ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

7 Μαρτίου 2013

Αθήνα – Ηράκλειο Κρήτης, μια αγάπη δρόμος

Διήγημα

Το λέμε πολλοί άλλα και το πιστεύουν. Ποιο; Τη γνωστή παροιμία που λέει «το θέμα είναι να μη βρεθείς την κατάλληλη ώρα στο κατάλληλο μέρος. Ε τότε, ότι είναι να γίνει, θα γίνει.» Αυτό εμένα μου το έμαθε η Νανά. Φαίνεται μιλούσε εκ πείρας γι αυτό και δεν έχανε ευκαιρία να το τονίζει, ιδιαίτερα σε πάρα πολλές συζητήσεις μας, σχετικές ή άσχετες.
Η Νανά ήταν ένα κορίτσι που οι καρποί του έρωτα είχαν αρχίσει ν’ ανθίζουν πάνω της από την πρώτη μέρα που το κορμί της άρχιζε να δείχνει γυναικείο. Αυτό βέβαια δεν ήταν τίποτα κακό. Ούτε το κορίτσι πήρε τους δρόμους να διαλαλεί τα κάλλη της. Αλλά να, όποιος έχει μάτια βλέπει. Κι εγώ δεν την γνώριζα. Τα μάτια μας συναντήθηκαν μια μέρα στο φούρναρη της γειτονιάς και τη θαύμασα. Ούτε γι αστείο να σκεφτώ κάτι παραπέρα. Ποιος εγώ; Ένα δεκαεπτάχρονο αγόρι, με το τσαλακωμένο από την εφηβεία πρόσωπο, να κοιτάξω αυτό τον μελαχρινό άγγελο; Ούτε στον ύπνο μου να το τολμήσω. Τολμούσαν όμως όλοι οι μαγαζάτορες της γειτονιάς. Γύρω στα 800 μέτρα ήταν η διαδρομή που έπρεπε να σεργιανίσει η Νανά για να επιστρέψει στο σπίτι της, εκτελώντας το καθημερινό της χρέος μετά το σχολείο, να περνά από το φούρνο για να πάρει το ψωμί που χρειάζονταν στο σπίτι τους για το καθημερινό τους φαγητό. Ακόμα δεν μπορώ να ξεχάσω τον τρόπο που λικνίζονταν αυτό το κορίτσι, σαν έκανε αυτή τη διαδρομή. Μια φρατζόλα αγόραζε πάντα, αλλά αυτή η φρατζόλα, μετατρέπονταν στα χέρια της σαν τη μαγική μπαγκέτα κάποιου μαέστρου συμφωνικής ορχήστρας. Πότε την κρατούσε αγκαλιά κι έβλεπες ν’ αναπαύεται η σακούλα στην πιο περίοπτη θέση που διαθέτει το γυναικείο κορμί και πότε την είχε κρατημένη με το ‘να χέρι σε κάθετη θέση με τη γη, κάτι σαν μπαστούνι που δεν ακουμπούσε όμως στο έδαφος. Κι ο βηματισμός της; Στρατιωτική μπάντα σε ώρα παρέλασης. Κι ήταν μόλις δεκατεσσάρων χρονών. Όλο αυτό το αλισβερίσι της άρεσε. Όλα και όλους τους έβλεπε χωρίς να χρειάζεται να στρέφει το κεφάλι της δεξιά κι αριστερά. Γνώριζε και τον πιο μικρό μορφασμό τους κι αυτό την απογείωνε. Όλα όμως έχουν ένα τέλος. Μόλις έφτανε στην πολυκατοικία με το νούμερο 110, λες και άνοιγε η γης και την κατάπινε. Έξω δεν ξανάβγαινε. Το μικρό υπόγειο στο οποίο έμενε με την οικογένεια της, σκέπαζε με τα μισοσκότεινα πέπλα του, την άνοιξη τέτοιων παιδιών και  τ’ αποκάλυπτε ξανά, όταν βαριεστημένα από την κλεισούρα και τη μούχλα των αστικών διαμερισμάτων, εκτιμούσαν πως η ζωή δεν έχει πια, έτσι όπως το πάει και πολλά περισσότερα να τους προσφέρει. Γι αυτό, το πιο σύνηθες για εκείνη την εποχή, προσάραζαν στο πλευρό κάποιου νέου, που ήθελαν δεν ήθελαν τον παρομοίαζαν με το βασιλόπουλο του παραμυθιού, το οποίο δεν βρέθηκε τυχαία κοντά τους, αλλά ήρθε να τις πάρει να ζήσουν ένα καινούργιο παραμύθι, αυτή τη φορά στον κόσμο των μεγάλων.

