ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

20 Φεβρουαρίου 2013

Τα ονειρεμένα Χριστούγεννα του Κωνσταντή.

Το είχε μελετήσει από καιρό.  Φέτος θα κάνει τα καλύτερα Χριστούγεννα της ζωής του.  Χρόνια το περίμενε κάτι τέτοιο.  Μα πάντα κάτι τύχαινε και εν τέλει ποτέ του δεν κατάφερνε να δώσει τη λάμψη που αρμόζει στην πιο όμορφη γιορτή της Χριστιανοσύνης.  Τι έφταιγε;  Τι άλλο. Πάντα ανεξήγητοι κι αστάθμητοι παράγοντες, λες και το είχαν δέσει κόμπο με την επιθυμία του κυρ’ Κωνσταντή να του χαλάσουν το όνειρο.  Σαν πως ήταν και δύσκολο θαρρείς.  Απλά πραγματάκια σχεδίαζε ο χριστιανός κι έφτανε μόνο ένα κάτι, για να του χαλάσει τη συνταγή.

Ο Κωνσταντής παντρεύτηκε σχεδόν από παιδί.  Ίσα που τελείωσε το στρατιωτικό και σε πέντε μήνες μέσα χόρεψε το χορό του Ησαΐα.  Τώρα αν πούμε πως για τη βιάση του έφταιγαν και τα τόσα θλιμμένα Χριστούγεννα που είχε ζήσει ως τώρα, θα σας φανεί απίστευτο.  Μην το πείτε όμως.  Από μικρό τον κυνηγούσε το φάντασμα των Χριστουγέννων.  Πριν καλά-καλά πάει στην πρώτη δημοτικού, θυμάται την πρώτη του απογοήτευση που ένοιωσε μέρες Χριστουγέννων.  Τότε που ζούσε στο χωριό του. Η φτώχεια στη φαμίλια του ήταν στο αποκορύφωμά της.  Κι οι άλλοι συγχωριανοί, φτωχοί άνθρωποι ήταν, αλλά εδώ στη μικρή ψάθινη καλύβα που κούρνιαζε τη φαμίλια του ο Κυρ’ Θάνος και η Κυρά Βασιλική, ήταν παντελώς άποροι.  Φαίνεται πως η τύχη όταν θέλει να τιμωρήσει όσους δεν αγαπά, πιάνει και διαλαλεί στις συμφορές πως αν δεν έχετε κάτι άλλο να κάνετε και που να στήσετε το στέκι σας, ελάτε να συγκατοικήσετε με την οικογένεια του Κυρ’ Θάνου και της Κυρά  Βασιλικής.  Δεν εξηγείται αλλιώς.

Παρ όλα αυτά το μαντάτο που κουβάλησε η δόλια η μάνα, απόψε στη φαμίλια της σαν γύρισε από το μαγαζί του  Μπάρμπα Λάμπρου, του μπακάλη του χωριού, αρχικά έμοιαζε σαν μάννα εξ ουρανού.
-      Ακούς εκεί;  Κρέας χοιρινό γύρω στα πέντε με έξι κιλά, μας προσφέρει ο πρόεδρος του χωριού για τις γιορτές. 
-      Για σώπα ρε γυναίκα.  Ποιος σου τα είπε αυτά;
-       Μα ο ίδιος ο πρόεδρος σαν με είδε στον καφενέ που πήγα.
-      Και που θα βρει τόσο κρέας για να το δωρίσει σ’  εσένα;
Ο Κυρ Θάνος ήταν πάντοτε καχύποπτος.  Δεν εμπιστευόταν ποτέ και κανέναν, αλλά δεν τον εμπιστευόταν επίσης κανείς.  Αμοιβαία τα αισθήματα.  Είχαν όμως την προϊστορία τους.  Όλους σχεδόν τους συγχωριανούς,  πότε τον έναν και πότε τον άλλον,  τους είχε «βάλει» στο χέρι, με κάτι δανεικά κι αγύριστα και με κάποιες δουλειές που έκλεινε και ποτέ δεν εκτελούσε.  Γι αυτό το λόγο η προσφορά του προέδρου, του φάνηκε από την αρχή περίεργη.  Περίεργη η όχι ο μικρός Κωνσταντής άρχισε να στήνει χορό.
-      Θα φάμε κοψιδάκια, θα φάνε κοψιδάκια, φώναζε και χοροπηδούσε γύρω-γύρω. 
-      Πάψε μωρέ που το ‘δεσες εσύ αμέσως,  έκοψε έτσι τη φορά στον μικρό ο πατέρας του.  Κάτσε να μάθουμε πρώτα ποιός διάολος σκαρφίστηκε να μας πουλήσει τέτοιο παραμύθι. 
-      Δεν είναι ο διάολος μπαμπά.  Ο Χριστούλης θα το φέρει το κρεατάκι.  Το είδα εγώ χθες βράδυ στο όνειρο μου.
Όλα μέσα στο όνειρό του τα ζούσε πια αυτό το παιδί.  Στον ύπνο του, του χάριζαν παιχνίδια κι έπαιζε με αυτά με την ψυχή του. Στον ύπνο του, τον καλούσαν σε γάμους και γιορτές και του αράδιαζαν μπροστά στα μάτια του, στοίβες από ψητά και κατσαρόλες.  Στο ξύπνιο του καθότανε σχεδόν ολημερίς και ονειρεύονταν. Ποτέ όμως από τα ονειρεμένα του σχέδια δεν έλειπε και η μέρα που θα γιορτάσει τα Χριστούγεννα σαν Βασιλιάς. 
Μα έλα που πάνω που πήγαινε να κοντοζυγώσει τέτοια χαρά, ο δύσπιστος ο πατέρας του, πήγαινε να του χαλάσει τη γιορτή.  Τα πονηρά μυαλά, δεν πέφτουν συνήθως έξω όταν κάτι δεν τους κάθεται καλά. 
-      Θα πεταχτώ μέχρι το σπίτι του προέδρου για να πάρω περισσότερες πληροφορίες.  Δεν θα αργήσω.  Είπε η κυρά Βασιλική. 
-      Θα έρθω κι εγώ πετάχτηκε ο μικρός Κωνσταντής.
-      Θα μείνεις εδώ.  Έξω κάνει κρύο, τον μάλωσε η μάνα του. 
Αλλά και μέσα στην καρδούλα του μικρού παιδιού, κρύο έκανε.  Ξεθάρρεψε πως φέτος θα φάει κοψιδάκια κι ίσως από εκείνες τις όμορφες τσιγαρίδες που έφτιαχνε η μάνα του.  Λούφαξε όμως γιατί δεν το χαν και πολύ να του ρίξουν καμιά γερή στον πισινό σαν δεν κάθονταν καλά. 
Η πόρτα της εξώπορτας ακούστηκε Η Κυρά Βασιλική δεν έφερνε μαζί της μόνο πληροφορίες, αλλά κρατούσε στην πλάτη της ένα μεγάλο σακί που ίσα που πρόλαβε ν’ αποθέσει δίπλα από την πόρτα. 
Μη μου πεις ότι πήρες κιόλας το μερίδιο;  Ρώτησε έτσι για να πει κάτι ο Κυρ’ Θάνος. 
-      Ναι μα κάτσε ν’ ακούσεις.  Εδώ υπάρχει μια ολόκληρη ιστορία. 
-      Για λέγε για λέγε κι ανάβοντας τσιγάρο, αναδίπλωσε τα πόδια του κοντά στο Τζάκι.
Σ’ ένα μικρό σκαμνάκι καθότανε ο Κωνσταντής χωρίς  όμως να βγάζει άχνα, δίνοντας την ευκαιρία στη μάνα του να συνεχίσει την ιστορία.  Όλα ξεκίνησαν από ένα ατυχές περιστατικό, άρχισε να λέει η κυρά Βασιλική.  Από την πίσω αυλή του κυρ Αντώνη, ξέφυγε από το μαντρί του ένα από τα γουρούνια που είχε και βρέθηκε να αλωνίζει στην κυριολεξία μέσα στο κήπο του μπάρμπα Φώτη που ήταν γεμάτο οπωροκηπευτικά.  Το πήρε χαμπάρι ο χριστιανός και του ‘ρθε συγκοπή.  Αρπάζει το δίκαννο και άδειασε πάνω του όσα φυσίγγια είχε. 
-      Και γιατί παρακαλώ δεν πήραν το ζώο να το φάνε αυτοί; 
-      Έλα ντε.  Κανένας δεν το θέλει.  Επειδή έμεινε στο χωράφι όλο το βράδυ,  θεωρούν ότι το γουρούνι είναι…… ξέρεις τώρα δεν θέλω να ακούσει το παιδί.  Έχει βέβαια αρκετά σκάγια στο ψαχνό αλλά θα το καθαρίσω. 
Το πρωί έχει αρχίσει η διαδικασία της κάθαρσης.  Μέχρι το μεσημέρι σχεδόν το αντρόγυνο πάσχιζε να ξεπαστρέψει ότι ζημιά έκανε η καραμπίνα του μπάρμπα Φώτη.  Όσο κρέας κι αν πετάχτηκε αυτό που έμεινε ήταν αρκετό για να γεμίσει μια λαμαρίνα που δανείστηκε από τη γειτονιά η κυρά βασιλική μιας κι έπρεπε να μαγειρευτεί ολόκληρο, λόγω έλλειψης μηχανισμού συντήρησης.  Ο μικρός Κωνσταντής ανήμερα των Χριστουγέννων δεν βγήκε από το σπίτι. Η όλη διαδικασία της  ετοιμασίας και μαγειρέματος, του σάλεψαν το νου.  Ποτέ δεν θυμάται να μοσχοβολά έτσι η μικρή καλύβα που έμεναν.  Ακόμα κι όταν ξεχάστηκε για λίγο παίζοντας μ’ ένα μικρό κουταβάκι, σαν να θελε να μοιραστεί μαζί του τη χαρά του, έλεγε συνέχεια γαργαλώντας την κοιλίτσα του μικρού ζώου.
-      Σήμερα θα φάμε κοψιδάκια, τ’ ακούς; Θα φάμε κοψιδάκια.
Κι ήρθε η μεγάλη στιγμή να στρωθεί το τραπέζι. Βασικό μενού το κρέας λίγο τυρί φέτα κι ελιές.  Πρώτη φορά που στο πιάτο του αναπαύονταν καλοψημένο ένα τεράστιο κομμάτι κρέας ίσο με τη γροθιά ενός μεγάλου ανθρώπου.  Τέτοια θέα δεν την έχει ξαναζήσει.  Τη σκηνή που  πρωτόγνωρα ζούσε το παιδί έκανε πιο φανταχτερή την προσευχή που ζήτησε η μάνα του να κάνουν όλοι μαζί.  Παραχώρησε μάλιστα και στον Κωνσταντή να έχει σ’ αυτή, προσωπική συμμετοχή  Συμφώνησε με τη μάνα του μόλις τελειώσει αυτή τα όσα είχε να πει , ο Κωνσταντής να πει τη λέξη Αμήν. 
Μετά όμως το Αμήν, ήρθε η πρώτη απογοήτευση.  Το κρέας δυστυχώς δεν τρώγονταν.  Κάθε δαγκωματιά και κάποιο υπόλειμμα σκαγιού, έκανε το μάσημα απογοητευτικό. Η Κυρά Βασιλική μάντεψε τις επιπτώσεις και χωρίς χρονοτριβή, μάζεψε κι εξαφάνισε αμέσως το ψητό. Ο θρήνος από το κλάμα του Κωνσταντή ήταν αναπόφευκτος. Εδώ σ’ αυτή τη χρονική στιγμή, φαίνεται να κλείστηκε η μεγάλη μυστική συμφωνία με τον εαυτό του και την υπόσχεση που του έδωσε, πως κάποια μέρα θα τα γιορτάσει τα Χριστούγεννα, σαν Βασιλιάς.

Τα επόμενα χρόνια που πέρασαν, ο μικρός Κωνσταντής δεν είχε και πολλά περιθώρια να καθορίσει αυτός τα πράγματα, για να βρει δικαίωση το όνειρο του. Σαν μετακόμισαν όμως στην Αθήνα και πήγαινε πια στην έκτη δημοτικού, είχε στα χέρια του τη μεγάλη ευκαιρία.
Τα κάλαντα στην πρωτεύουσα, δεν έχουν καμιά μα καμιά σχέση με το χωριό. Μεταξύ τους διαφέρουν σε δυο πολύ μεγάλους και βασικούς παράγοντες. Τα κάλαντα του χωριού, κρύβουν έναν ρομαντισμό. Η όλη μυθοπλασία έχει περισσότερο κοινωνικές προεκτάσεις και μόνο σαν κορυφαίο λαογραφικό στοιχείο, έχει την ομορφιά του. Στην Αθήνα οι μύθοι καταργούνται. Το ζήτημα είναι ποσοτικό. Το μόνο που χρειάζεται είναι να κεντρίσεις τη νοσταλγία, σ’ όλους αυτούς που αναπολούν τα δικά τους χρόνια στο χωριό, που τώρα χάριν της μετανάστευσης κινδυνεύουν να ξεχάσουν. Το αντίτιμο σ’ αυτό το συναισθηματικό παιχνίδι, ήταν να γεμίζουν οι τσέπες της πιτσιρικαρίας με λεφτά, ιδιαίτερα στα πρωινά δρομολόγια των αστικών συγκοινωνιών σαν προλάβαιναν τους πρώτους αγουροξυπνημένους εργάτες κι υπαλλήλους που πήγαιναν στη δουλειά τους.
Φέτος ο Κωνσταντής δεν δέχθηκε καμία πρόταση από συμμαθητή ή γείτονα για να βγούνε παρέα να πούνε τα κάλαντα. Μια κρυφή απληστία ένοιωθε να τον κυριεύει. Ήθελε να βγάλει όσα περισσότερα μπορούσε και να είναι όλα δικά του. Έτσι χωρίς κανα σκοπό, χωρίς πρόγραμμα, απλά τα ήθελε όλα δικά του. Α! και νάσουν από μεριά να τον έβλεπες πως ξεπετάγονταν από το ένα λεωφορείο στο άλλο. Δεν έχανε δευτερόλεπτο. Σκέτη σαΐτα ο Κωνσταντής.  Παρέτεινε  μάλιστα την προσπάθεια του πέραν των συνηθισμένων. Συνήθως τα περισσότερα παιδιά γύρω στις δέκα το πολύ, μέτραγαν τη συγκομιδή τους και γύριζαν στα σπίτια τους. Για τον Κωνσταντή η επιστροφή του είχε πάρει τουλάχιστον δυο ώρες παράταση. Η τσεπούλα του βάρυνε αρκετά από το ψιλολόι που είχε μαζέψει. Σε τρείς τσέπες τα είχε κατανείμει ο δόλιος τα λεφτά για να μην του ξηλωθούν και πέσουν. Τις άλλες χρονιές καθόταν και τα μέτραγε σε κάποιο πεζούλι και τα μοίραζε με τα άλλα παιδιά που τα έλεγαν μαζί. Φέτος τα πράγματα ήταν σοβαρά. Κατ’ ευθείαν για το σπίτι. Αφού στο τελευταίο λεωφορείο που ανέβηκε με το οποίο θα γυρνούσε στο σπίτι κι ενώ είχε κατά νου να πει τα κάλαντα για τελευταία φορά, από την έννοια που είχε καθώς ανέβαινε να μην τον προδώσουν οι λεπτές λινές τσεπούλες του, βάζοντας τα χέρια του για να τις προστατεύσει, πότε στη μια και πότε στην άλλη, ξέχασε τελείως τα κάλαντα και λούφαξε σε μια γωνιά, πίσω στο τελευταίο κάθισμα. Ο εισπράκτορας για να τον πειράξει του είπε
-      Άιντε δεν θα μας πεις τα κάλαντα;
-      Όχι, έγνεψε περισσότερο παρά απάντησε με λόγια ο Κωνσταντής.
-      Ξέρεις όμως μικρέ πως όποιος δεν λέει τα κάλαντα, πληρώνει εισιτήριο, το ξέρεις αυτό; Προσπάθησε με σοβαροφάνεια ο εισπράκτορας να στριμώξει τον Κωνσταντή.
Ήταν που ήταν κουρνιασμένος σαν σπουργίτης ο Κωνσταντής, ήρθε τώρα και η απειλή του εισιτηρίου και τον ξεβόλεψε.
-      Θα πληρώσω εισιτήριο, ίσα που ακούστηκε η φωνή του, κι άρχισε κιόλας να μετρά από τα ψιλά της τσέπης του σακακιού, ότι του βρίσκονταν σε δεκάρες.
-      Σταμάτα, είσαι λεβέντης, τον πρόλαβε ο εισπράκτορας. Να πάρε κι από μένα γιατί είχα χρόνια να δώσω λεφτά στα κάλαντα, Πάρε.
Κι έτσι τελείως ανέλπιστα το εισόδημά του αυξήθηκε κατά μια ολάκερη δραχμή. Στην Τρίτη στάση Παπάγου κατέβηκε. Χώνοντας και τα δύο του χέρια στις δυο τσέπες του σακακιού αντίστοιχα, για λόγους ασφαλείας, άρχισε σχεδόν να τρέχει. Ήτον τόση μεγάλη η λαχτάρα του να μετρήσει τον μικρό του θησαυρό, που ούτε στην τουαλέτα δεν πήγε κι ας του ασκούσε ο οργανισμός του μια αφόρητη πίεση. Επιτέλους τελείωσε. Σχεδόν ταυτόχρονα με την ανακούφιση που ένοιωσε σαν τελείωνε τη φυσική του ανάγκη στην εξωτερική τουαλέτα που χρησιμοποιούσαν όλοι οι ένοικοι της αυλής, ήρθε στα συγκαλά του κι επανέλαβε το τελικό νούμερο της μάζωξης.
-      Τετρακόσιες πενήντα τρείς δραχμές και σαράντα λεπτά. Καλά ήταν, μονολόγησε.
Τόσα λεφτά, δεν είχε ξενοκρατήσει ποτέ ο μικρός στα χέρια του. Αυτό όμως που τον απήλλαξε από κάθε έννοια για τον μικρό του θησαυρό, ήταν πως είχε κιόλας βρει τον τρόπο για το τι θα τα κάνει αυτά τα λεφτά. Η ιδέα που του κατέβηκε στο νου γεννήθηκε το πρώτο κλάσμα του δευτερολέπτου όταν τελείωσε την καταμέτρηση και διαπίστωσε ότι κρατά στο χέρι του τετρακόσιες πενήντα τρείς δραχμές και σαράντα λεπτά.

Καλή η ιδέα του, αλλά έπρεπε να ζητήσει, όχι τόσο τη γνώμη της μάνας του, γιατί ήταν ήδη αποφασισμένος, αλλά χρειάζονταν τη βοήθεια της. Χρειάζονταν οδηγίες οπωσδήποτε από μια μάνα και μάλιστα νοικοκυρά. Η μανούλα του δούλευε τότε στο παλαιό αεροδρόμιο που βρίσκονταν δίπλα από την παραλιακή οδό στο ύψος του Αγίου Κοσμά. Άφησε τα χρήματα στο τραπέζι και κατευθύνθηκε προς το ζαχαροπλαστείο της γειτονιάς, πέντε-έξη στενά πιο κάτω για να τηλεφωνήσει στη μάνα του. Έκλεισε καλά την πόρτα και τράβηξε το δρόμο. Να τον δείτε πως περπάταγε, δεν μπορείτε να φανταστείτε. Σαν να πέταγε δέκα πόντους πάνω από το έδαφος. Καλέ τι καμάρι ήταν αυτό, τι κόρδωμα. Μπήκε μέσα στο κατάστημα και ζήτησε να αγοράσει ένα κέρμα για το κοινόχρηστο τηλέφωνο του ΟΤΕ που βρίσκονταν ακριβώς έξω από το μαγαζί, στον πλαϊνό τοίχο. Τώρα πια είχε ψηλώσει και δεν χρειάζονταν να πατά στις μύτες των ποδιών του για να φτάσει το καντράν και να σχηματίσει τον αριθμό.
-      Έλα μαμά εγώ είμαι.
Σάστισε η δόλια. Τότε τα τηλέφωνα τα είχαν για ώρα ανάγκης κι όχι για ψήλου πήδημα. Κακές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της. Δεν μπορεί κάτι θα συμβαίνει, για να με παίρνει τηλέφωνο. Σε λίγη ώρα άλλωστε θα σχολούσε και θα γύρναγε σπίτι. Τι να θέλει ο γιός μου; Κι επειδή έπρεπε σώνει και καλά πριν του απαντήσει να παίζει με μια πιθανότητα, αντί ν’ αφήσει το παιδί να της πει τι ήθελε, ρώτησε αυτή τον Κωνσταντή.
-      Έγινε τίποτα με τον πατέρα σου;
Είχε βλέπετε την έννοια της γι αυτόν τον άνθρωπο. Τον φοβόταν κατά βάθος. Φοβόταν πως κάποια μέρα κάποιο κακό συναπάντημα θ’ ακούσει για την πάρτη του. Για την ώρα βέβαια είχε συνηθίσει, τη μόνιμη ανεργία του, τα δανεικά κι αγύριστα που ζήταγε από τον κόσμο, που τελικά αυτή τα πλήρωνε για να περισώσει το κύρος της οικογένειας της.
-      Όχι καλέ μαμά. Μάντεψε όμως πόσα λεφτά έβγαλα σήμερα από τα κάλαντα;
-      Και με πήρες να μου πεις πόσα λεφτά έβγαλες εσύ από τα κάλαντα; Σου έχω πει χίλιες φορές πως εδώ πέρα είναι δουλειά.
-      Εντάξει καλέ μαμά κι εγώ πήρα για καλό.
-      Τι καλό μωρέ, πες μου γρήγορα γιατί πρέπει να κλείσουμε.
-      Να με τα λεφτά μου, λέω να πάω να ψωνίσω για να φάμε αύριο που είναι Χριστούγεννα Φρικασέ.
Του είχε κάτσει αυτού του παιδιού το φρικασέ. Στο σπίτι του σπάνια το έφτιαχναν γιατί απαιτούσε περισσότερα λεφτά από άλλα φαγητά. Αυτό το κρέας το χοιρινό, πολύ χωνεύει, θυμάται τη μάνα του να λέει συνέχεια, αλλά σαν αποφάσιζε να το φτιάξει, το καταφχαριστιόταν. Αφού ποτέ δεν έχει ξαναφάει αυτό το φαί σαν ήταν φτιαγμένο από άλλα χέρια. Μόνο η μάνα του τα κατάφερνε.
-      Να κάτσεις σπίτι και σε λίγο που θα γυρίσω από τη δουλειά, θα δούμε τι θα κάνουμε, έτσι. Άιντε ησύχασε που μου έγινες άντρας και θέλεις ν’ αποφασίζεις για το τι θα φάμε στο σπίτι.
Έκλεισε το τηλέφωνο με ψαλιδισμένα τα φτερά, και πήρε το δρόμο της επιστροφής.
-      Που ήσουν και σε γύρευε ο πατέρας σου, του είπε η Κυρά Δήμητρα, που ήταν το μάτι της οδού Αγίου Σπυρίδωνος.
Δεν της απάντησε, γιατί είχε με άλλα να απασχολήσει το μυαλό του. Αυτό το «σε γύρευε ο πατέρας σου» του έκοψε τα ύπατα. Λες…. Σκέφτηκε. Με το δεύτερο …λες είχε ήδη ανοίξει την πόρτα του σπιτιού του και η απορία του έγινε διαπίστωση και τι διαπίστωση, χειρότερη δεν γίνονταν. Επάνω στο τραπέζι υπήρχε μόνο ένα μισοάδειο ποτήρι νερού και τίποτε άλλο.
-      Πάνε τα λεφτά. Τα πήρε ο ανεπρόκοπος, και βάζει μια φωνή τόσο απαρηγόρητη και μακρόσυρτη που ράγιζε καρδιές. Μαμαααααααααα…………….
Η μαμά του τον βρήκε κοιμισμένο καθώς είχε σταυρώσει τα δυο του χεράκια κι είχε αποθέσει εκεί το κεφαλάκι του κατάφατσα με το τραπέζι. Το κλάμα, το τρεχαλητό της ημέρας και το πρωινό εγερτήριο από τις πέντε τα ξημερώματα, τον είχαν καταβάλει. Η Κυρά Βασιλική είχε πληροφορηθεί το συμβάν από τα λίγα που της εξιστόρησε η Κυρά Δήμητρα η σπιτονοικοκυρά. Σήκωσε στην αγκαλιά της τον Κωνσταντή και τον απόθεσε σ’ ένα κρεβάτι για να συνεχίσει τον ύπνο του.
Την επόμενη μέρα, υπήρχε βέβαια φαγητό στο τραπέζι και μάλιστα φρικασέ, αλλά ήταν τόσο άνοστο για το μικρό παιδί, που πρώτη φορά δεν ήθελε να φάει φρικασέ που έφτιαξε η μάνα του. Άλλωστε για τι γιορτινό τραπέζι μιλάμε αφού συμμετείχαν μόνο δυο άτομα. Ο Κωνσταντής με τη μαμά του. Ο πατέρας είχε πάρει εντολή να εξαφανιστεί από προσώπου γης, κι αυτός πήρε των ωματιών του κι επισπεύτηκε ακάλεστος, ένα συγγενικό σπίτι.

Τα ενδιάμεσα χρόνια όχι πως δεν γιορτάζονταν καθόλου τα Χριστούγεννα αλλά, να όταν σ’ όλες σου τις κοινωνικές εκδηλώσεις, έρχονται ακάλεστες και σου στρογγυλοκάθονται παρέα όλες οι στεναχώριες και η μιζέρια της φτωχολογιάς, έ αυτό δεν είναι καλοπέραση. Αυτό είναι ένα «Δόξα το θεό που φάγαμε κι εφέτο» Γι αυτό το λόγο δε λέει να πάρει σάρκα και οστά αυτό που ονειρεύονταν ο Κωνσταντής.

Ο Κωνσταντίνος, σωστός άντρας πια και παντρεμένος με δυο παιδιά, πήρε γομολάστιχα κι έσβησε όλα τα παλιά που τον βασάνιζαν από μικρό κι είπε να χαράξει μια καινούργια ζωή. Σίγουρα η αρχή θα ήταν δύσκολη. Δεν γίνονται αυτά τα περάσματα χωρίς θυσίες. Το έκανε όμως γιατί χωρίς αυτές δεν χτίζεις αύριο. Αυτό που έζησε στα παιδικά του χρόνια ήταν που τον έμαθε να κάνει τη διαφορά. Το μεγάλο μυστικό στη σύγκριση του χθες με το τώρα, ήταν πως τότε ο αγώνας της φαμίλιας του δεν είχε προοπτική. Αυτό έπρεπε να προσέξει κι αυτό έπρεπε να αποφύγει. Έδωσε το λοιπόν αναβολή στα όποια όνειρά του και καταπιάστηκε με το να χτίζει το μέλλων. Ποτέ δεν το φαντάζονταν όμως πως, όσο αυτός έχτιζε, κάτι συνέβαινε ώστε να του θυμίζει πως παλεύει σαν τον πρωτομάστορα του γεφυριού της Άρτας. Με τη διαφορά, πως μπορεί να μη γκρεμίζονταν όλα, αλλά που ποτέ δεν τελείωνε γι αυτόν τον έρμο, το χτίσιμο. Ένα-ένα τα κομματάκια από το έργο του ξέκοβαν από το όλο οικοδόμημα κι ούτε που το κατάλαβε πως περάσανε τα χρόνια και βρέθηκε χωρίς γιοφύρι, χωρίς οικοδόμημα, χωρίς έργο, που θα τον κάνει τουλάχιστον τώρα στα γηρατειά να χαρεί τα έργα του. Για ποια ονειρεμένα Χριστούγεννα να κάνει σχέδια. Ισα ίσα άρχισε τώρα τελευταία σαν κοντοζύγωναν οι γιορτές να θέλει να εξαφανιστεί από προσώπου γης. Ήθελε να μην βλέπει κανείς, πως τώρα πια, κάποιο δάκρυ τρέχει πάντα στα μαγουλά του, ανήμερα τέτοιες μέρες.

Λέμε πως η ελπίδα πεθαίνει τελευταία. Έτσι δεν λέμε. Ελληνική παροιμία αυτή με την οποία γαλουχήθηκαν γενιές και γενιές. Μα και βέβαια φώλιαζε κάτι ακόμα, μέσα στο βάθος της καρδιάς του. Οι παιδικοί όρκοι δεν λησμονιόνται ποτέ. Στοιχειώνουν αν λησμονηθούν και γίνονται πέτρα βαριά που σέρνετε μαζί σου. Ο Κωνσταντής, είπε αυτή την πέτρα, τα φετινά Χριστούγεννα να την πετάξει στον έξω από δώ. Φέτος δόξα το θεό, μπορεί  να είναι απόμαχος συνταξιούχος, αλλά έχει το κάτι τις του για στρώσει παρέα με τη μεγάλη σύντροφο της ζωής του, τη γυναικούλα του, την κολώνα του σπιτιού του, που του χάρισε, αυτή τουλάχιστον, τόσα και τόσα, ένα πλούσιο βασιλικό τραπέζι ανήμερα τα Χριστούγεννα. Ας ήταν τουλάχιστον για χάρη της, τιμής ένεκεν που λένε.

Τούτη τη φορά, δεν χρειάζονταν ούτε βοήθεια ούτε πληροφορίες, όπως έκανε μικρός όταν τηλεφώνησε στη μαμά του. Από το πρωί, εκμεταλλευόμενος την απουσία της γυναίκας του, ξεχύθηκε στα μαγαζιά, στο μανάβη στο χασάπη, στο σούπερ μάρκετ, και σαν τέλεψε μ’ αυτά, τα ασφάλισε στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου και ανεβοκατέβηκε δυό φορές τον κεντρικό εμπορικό δρόμο της περιοχής του για να βρεί και  ν’ αγοράσει ένα καλό δώρο στην καλή του. Σαν γύρισε στο σπίτι, τακτοποίησε τα πάντα στη θέση τους κι άφησε μόνο επάνω στο τραπεζάκι του σαλονιού το κουτί με το δώρο του. Του άρεσε τόσο πολύ η όλη αυτή η διαδικασία, που κάθισε στον παρακείμενο καναπέ και καμάρωνε.

Η γυναίκα του μπήκε στο σπίτι ως συνήθως με τα δικά της κλειδιά. Δεν ήταν η πρώτη φορά που εύρισκε τον Κωνσταντή μισοκοιμισμένο στον καναπέ, γι αυτό άρχιζε τις δουλείες που είχε να κάνει και κάποια στιγμή από το θόρυβο, ξυπνούσε κι ο Κωνσταντής. Σήμερα όμως αυτός ο ύπνος δεν τελείωνε κι αποφάσισε να πάει κοντά και να τον ξυπνήσει. Μάτια όμως. Τουλάχιστον φέτος τα είχε όλα φροντίσει. Είχε αγοράσει τόσα καλούδια που πράγματι αυτά τα Χριστούγεννα θα τα γιόρταζε σαν βασιλιάς κι έτσι στο μακρύ ταξίδι που ξεκίνησε να πάει, μπορεί τουλάχιστον να νοιώθει ευτυχισμένος.


Το αφιερώνω στην πολυαγαπημένη μου ανηψούλα, τη Γιάννα

Μαντζούρης Κων/νος


Φεβρουάριος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: