αυστηρά μπορούσα τον διέταξα να κλειδώσει από μέσα και να εμφανιστεί στη αίθουσα τουλάχιστον μετά από ένα τέταρτο. Η Σουζάνα ανάθεμα κι αν είχε καταλάβει το τι γινόταν γύρο της. Την έπιασα από τις μασχάλες και την κατέβασα από τον νιπτήρα. Πάσχισα να την ταρακουνήσω μπας και συνέλθει αλλά η πλήρης μέθη ήταν γεγονός. Αναγκάστηκα να βγω για λίγο για να ειδοποιήσω τουλάχιστον τη μητέρα της. Με τον πρώτο όμως που συναντήθηκε το βλέμμα μας ήταν ο Βαγγέλης κι ασυναίσθητα σχεδόν του έκανα νεύμα να πλησιάσει.
- Τι συμβαίνει φωτογράφε, με ρώτησε αμήχανα λες και δεν ήξερε τι τον περίμενε. Αυτόματα το βήμα του και η ματιά του πήγε εκεί που έπρεπε και πιάνοντας με τα δύο του χέρια το κεφάλι είπε
- Τι χάλι είναι αυτό;
- Κύριε Βαγγέλη ηρεμήστε. Τι άλλο να του έλεγα του δύσμοιρου. Η γυναίκα σας δεν πρέπει να είναι καλά, του είπα προσπαθώντας να τον φοβίσω περισσότερο για την υγεία της παρά για το κάζο που έχει να γίνει. Τη βρήκα σκυμμένη στο νιπτήρα, ήπιε βέβαια πολύ αλλά πρέπει να βοηθηθεί μην πάθει και τίποτα.
- Αγαπούλα πως είσαι, είσαι καλά; Ρώτησε ο έρμος δείχνοντας πραγματικά να έχει ξεπεράσει την έγνοια του για το σούσουρο που σίγουρα θα γίνει κι επικεντρώθηκε πράγματι στο τι μέλει γενέσθαι.
- Βαγγελάκη μου, πρέπει να μέθυσα. Είπε γαργαλιστά η μουσίτσα. Τώρα εσκεμμένο ήταν το νάζι ή της ήρθε αυθόρμητα. Πάντως αν της επέτρεψε το αλκοόλ να έχει επαφή με την πραγματικότητα, τότε δικαιούται όσκαρ ηθοποιίας κάτι που έκανε το χοντρούλη να λειώσει σαν παγωτό.
- Ναι αγαπούλα μου μέθυσες αλλά δεν πειράζει. Την καθησύχασε αμέσως μπας και του πάθει η γοργόνα τίποτα.
- Βαγγελάκη πειράζει που θέλω να με πας στο σπίτι μας;
Έμεινε κάγκελο ο Βαγγελάκης. Αυτός που μέχρι αυτή τη στιγμή δεν έχει αναλάβει να λύσει τίποτα στη ζωή του καλείται τώρα να ρυθμίσει καλεσμένους, τους γονείς του τους κουμπάρους και κάθε εμπλεκόμενο. Και τι θα λέει όταν θα ρωτάνε, «καλέ που είναι η νύφη, τι έγινε;» Η νύφη το ‘σκασε, θα απαντά. Κι όμως ο Βαγγελάκης στάθηκε στο ύψος του. Ήταν η πρώτη φορά που έπρεπε να δείξει στη Σουζάνα πως είναι άντρας και δεν κωλώνει πουθενά. Μέχρι τώρα όση μόστρα μπορούσε να πουλήσει για την πάρτη της ήταν τα ατέλειωτα έξοδα που έκανε για πάρτι της για δωράκια κι ατέλειωτα γλέντια. Κι όλα αυτά λύνονταν με το χρήμα που το διέθετε άφθονο κάθε που ανέβαινε στην Αθήνα. Το μυαλό του λοιπόν πήρε στροφές και στράφηκε σ’ εμένα και μου είπε.
- Έχε λίγο το νούσου και κράτησέ της συντροφιά μέχρι να γυρίσω. Να ελάτε εδώ απόμερα να μη μας βλέπει ο κόσμος κι εγώ επιστρέφω αμέσως. Ο Κλεάνθης που τόση ώρα ήταν αμπαρωμένος στην τουαλέτα, άκουγε αλλά δεν έβλεπε κι πετάγεται ξαφνικά και λέει.
- Να βγω;
- Ποιος είναι σάστισε ο Βαγγέλης.
Όλα κινδύνεψαν να πάνε στράφι. Τώρα μάλιστα σκέφτηκα. Αυτό μας έλειπε. Ο Βαγγέλης έμεινε στη μέση του χώρου κι αφουγκράζονταν μήπως εντοπίσει τίποτα. Στην αριστερή του μασχάλη υποβάσταζε τη γυναίκα του η οποία έκανε πάλι το θαύμα της.
- Βαγγελάκη μου αέρα. Βγάλε με έξω θέλω να πάρω αέρα, θα λιποθυμήσω.
Διαταγή Βασιλική, τα σκυλιά δεμένα που λένε. Για τον Βαγγέλη δεν έμενε άλλη επιλογή. Διόρθωσε τον τρόπο που κρατούσε την αγαπημένη του και βγήκαμε έξω από τον απίθανο αυτό χώρο. Αφού έκρινε πως στο σημείο που σταθήκαμε δεν μας έβλεπε σχεδόν κανείς, ανέθεσε σ’ εμένα τη φύλαξη της όπως είχαμε συνεννοηθεί και τράβηξε για την αίθουσα της δεξίωσης. Σε δυο λεπτά ακούστηκε η φωνή του από τα μεγάφωνα, σαν διάγγελμα.
- Φίλες και φίλοι. Είμαι υποχρεωμένος να σας ενημερώσω πως μια η Σουζάνα μας δεν άντεξε το λίγο κρασάκι παραπάνω που ήπιε και λόγω του ότι, ναι είμαι υποχρεωμένος πια να σας το εξομολογηθώ δημόσια, η Σουζάνα μας είναι ήδη τριών μηνών έγκυος, θα πρέπει για λόγους προστασίας να αποχωρίσουμε. Εσείς θέλω να συνεχίσετε το γλέντι έστω και χωρίς εμάς. Μας συγχωρείτε πάρα πολύ και σας ευχαριστώ.
Αφού τελείωσε το ποίημα του έκανε μεταβολή κι εξαφανίστηκε. Ο DJ σε χρόνο μηδέν βάζει στη διαπασών το σουξέ της εποχής «στου παιδιού μου τη χαρά, σφάξαμε έναν κόκορα» κι η πίστα γέμισε με κόσμο.

Καθώς το αυτοκίνητο του ζευγαριού χάθηκε στο τέλος του δρόμου, εγώ σε χρόνο μηδέν επέστρεψα στην αίθουσα και άρχισα να μαζεύω με βιάση τα πράγματά μου για να πάρω δρόμο όσο γίνονταν πιο γρήγορα. Ο συνεργάτης μου δεν είχε πάρει χαμπάρι αλλά δεν χρειάζονταν η βοήθεια του γιατί στο μάζεμα βοηθούσε ο Κλεάνθης. Όσην ώρα μάζευε καλώδια και συμπράγκαλα σκυμμένος, ευχαριστούσε τον σωτήρα του, εμένα δηλαδή και υπόσχονταν λαγούς και πετραχήλια για να ξεπληρώσει την καλοσύνη μου. Ξεκινήσαμε σχεδόν μαζί για την Αθήνα χωρίς όμως να σταματήσουμε κάπου στη διαδρομή για καφέ. Τον Κλεάνθη δεν τον ξαναείδα παρά τις υποσχέσεις του. Δεν ξαναείδα όμως ούτε το ζευγάρι, τον Βαγγέλη με τη Σουζάνα, γιατί απλούστατα δεν ήρθαν ποτέ στο μαγαζί να παραλάβουν το υλικό του γάμου. Σε μια επαφή που είχα με τους γονείς του για να μας πληρώσει κάποιος για τη δουλειά μας, έμαθα πως το ζευγάρι έμεινε μαζί γύρω στις δέκα μέρες και μετά ο καθένας τράβηξε το δρόμο του μιας κι απ’ ότι φαίνονταν από την αρχή σίγουρα οι δρόμοι τους δεν έδειχνε να συναντώνται πουθενά

Ιούλιος 2011

3 σχόλια:

meggie είπε...

Είδες τι σκαρώνει η ζωή;;
και πολλά πιθανόν ακόμα ..

χαίρομαι που θα σε διαβάζω σε "φλασ" της δουλειάς σου
υποθέτω ότι η "παρατήρηση" είναι και για σένα τρόπος ζωής

να ξεχάσεις την 7η Αυγούστου δεν γίνεται,
γίνεται όμως να είσαι και να μείνεις ό,τι είσαι

μην λυπάσαι φίλε μου
γράψε

καλό σου βράδυ

Sweet truth! είπε...

Γράψε... γράψε για να μαθαίνουμε κι εμείς κάτι παραπάνω από τη ζωή...
Ειδικά άτομα σαν εμένα που δεν έχουν τόσες εμπειρίες στο ενεργητικό τους!

Πόσο λατρεύω και γω να παρατηρώ δεν μπορείς να φανταστείς!
Κάθε άνθρωπος και μία ολόκληρη ιστορία!

konstantinos είπε...

Σας ευχαριστώ για την παρότρινση. Οντως η ζωή είναι το μεγαλήτερο θέατρο του κόσμου. Και τι δεν έχει. Να ευχόμαστε για τους εαυτούς μας να μας τυχαίνουν πάντα ρόλοι καλοί
Και πάλι σας ευχαριστώ.