Από τα δεκάξι της η Νανά, προβάριζε τέτοια βασιλόπουλα, για να πετύχει τον καλύτερο που θα την έκανε δική του. Αλλά και τα βασιλόπουλα δεν έμεναν χωρίς ανταμοιβή. Τρυγούσαν από τ’ άγουρο αμπέλι τους πρωτόβγαλτους καρπούς κι έκοβαν μυρωμένα ρόδα, σαν έφτανε ο καιρός ν΄ απολογηθούν γι αυτό. Ο κλήρος έπεσε σε αυτόν που διέθετε τις καλύτερες προδιαγραφές. Νέος, όμορφος και με εξασφαλισμένη μόνιμη δουλειά. Να το πάρει το κορίτσι το λοιπόν. Εδώ βέβαια, δεν χρειάζονταν να ξαναπαιχτεί το ίδιο έργο και να γίνει ότι έγινε με τους τρείς προκατόχους του αξιώματος.

Εγώ προσωπικά, σε αυτή τη φάση γνωρίστηκα και γίναμε φίλοι με τη Νανά. Την εποχή της φρατζόλας, ήμουν απλά κι εγώ ένας θιασώτης εκείνης της μοναδικής παρέλασης που μας προσέφερε το κορίτσι. Μέσω μιας σύμπτωσης του να είμαι συμμαθητής με τον αδελφό της, έγινα από  τότε αχώριστος φίλος. Στην αρχή δεν μου άφηνε και πολλά περιθώρια για κολητηλίκα, είχα όμως άμεση πρόσβαση στην πληροφόρηση γι αυτό ότι θα σας διηγηθώ παρακάτω, είναι πέρα για πέρα αληθινό.

Το ξεσκαρτάρισμα των μνηστήρων δεν κράτησε για πολύ. Φαινόταν από την αρχή πως γύρευε απάγειο λιμάνι για να ρίξει άγκυρα. Όση φιλαρέσκεια κι αν την διέκρινε λόγω των φυσικών της προσόντων, ήταν ηλίου φαεινότερο πως δεν ήταν και πολύ διατεθειμένη να αναλωθεί σε ατέρμονες περιπέτειες. Ίσως λειτούργησε έτσι πράττοντας εντελώς τα αντίθετα από ότι η καλύτερη της φίλη. Οι χαρακτήρες αυτών των δυο κοριτσιών ήταν βίοι παράλληλοι και ίσως μέσα της, την έβλεπε σαν παράδειγμα προς αποφυγή. Η μια έδινε τεράστια σημασία στη χλιδή, και την καλοπέραση,  παρά στο συναίσθημα και την αγάπη. Η Νανά έδειχνε να μην συμφωνούσε, γι αυτό σύντομα αποφάσισε να δοκιμάσει να παίξει το ρόλο της γυναίκας μέσα όμως από το γάμο και την οικογένεια.

Η ειδοποιός διαφορά που την έκανε να ενδώσει στην πρόταση το υποψήφιου συντρόφου της, του Στράτου, ήτανε εκτός των άλλων και η πολιτική θέση που αντιπροσώπευε αυτό το παλικάρι. Σημαίνον συνδικαλιστικό στέλεχος και πολλά υποσχόμενος στο κόμμα του, έβαλε τη Νανά σε παρέες και σαλόνια που απλόχερα μύριζαν δύναμη και εξουσία. Να γιατί η δική μας η παρέα με τα παιδιά της καφετέριας, δεν έδινε καμία ευχαρίστηση στη φίλη μας τη Νανά και γι αυτό απέφευγε με την πάρτη μας και τα πάρα πολλά κολητιλίκια. Εδώ το κορίτσι είχε υπόσταση. Ήταν η κυρία του κυρίου Στράτου. Αχ πόσο εύκολο ήταν τελικά, ένα κορίτσι που έσφυζε από ζωή, να πιαστεί από ξερά κλαριά και να προσπαθεί ν΄ αναρριχηθεί, όχι σε αξιώματα, απλά και μόνο στη ζωή. Αλλά όταν βάζεις τόσο κοντόφθαλμους στόχους στη ζωή σου, σίγουρα στον πρώτο ανεμοστρόβιλο,  τα κλαράκια που σε κρατούσαν θα τα πάρει ο αέρας. Η ωριμότητα είναι σαν το αλάτι που προσθέτεις στο φαγητό. Προστίθεται σιγά σιγά. Σε περίπτωση λάθους δεν έχεις και πολλά περιθώρια ανάκαμψης. Έτσι και η φίλη μας. Πολύ νωρίς διαπίστωσε πως δεν ακολούθησε σωστή συνταγή. Τα θέλω της δεν είχαν να κάνουν με φανφάρες και συγκεντρώσεις με κομπλεξικά τυπάκια, σαν αυτά τα γνωστά με το αξύριστο μούσι και το στενά ζιβάγκο. Πολύ νωρίς κατάλαβε πως ο άντρας της ο Στράτος απλά άρπαξε την ευκαιρία που του προσφέρθηκε κι έβαλε στο πλάι του μια όμορφη κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά. Για έρωτες καμία ένδειξη. Η ρουτίνα ήρθε και της έκανε παρέα σχεδόν καθημερινά. Ο άντρας στη δουλειά. Η Νανά αγουροξυπνημένη άρχιζε τις τηλεφωνικές απεραντολογίες με τις φίλες της και ποιος ξέρει ίσως και να ζήλευε κιόλας ακούγοντας τα έργα και τις ημέρες τους. Ακόμα και την δική μου παρέα με τα παιδιά της καφετέριας άρχισε να βλέπει με άλλο μάτι.
-         Θέλω μωρέ να έρθω μια μέρα να πιούμε καφέ στο «Γουέμπλεϊ», στην καφετέρια που πάντα συχνάζαμε εμείς.
Ήρθε κι ήταν εμφανής η προσπάθεια της να ξαναθυμηθεί τις παλιές καλές συνήθειες. Να παίζει με τους άντρες το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι. Η παρέα μου δεν είχε τέτοιες προδιαγραφές κι έτσι το πείραμα δεν επαναλήφθηκε. Διαπίστωνε δυστυχώς πως δεν φαίνονταν να μπορούσε να παραδοθεί στην ιδέα της καλής νοικοκυράς που θα μαγειρέψει τα σουτζουκάκια της και θα περιμένει τον καλό της για φαγητό. Ε! Δεν ήταν κι ότι καλύτερο προσδοκούσε στα είκοσι της χρόνια. Και πριν καλά-καλά καταλάβει αν ο γιαλός είναι στραβός ή αν αυτή στραβά αρμενίζει, βρέθηκε με δυο παιδιά στην αγκαλιά.

Όταν φτάνεις τα εικοσιπέντε σου και κι είσαι στριμωγμένος στη γωνία συναισθηματικά, πάνω απ’ όλα δεν παραδίνεσαι. Απ΄ όσες ιστορίες ξέρω, σε τέτοια φάση πάντα επαναστατείς. Χάθηκε για κάποιο διάστημα αλλά έμαθα τελικά που περνά τις περισσότερες ώρες της. Άρχισε ξανά να γίνεται κολλητή με μια παλιά της γνώριμη, την Άντζελα. Με το σπίτι της δεν είχε πρόβλημα ωραρίου. Μοντέρνο ζευγάρι βλέπεις ο Στράτος με τη Νανά. Νέες πρωτοποριακές, Σοσιαλιστικές συνήθειες. Ελευθερία κινήσεων και δημοκρατικές ευαισθησίες. Το φρούτο ήταν καινούργιο και το λανσάριζε πρώτος απ’ όλους ο ίδιος ο πρωθυπουργός. Η δόλια η μάνα της, η κυρά Πανωραία, μια ζωή με τους φόβους της, πρόσφερε στην κόρη την καλύτερη κάλυψη. Με μια δωρεάν Φιλιπινέζα για τη φύλαξη των παιδιών στο σπίτι και γιατί όχι λίγο μαγείρεμα και λίγη λάτρα του σπιτιού, ήταν αρκετά για να αφαιρέσει από την πλάτη της Νανάς κάθε έννοια για οικογενειακές υποχρεώσεις.

Η φίλη της δεν ήταν καμιά Αρσακειάδα. Και προκειμένου να εδραιώσει την δική της καλοπέραση, δε θα χαλούσε με τίποτα το χατίρι στον πρώτο μνηστήρα που εμφανίστηκε και ορέχτηκε το απολωλώς πρόβατο που από μακριά έδειχνε πως είναι έτοιμο, εκούσια, ν΄ ακολουθήσει τη σφαγή του. Ο Μανώλης ήταν ο έτερος Καπαδόκης. Το άλλο μισό δηλαδή της εταιρείας «Κ&Μ Ηλεκτρικά είδη ΟΕ» Το μερίδιο του ενός του «Κ» δηλαδή, είχε αναλάβει να ξεκοκαλίσει από καιρού η Άντζελα. Ο Μανώλης όμως ήταν άλλος τύπος. Τις τρέλες και τις βλακείες του άλλου ζευγαριού δεν τις πολυπήγαινε το παιδί. Αυτός ήταν φύση ρομαντικός κι έβαζε τον έρωτα πάνω απ΄όλα, για να συναινέσει σε κάποια σχέση. Μόλις τριάντα χρονών και καταξιωμένος κοινωνικά αλλά και οικονομικά. Με τη Νανά γνωρίστηκε κατά αρχάς μόνο τηλεφωνικά, αφού τελευταία δεν ακολουθούσε τον φίλο και συνεταίρο του στην Αθήνα. Συστήθηκαν όμως τηλεφωνικά μέσω της Άντζελας, αφού αυτή ήταν όλη μέρα μ΄ένα τηλέφωνο στο χέρι, σε μόνιμη σύνδεση μεταξύ Ηράκλειου Κρήτης και Αθήνας. Μια ανεξήγητη γοητεία άρχισε να λούζει την ύπαρξη της Νανάς, στην προσμονή αυτής της τηλεφωνικής συνδιάλεξης. Στην αρχή μούδιαζε στη σκέψη πως οδηγείται ολοταχώς στην πρώτη κίνηση της απιστίας, αλλά δεν κρατούσε πάνω από ένα λεπτό.
-         Καλημέρα μωρό μου, την προσφωνούσε πάντα ο Μανώλης
-         Καλημέρα αγόρι μου, ανταπαντούσε η Νανά και συνήθως δάγκωνε τα χείλη της μετά, χωρίς να ξέρει το γιατί. Από χαρά, από ευχαρίστηση, ή σαν ένα είδος αυτοτιμωρίας γι αυτό που έκανε.
-         - Φιλενάδα, μου φαίνεται πως την έχω πατήσει με τον Μανώλη, δοκίμασε να εκμυστηρευτεί στην Άντζελα.
Σιγά μην άνοιγε την Καινή Διαθήκη η Άντζελα, για να της θυμίσει τις δέκα εντολές.
-         Άντε ρε μην είσαι χαζό, της απάντησε απλά. Κάνε το κέφι σου κι όλα εδώ θα μείνουν.
Σιγά μην ήθελε υποδείξεις η Νανά πια. Ποτάμι ήταν που φούντωσε και τώρα ποιος το σταματά. Ας έστελνε κι Στράτος επί μια βδομάδα μια αγκαλιά λουλούδια από το Ηράκλειο στην Αθήνα κι ίσως να είχε προλάβει το κακό. Ο κάθε σύζυγος όμως περιορίζεται σ’ ένα ξερό, καλησπέρα αγάπη, ένα πεταχτό φιλί στην πόρτα κι ίσως στην κλασική δικαιολογία «σήμερα ψόφησα στη δουλειά. Μέχρι να κάνω ένα ντουζάκι βάλε κάτι να φάμε» Ο εραστής όμως κουνά συθέμελα τον εσωτερικό κόσμο της γυναίκας. Ακόμα κι όταν αυτή ασχολείται με δουλειές εκείνος γυρεύει επίμονα να του πει, πόσο τον αγαπά.

Τα γεγονότα κινιόντουσαν αντιστρόφως ανάλογα τον τελευταίο καιρό, πράγμα που έκανε τη ζυγαριά να γέρνει υπέρ του καινούργιου, του πρωτόγνωρου. Υπέρ του έρωτα. Τι σκληρό είναι να προσπαθείς να περιγράφεις ένα φαγητό που μόλις έφαγες και να διαπιστώνεις πως είχε πολύ αλάτι, ήταν αρκετά παχύ ή πως ήθελε κι άλλο ψήσιμο. Τώρα; Τώρα ήταν ανάγκη να καταλάβεις τη διαφορά; Και στον Στράτο τι λένε; Με συγχωρείς αγάπη μου, αλλά έχεις πολύ αλάτι.

Όταν πρωτοήρθε ο Μανώλης στην Αθήνα, η καρδιά της πήγαινε να σπάσει. Θα έβλεπε επιτέλους από κοντά τον άνθρωπο που ήξερε τόσο καλά να λέει τη λέξη «μωρό μου» Του υποσχέθηκε μάλιστα πως θα τον περιμένει στο αεροδρόμιο.
-         Βρε δεν πας καλά, είπε αγριεμένη η Αντζελα, σαν να ΄θελε να την ξυπνήσει. Στο αεροδρόμιο ρε βλάκα, είσαι με τα καλά σου;
-         Και τι έγινε, απάντησε η Νανά, δείχνοντας να συναισθάνεται την αγωνία της φίλης, έχοντας μάλιστα κι έτοιμη πληρωμένη που λένε απάντηση.
-         Θα πούμε βρε χαζό απλά πως περιμέναμε έναν προσωπικό σου φίλο.
Ο όλος φόβος ήτανε μην γίνουν αντιληπτοί από τον Στράτο μιας κι ο χώρος του αεροδρομίου ήταν ο χώρος της δουλειάς του. Είναι παρατηρημένο όμως πως οτιδήποτε ανεβάζει την αδρεναλίνη ή τα παιχνίδια που περικλείουν αρκετή δόση ρίσκου αντί να σε αποτρέψουν λειτουργούν μάλλον εκμαυλιστηκά. Από εκείνη τη μέρα η Νανά διαπίστωσε πως ο έρωτας πετά με τα φτερά της Ολυμπιακής γιατί αυτά έφεραν στην αγκαλιά της τον μεγάλο της έρωτα.

Δεν υπάρχει μεγαλύτερη πίκρα για ένα παντρεμένο άτομο, να είναι υποχρεωμένο ν’ απαγκιστρωθεί από την αγκαλιά του αγαπημένου του, για να επιστρέψει σε μιαν άλλη πραγματικότητα, που μπορεί μεν να μην πολυσυμπαθεί, αλλά δεν μπορεί να απαρνηθεί εντελώς. Είναι όντως τραγικό.
-         Άντζελα κάνε ότι μπορείς. Κάνε ότι περνάει από το χέρι σου γιατί απόψε δεν θέλω να γυρίσω στο σπίτι μου.
-         Καλά και τι θα πούμε στον Στράτο;
Πόσο γρήγορα εφευρίσκονται τα ψέματα όταν τα έχεις πραγματική ανάγκη για να σε σώσουν. Και ιδού το αποτέλεσμα.
-         Πάρτον και πέστου ότι αρρώστησε ξαφνικά η μαμά σου και μπήκε στο νοσοκομείο. Πως άφησες εμένα στο πόδι σου και πως εσύ αυτή τη στιγμή, απλά γύρισες στο σπίτι για να πάρεις κάποια απαραίτητα ρούχα.
-         Βρε μουρλή είσαι; Και τα παιδιά…… στη μάνα σου τι να πω;
-         Δεν γυρίζω σου λέω απόψε στο σπίτι μου, δεν γυρίζω. Τι να κάνω. Με τι μούτρα θ’ αντικρίσω το Στράτο. Δεν γίνεται. Πάρε τη μάνα μου και πέσ’ της να φροντίσει τα παιδιά. Δεν θα φέρει αντίρρηση.
Κάτι τέτοιες στιγμές, δεν ξέρω αν το ΄χετε προσέξει, κάποιοι φίλοι, αντί να συναισθανθούν τον καημό του άλλου, ως σύγχρονοι Πόντιοι Πιλάτοι, νίπτουν τας χείρας των και δεν φτάνει που δεν δείχνουν διάθεση να βοηθήσουν αλλά, στην πιο ακατάλληλη στιγμή βρίσκουν ευκαιρία να μιλήσουν για λογική και ευθύνες, σφάζοντας σε στην κυριολεξία με το γάντι.
-         Σαν κοριτσόπουλο μου κάνεις Νανά. Δεν σε καταλαβαίνω.
-         Οχου πια, τι δεν καταλαβαίνεις;
-         Να, αν δεν μπορείς να κουμαντάρεις καταστάσεις, να μην ξεκίναγες τα σαλιαρίσματα με το Μανώλη.
-         Κι αυτό βρήκες τέτοια ώρα να μου πεις;
-         Ναι αυτό γιατί με κούρασες, απάντησε ξερά κοφτά η Άντζελα, δείχνοντας την αποστροφή της περνώντας με φόρα από μπροστά της πηγαίνοντας προς την κουζίνα.
-         Ε Αϊ στο διάολο, της φώναξε, βγάζοντας όσο θυμό είχε μέσα της και σηκώθηκε μαζεύοντας βιαστικά τα πράγματά της.
Τους άφησε πίσω της όλους σύξυλους και βγήκε στο δρόμο. Στην κυρίαρχη σκέψη που καρφώθηκε στο μυαλό της, φυσικά δεν ήταν δυνατόν να της δώσει απάντηση τούτη τη στιγμή. Το θελε πολύ να ρωτήσει την κολλητή της φίλη, γιατί όταν κάποιος παντρεμένος ερωτεύεται πρέπει να φάει τα λυσιακά του και να αποδείξει σ΄ όσους τον κατηγορούν ότι αυτό που κάνει δεν λέγεται κέρατο, αλλά έρωτας πανάθεμα τον; Γιατί πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις, αποκτούν αξία όλα τα επί μέρους θέματα και δεν μετρά, αυτό το ένα, το μεγαλειώδες, το σημαντικότερο πράγμα στη ζωή μας, ο έρωτας; Ποιοι αόρατοι πρόεδροι δικαστηρίων βγάζουν πάντα τέτοιες στιγμές την ετημηγορία τους και λένε «ένοχος»; Όλα συνεργούσαν μυστικά στην καταδίκη της. Το λουλούδι που άνθισε μες την καρδιά της, έπρεπε να ξεριζωθεί γιατί η κοινωνία μας δεν ανέχεται παρατυπίες. Ακόμα και η μάνα της που την περίμενε στην πόρτα, αντί ν΄ ανοίξει την αγκαλιά της και να σκουπίσει τα κλαμένα μάγουλα της κόρης της, την υποδέχτηκε με την φράση
-         Θα σου βγάλω τα μαλλιά τρίχα-τρίχα. Που στο διάολο γυρνάς; Καλά που δεν γύρισε ακόμα ο άντρας σου. Μου τηλεφώνησε και μου είπε πως είχε μια σοβαρή σύσκεψη στο κόμμα και θα αργήσει πολύ.
Η Νανά δεν της απάντησε. Την προσπέρασε διακριτικά και κατευθύνθηκε στο δωμάτιο των παιδιών.  Τα δυο της αγγελούδια κοιμόντουσαν. Ξεντύθηκε κι αυτή κι αφού φόρεσε το νυχτικό της βγήκε για λίγο στο σαλόνι για να κάνει μια μάλλον σαν ανακοίνωση έμοιαζε παρά για διάλογο προς τη μάνα της.
-         Αύριο θα σε θερμοπαρακαλέσω να μη φύγεις. Θέλω να μείνεις μια μέρα, χρειάζομαι τη βοήθεια σου. Στο Στράτο θα πεις πως κοιμήθηκα στο κρεβάτι της μικρής γιατί είχε λίγο πυρετό κι ήταν ανήσυχη. Α και αύριο, δεν θα με δώσεις σε κανέναν στο τηλέφωνο. Δεν είμαι εδώ πέθανα, τ΄ άκουσες;
-         Καλά παιδί μου τ΄άκουσα, έβαλε όση συγκατάβαση μπορούσε στα λόγια της η κυρά Πανωραία, που μάλλον ψυχανεμίζονταν για το τι μπορεί να συμβαίνει στην κόρη της. Άντε πήγαινε να κοιμηθείς και μη στεναχωριέσαι, Καληνύχτα.
-         Καληνύχτα μαμά.
Τούτη η καληνύχτα όμως, μέσα στην ψυχή της μοιάζει να την απεύθυνε σε πολλούς αποδέκτες και πρώτα απ΄ όλα στον εαυτό της γιατί ήθελε δεν ήθελε, έπρεπε να του στερήσει το όνειρο και να κλείσει η βραδιά με μια καληνύχτα.
Καληνύχτα Νανά.

Μαντζούρης Κων/νος
Μάρτιος 2013

www.logotexnhs.blogspot.com

Δεν υπάρχουν σχόλια: