ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

16 Απριλίου 2013

Ένα δευτερόλεπτο ίσο με μια αιωνιότητα.

Διήγημα

Η κίνηση στο δρόμο σήμερα ήταν παραπάνω από την κανονική. Το έχει ξανασυναντήσει, δεν είναι η πρώτη φορά. Το έχει όμως ξαναφιλοσοφίσει. Δεν θα αφήσει μια σύμπτωση να του χαλάσει τη μέρα. Να δεις που κάπου το έχει διαβάσει αυτό. Α! Ναι. Σ’ εκείνα τα ιδεολογήματα που αναρτούν κατά κόρο οι χρήστες του facebook, όταν δεν έχουν τι να κάνουν. Αλώστε δεν το κάνει κάθε μέρα. Δεκαπέντε χρόνια τώρα στην ίδια εταιρεία με προσφορά και συνέπια. Λίγη καθυστέρηση σήμερα δεν θα έβλαπτε. Πρόσφατα ο Προϊστάμενός του τον επαίνεσε δημόσια στην κοπή της πρωτοχρονιάτικης πίτας. Χαλάρωσε λοιπόν κι άναψε κι άλλο τσιγάρο όσο περίμενε στο φανάρι, τρία περίπου χιλιόμετρα πριν φτάσει στο γραφείο και κατέβασε ως τη μέση το τζάμι του αυτοκινήτου. Δεν χρειάζονταν να το έχει κλειστό. Η μέρα σήμερα ήταν αρκετά καλή κι έδειχνε μάλιστα να του χαμογελά, καθώς από τη δεξιά πλευρά του, πίσω από το Χαλάνδρι, ο ήλιος είχε από ώρα ξεπεράσει το εμπόδιο του Υμηττού κι έλουζε πλέον απλόχερα τους Αθηναίους.

Σήμερα ήταν Παρασκευή. Δεν χρειάζεται να πούμε τίποτα. Μέρα χαράς, δηλαδή. Από μέρες άλλωστε είχε κανονιστεί πως μετά τη δουλειά της Παρασκευής, θα φύγουν για μια μίνι εκδρομούλα μέχρι την Εύβοια, στο εξοχικό των πεθερικών του. Οκτώ ώρες λοιπόν υπομονή και μετά χαλάρωση. Καλημέρισε φαρδιά πλατιά τον υπάλληλο της εταιρείας security που συνάντησε στην είσοδο του κτιρίου και μέχρι να καθίσει στην καρέκλα του γραφείου του, σκόρπισε χαμόγελα σχεδόν σ’ όλους τους συναδέλφους του. Έτσι ήταν ο Κλέαρχος, πάντα χαρούμενος. Γιατί να είμαι μίζερος; Δήλωνε κι ο ίδιος πάντα στις συντροφιές του με έμφαση. Απλά πραγματάκια χρειάζονται φίλε μου στη ζωή. Απλά πραγματάκια και την έκανες. ”The simply is the best” ξεφούρνιζε συχνά πυκνά αυτόν τον τίτλο του τραγουδιού, της αγαπημένης του τραγουδίστριας Tina Turner, που τον είχε για σλόγκαν, γιατί όπως έλεγε τον αντιπροσώπευε πολύ. Έλα ντε, γιατί να είναι μίζερος;

Έλεγε κι ένα άλλο ευφυολόγημα που ποιος ξέρει από πια δεξαμενή εξυπνάδας το είχε αλιεύσει. Έλεγε πως είχε καταφέρει στη ζωή του έως τώρα να ανήκει στην κατηγορία των πέντε αστέρων, όπως χαρακτηρίζονται τα καλά ξενοδοχεία ακόμα και το κονιάκ ‘’Μεταξάς’’. Δεν κουράζονταν δε να απαριθμεί ένα-ένα τα αστέρια του. Πρώτον, είμαι καλό παιδί. Τώρα γιατί το έβαζε αυτό πάντα πρώτο, αφού είναι καθαρά υποκειμενική άποψη, δεν ξέρω. Δεν θα του το αμφισβητήσουμε όμως, αλλά ποτέ δεν ξέρεις, ό άλλος τι άποψη μπορεί να έχει για σένα. Δεύτερον έχω αξιόλογα πτυχία που μου ανοίγουν πόρτες. Οικονομικές επιστήμες, δεν είναι παίξε γέλασε. Τρίτον παντρεύτηκα μια καλή και όμορφη γυναίκα. Εδώ, όταν το ανάφερε αυτό, σχεδόν πάντα, σήκωνε το κεφάλι για να ελέγξει μορφασμούς ή αντιδράσεις. Τέταρτο, υπάρχει μια οικονομική άνεση, σπουδαίο πράγμα στη ζωή, δεν είναι, πέστε μου δεν είναι; Έτσι ακριβώς έβγαζε από τα χείλη του αυτή τη φράση. Σαν να περίμενε ντε και καλά συγκατάβαση. Βέβαια ποτέ δεν μας έλεγε πως αυτή η οικονομική άνεση, είναι προϊόν και συνεισφορά, μόνο από την πλευρά της γυναίκας του. Αυτό το έπνιγε επιμελώς. Και πέμπτο η ύπαρξη του μονάκριβου παιδιού τους. Πεντάστερος λοιπόν ο Κλέαρχος. Γιατί να του το αμφισβητήσουμε; Έτσι όρισε για τη ζωή του ως γραμμές των οριζόντων. Και επί πλέον θα συμπλήρωνα εγώ, έχει σύμφωνα με όσα διαρρέουν στην υπηρεσία του, την πιθανότητα να του αναθέσουν καθήκοντα προϊσταμένου.

Θα είχε πάει εννέα η ώρα, όταν η γραμματέας του διευθυντή, ήρθε αμίλητη και άφησε επάνω στο γραφείο του μια κόλα χαρτί. Ήταν χειρόγραφη κι είχε το γραφικό χαρακτήρα του διευθυντή του. Παραξενεύτηκε. Ποτέ άλλοτε δεν επικοινώνησε μαζί του με αυτόν τον τρόπο. Το κείμενο ήταν ολιγόλογο. «Στις δυόμιση μη φύγεις, έλα από το γραφείο μου. Θέλω να μιλήσουμε» Έχει γούστο σκέφτηκε. Λες να βγουν αληθινές οι διαδόσεις; Μα πάλη δεν θα έπρεπε να το έχει καταλάβει; Ποια θέση χήρεψε; Καμιά. Αρά; Μπα, κάτι άλλο θα με θέλει. Σήκωσε το τηλέφωνο για να το συζητήσει με τη γυναίκα του, αλλά προς μεγάλη του έκπληξη, άκουσε τον τηλεφωνητή να λέει «Θα λείπω από το σπίτι. Θα σου εξηγήσω αργότερα» Να πάρει. Τώρα βρήκε κι αυτή να απουσιάζει που με έχει τσακίσει η περιέργεια; Προσπάθησε να μην το σκέπτεται κι έψαξε τα χαρτιά του για να αποτελειώσει κάτι εκκρεμότητες που είχε, και καλά έκανε, γιατί ήδη τον ειδοποίησαν πως ο κύριος διευθυντής δεν θα θελε να τις αφήσει για τη Δευτέρα. Την πληροφορία αυτή την εισέπραξε δια μέσω του πιο αχώνευτου γι αυτόν συνεργάτη κι αυτό δεν του άρεσε καθόλου. Πολλά μυστήρια μαζεύονται σήμερα Παρασκευιάτικα, αλλά τέλος πάντων. Μέρα είναι θα περάσει.

Στις δυόμιση ακριβώς χτύπησε την πόρτα του Διευθυντή. Τον υποδέχθηκε με σκυμμένο το κεφάλι αφού διάβαζε κάτι έγγραφα. Το ‘’κάθισε Κλέαρχε’’ του μείωσε τη σαστιμάρα και θρονιάστηκε βαρύγδουπα στην πολυθρόνα που ήταν στ αριστερά του γραφείου απ’ όπου μπορούσες να δεις από το παράθυρο τον Υμηττό. Μήτε που τον ένοιαζε όμως τέτοια ώρα τα ρομαντικά σουλάτσα με την άκρη του ματιού στην πράσινη θέα. Μετά την ανάγνωση των εγγράφων ακολούθησε ένα χαμηλόφωνο τηλεφώνημα, αρκετά όμως ευνόητο και σαφές. Έδωσε εντολή στον λογιστή της υπηρεσίας να μην ξεχαστεί και φύγει και τον ρώτησε αν έχει έτοιμο το χαρτί που του ζήτησε. Και τι δεν θα ‘δινε ο Κλέαρχος να πείσει τον εαυτό του, ότι το χαρτί αυτό δεν τον αφορούσε. Μέσα σε ένα δευτερόλεπτο οι δυο εκδοχές αλληλοαναιρούνταν αλλά έμεινε επικρατέστερη η άποψη ότι σαφώς και τον αφορά και μάλιστα γνώριζε πολύ καλά και το περιεχόμενό του.

Αναρωτηθήκατε ποτέ πόσο κρατάει ένα δευτερόλεπτο; Ξανασκεφτείτε το, γιατί ο Κλέαρχος αν τον συναντήσετε σήμερα, μπορεί να σας αποδείξει, λόγω της συγκεκριμένης εμπειρίας του, πως ένα δευτερόλεπτο μπορεί να κρατήσει και μια αιωνιότητα. Μέχρι το επόμενο δευτερόλεπτο που ο κύριος Διευθυντής, αφού έκλεισε το τηλέφωνο κι έστρεψε τη ματιά του προς το μέρος του, ό Κλέαρχος έπρεπε να επανεξετάσει με το μυαλό του αρκετά πράγματα. Κατ αρχάς έπρεπε να τοποθετήσει στην κορυφή των σκέψεών του την ταμπέλα ‘’Απολύομαι’’ Ναι ήτανε φως φανάρι. Το τηλεφώνημα στον λογιστή την ώρα που όλοι οι άλλοι συνάδελφοι, ανενόχλητοι, περνούσαν ήδη την πόρτα της εξόδου και χάνονταν στο βάθος του δρόμου, δεν άφηνε καμιά αμφιβολία. Η πρώτη αίσθηση με την έννοια της απόλυσης ήταν σχεδόν ακαριαία. Τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ο Κλέαρχος ο πεντάστερος κλονίστηκε. Κι ήταν αυτή η πρώτη στιγμή της ζωής του που καλείτο να περάσει από τη διαδικασία της σύνθεσης, στην αποσύνθεση. Μέχρι ετούτη τη στιγμή μόνο δια την προσθέσεως άλλαζε σημαντικά η ζωή του. Μεγάλωσε, σπούδασε, παντρεύτηκε, αποκαταστάθηκε οικονομικά κι επαγγελματικά, έκανε ένα παιδί κι ήλπιζε στο μέλλον με την ίδια μέθοδο, να προσθέσει κι άλλες περγαμηνές στη ζωή του και τ’ αστέρια του από πέντε, να γίνουν περισσότερα. Μέσα στο κλάσμα του δευτερολέπτου έπρεπε να δώσει χρόνο στον εαυτό του να σκεφτεί ποιο από τα πέντε του αστέρια κινδύνευε περισσότερο. Δοκίμασε να φανεί ψύχραιμος και να πεισθεί πως από τίποτα δεν κινδυνεύει. Η ιδέα της κρίσης που περνά η χώρα μας όμως, δεν του άφηνε και πολλά περιθώρια ελπίδας. Κι αν αργήσει να βρει αλλού δουλειά, τι θα κάνει. Ότι πιο απαισιόδοξο μπορούσε να φανταστεί ποτέ το μυαλό του, ήρθε να του τα προσφέρει όλα μαζί τώρα. Τώρα που ο κύριος Διευθυντής από στιγμή σε στιγμή θα του ανακοινώσει την απόλυση του. Αυτή τη στιγμή βρήκε το ρημάδι το μυαλό του να συλλέξει ότι απογοητευτικό και πικρό και να του τα ρίξει μπρός στα πόδια του. ‘’Να πάρε, διάλεξε. Απ’ όλα έχει’’  Έτσι είναι η πίκρα. Ποτέ δεν επηρεάζεται από τ’ ανοιχτά παράθυρα που έχουν θέα τα πεύκα του Υμηττού, ούτε από το δροσερό αεράκι που μύριζε Άνοιξη. Τον πρώτο λαχνό που σήκωσε άκουγε στο όνομα, σύζυγος. Άραγε αν ξεπέσω επαγγελματικά, θα εξακολουθήσει να με αγαπά και να με στηρίζει; Κι αυτό που μου είχε ξεστομίσει κάποτε, πως δεν θα με επέλεγε για σύντροφο, αν δεν είχα τις καλύτερες προδιαγραφές για σταδιοδρομία; Λες να το ξαναθυμηθεί και να επανεξετάσει τη στάση της; Αμ το άλλο; Ακόμα δεν είχαμε αγοράσει το δικό μας σπιτικό κι οι απολαβές από τη λεγόμενη προίκα είχε να κάνει με μελλοντικές απολαβές και κάτι με εξοχικά. Πως θα μπορέσω τώρα να κουμαντάρω τα τόσα ανοίγματα; Το ένα έφερνε το άλλο μέσα στο μυαλό του κι από το βάθος του, ένα σύννεφο μικρό στην αρχή, άρχιζε να σχηματίζει τη λέξη ‘’καταστροφή’’.

-         Κύριε Κλέαρχε, Δυστυχώς σήμερα, βρίσκομαι στη δυσάρεστη θέση να σας μεταφέρω μια όχι και τόσο ευχάριστη είδηση.
-         Αφήστε κύριε Διευθυντά, μην χάνετε άδικα τα λόγια σας. Έχω αντιληφθεί περί τίνος πρόκειται. Επιτρέψτε μου να πάω εγώ στο γραφείο του λογιστή και να ρυθμίσουμε μεταξύ μας κάθε διαδικασία.
Δεν πρόλαβε να σηκωθεί από την καρέκλα και τον πρόλαβε ό ίδιος ο διευθυντής με το δεξί χέρι τεταμένο να του λέει
-         Σ’ ευχαριστώ για την προσφορά σου στην εταιρεία μας. Εγώ προσωπικά σου είμαι ευγνώμων.
Η αμηχανία ήταν έκδηλη και στις δύο πλευρές. Ο Κύριος διευθυντής κατάφερε να κρυφτεί σηκώνοντας το ακουστικό του τηλεφώνου. Ο Κλέαρχος αφού στήθηκε με το ζόρι στα πόδια του άφησε ένα ‘’καλό σαββατοκύριακο’’ να ξεψυχήσει μπροστά στη μισάνοιχτη πόρτα του γραφείου κι έφυγε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Στη διαδρομή για το σπίτι τα έβλεπε όλα αμήχανα. Παρ ότι δεν βιάζονταν, όλα του έφταιγαν. Λες κι όλοι συνωμότησαν εναντίον του για να του κάνουν τα νεύρα σμπαράλια. Τα τσιγάρα δεν στάθηκαν ικανά να του μετριάσουν το θυμό. Θυμήθηκε τη γυναίκα του. Σήμερα δεν της μίλησε καθόλου. Τουλάχιστον να άκουγε τη φωνούλα της, να του πει έναν παρηγορητικό λόγο. Πήρε το κινητό και την κάλεσε. Όμως αντί για τη γλυκιά της φωνούλα άκουσε μήνυμα από την εταιρεία της κινητής τηλεφωνίας πως το τηλέφωνο που καλεί είναι απενεργοποιημένο. Θύμωσε και το πέταξε στο πλαϊνό κάθισμα. Θυμήθηκε ένα ρητό που το έμαθε από τη μάνα του. ‘’Καλώστηνα τη συμφορά, φτάνει να είναι μόνη’’ Αν την είχε τώρα μπροστά του θα της πέταγε το κινητό στη μούρη. Τόσα νεύρα είχε. Ω θεέ μου σκέφτηκε. Τι είναι αυτά που μου περνούν από το μυαλό. Εγώ που εκτός από του φιλιού το άγγιγμα δεν ακούμπησα ποτέ τη γυναικούλα μου και μ’ αυτή την τελευταία σκέψη έστριψε για να παρκάρει επιτέλους στην πυλωτή της πολυκατοικίας.

Στα λίγα μέτρα που του απέμειναν να κάνει μέχρι να βρεθεί στη ζεστασιά του δικού του λιμανιού, στην αγκαλιά της αγαπημένης του γυναικούλας, προτίμησε να μην σκεφτεί τίποτα. Απολύτως τίποτα. Σιγή ασυρμάτου που λένε στο στρατό. Την πρώτη έκπληξη τη δοκίμασε όταν άνοιξε την πόρτα. Καμία παρουσία, καμία παιδική φωνή. Δεν το συνήθιζε η γυναίκα του αυτό. Τόσα χρόνια τώρα ειδικά τις Παρασκευές, τον περίμενε χαμογελαστή. Αν ήταν να λείπει θα το ήξερε. Δεν ήξερε τι να υποθέσει. Άρχισε ν’ ανησυχεί χωρίς να διαισθάνεται κανένα λόγο. Ο Πρώτος γρίφος που κλήθηκε να λύσει, ήταν ένα σημείωμα που σκέπαζε σχεδόν όλο το τηλέφωνο. Άντε πάλη με αυτά τα σημειώματα σήμερα. Το πρώτο μου άναψε φωτιά. Για να δούμε μ’ ετούτο τι θα γίνει. «Πάτα το κουμπί του τηλεφωνητή για ν’ ακούσεις ένα μήνυμα» του έγραφε. Καλώστην να τη συμφορά, φτάνει να είναι μόνη, θυμήθηκε πάλη την παροιμία που την έλεγε η μάνα του, σαν ήθελε να μετριάσει τον πόνο από κάθε αναποδιά που προέκυπτε γιατί πάντα φοβόταν μην έρθουν και χειρότερα. Είχε δίκιο τελικά η μανούλα μου, σκέφτηκε προς στιγμή. Να εμένα παραδείγματος χάριν, από το πρωί, τίποτα δεν μου πάει κατ’ ευχή. Για να δούμε τι κρύβει η συνέχεια. Ο δείκτης του χεριού του βρίσκονταν ήδη σε επαφή με το κουμπί του τηλεφωνητή. Έβαζε όμως στοίχημα πως αυτό που θα άκουγε, δεν θα ήταν για καλό. Καλά τώρα. Σιγά την εξυπνάδα που διαθέτεις βρε ηλίθιε, είπε προς τον εαυτό του, με μια διάθεση αυτοτιμωρίας. Από το πρωί έπρεπε να καταλάβεις πως εδώ κάτι τρέχει. Τι θα πει ‘’θα σου εξηγήσω αργότερα’’ Και γιατί δεν το εξηγούσε στο μήνυμα της. Η Λουκία ποτέ δεν χρησιμοποιούσε τον τηλεφωνητή. Έβρισκε πολύ άχαρο τη χρήση του και τώρα αφήνει ένα μήνυμα μόνο και μόνο γι αυτόν, αφού ο τηλεφωνητής δεν ήταν ενεργοποιημένος, κάτι που θα επέτρεπε ν’ ακούσουν το μήνυμα κι άλλοι. Ήταν απλά το αποθηκευτικό μέσο που θα μετέφερε την είδηση μόνο στον ίδιο. Προς στιγμήν σταμάτησε την κίνηση για να ενεργοποιήσει  τον τηλεφωνητή. Ναι ήταν έξυπνος ο Κλέαρχος κι άρχισε να συνειδητοποιεί πως κάτι κακό προμηνύεται εδώ. Όχι δεν θέλω να το μάθω, ότι κι αν είναι. Μου φτάνει που σήμερα γνώρισα την πρώτη ήττα της ζωής μου. Και τι έγινε. Τι θέλει να μας πει τώρα η κυρία Λουκία και διάλεξε μάλιστα, αυτόν τον γελοίο τρόπο; Το ότι άρχισε να σκέφτεται απαξιοτικά για τη σύντροφο της ζωής του την οποία λάτρευε κυριολεκτικά, έκανε τ΄ αντανακλαστικά του να λειτουργήσουν ακαριαία και να επαναφέρει τον εαυτό του στην τάξη. Θεέ μου τι σκέφτομαι. Τι ξεπεσμός, συλλογίστηκε κι έφερε τις δυο του παλάμες στους κροτάφους του, σημάδι απελπισίας κι απόγνωσης. Αλλά που να ΄ναι τώρα; Αν είναι κάτι ασήμαντο κι αθώο, όπου νάναι θα γυρίσει. Αν έχει σκεφτεί κάτι κακό γιατί να της κάνω τη χάρη να το ακούσω, φόρα παρτίδα. Όχι κορίτσι μου, δεν άκουσα το μήνυμα σου. Εγώ δηλαδή να φυσάω και να ξεφυσάω από το θυμό μου κι εσύ τώρα να πίνεις το φραπέ σου ικανοποιημένη για την παγίδα που μου έστησες. Ναι έτσι πρέπει να έχουν τα πράγματα. Δε νομίζω στο μήνυμα σου να μου λες ‘’ξέρεις πετάχτηκα μέχρι το μπακάλη, δεν θ’ αργήσω’’ Εδώ τα πράγματα μιλούν από μόνα τους. Κλεισμένα κινητά και περίεργα μηνύματα. Ε όχι κι έτσι. Περίμενα μια πιο τίμια αντιμετώπιση. Δεν είμαι αναλώσιμος εγώ. Κάθισε κάτω να μου πεις, ‘’ξέρεις Κλέαρχε, θέλω να χωρίσουμε’’ Να χωρίσουμε;!!!! Υπάρχει η πιθανότητα η Λουκία μου να θέλει να χωρίσουμε; Ε αυτό δεν το είχε ποτέ του φανταστεί. Σηκώθηκε από τον καναπέ και το πρώτο πράγμα που βρήκε να κλωτσήσει για να ξεσπάσει το θυμό του, ήταν ένα ζευγάρι παντόφλες που απολάμβαναν την ξεγνοιασιά τους δίπλα από τον καναπέ του σαλονιού. Η μια από τις δυο παντόφλες βρίσκεται τώρα αγκαλιά με το αναποδογυρισμένο ανθοδοχείο στο μικρό τραπεζάκι. Ο Κλέαρχος δεν είδε τίποτα από τη συνέπεια της πράξης του. Χωρίς να το καταλάβει πως, βρέθηκε ν’ αγναντεύει απ’ το παράθυρο το απέναντι μπαλκόνι. Η απόσταση από αυτό ήταν πολύ μικρή γιατί ο δρόμος που τους χώριζε, ήταν απ’ αυτούς που λέμε ‘’στενό’’. Δεν είχε ποτέ του ως τώρα δώσει σημασία, αν και τώρα που το καλοσκέφτηκε διαπίστωσε πως πάντα εκεί στον τοίχο κρέμονταν ένα κλουβί με καναρίνια. Αυτό που τώρα του προκάλεσε την περιέργεια, ήταν πως έβλεπε ξεκάθαρα τα δυο πλασματάκια του θεού να ερωτοτροπούν. Ήθελε δεν ήθελε, την εικόνα αυτή τη συνδύασε με το δικό του πρόβλημα. Δεν είναι δυνατόν να μου συμβαίνει εμένα αυτό σήμερα; Κι αμέσως κάνει μεταβολή να πάει όμως που; Σαν το λιοντάρι που δεν το χωρά το κλουβί του μοιάζει τώρα ο Κλέαρχος. Η δική μου η γυναίκα με κάποιον άλλο. Έχει γούστο αυτή τη στιγμή κάποιος να της κρατά το χέρι και να της λέει πως την αγαπά. Ποια; Τη γυναίκα που ο ίδιος λατρεύει. Που ήταν στη ζωή του ότι πιο όμορφο συνάντησε. Ο ακρογωνιαίος λίθος που στήριζε τη ζωή του. Δεν γίνεται αυτή τη γυναίκα να την διεκδικεί κι άλλος. Εδώ σ’ αυτή την συγκεκριμένη στιγμή, ένοιωσε το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια του. Πως αλλάζει η ζωή μέσα σε μια στιγμή, αναλογίστηκε. Ενώ έκανε τόσα χρόνια για να δημιουργήσει τις  προϋποθέσεις για μια άνετη κι ευτυχισμένη διαβίωση, σε μια μέρα σε μια στιγμή, γκρεμίζεσαι και χάνεις τα πάντα. Η απόλυση από τη δουλειά του, έχει ήδη περάσει σε δεύτερη μοίρα και κυρίαρχη σκέψη στο νου του είναι η Λουκία. Με τέτοιες σκέψεις, ο χρόνος κυλά βασανιστικά αργόσυρτα. Επιστράτευσε και το εφεδρικό πακέτο των τσιγάρων που έκρυβε για ώρες ανάγκης πίσω από ένα βιβλίο. Το ίδιο έκανε και τον καιρό που γύριζε εξουθενωμένος μετά από κάθε συνάντηση που είχε με τη Λουκία. Τότε τίποτα δεν μπορούσε ν’ αντικαταστήσει την απουσία της. Ούτε τα ποτά, ούτε τα τσιγάρα. Γιατί τώρα μπορεί. Του λείπει πολύ. Και τι δεν θα ‘δινε να τη σφίξει αυτή την στιγμή στην αγκαλιά του. Κι άρχισε μες τη θολούρα του να φτιάχνει φανταστικά σενάρια με το νου του.

Αν γυρίσει τώρα σε λίγο, δεν θα τη ρωτήσω καν που ήταν. Θα τη φιλήσω όσο πιο ερωτικά μπορώ και θα την οδηγήσω στην κρεβατοκάμαρα για να κάνουμε τον πιο συναρπαστικό έρωτα της ζωής μας. Ναι έτσι χωρίς εξηγήσεις του τύπου, που ήσουν, τι έκανες, θα το μετανιώσεις κι άλλες τέτοιες ηλιθιότητες που μόνο λάδι στη φωτιά μπορούν να ρίξουν. Ότι κι αν σκέφτηκε η Λουκία μου, ξαναγύρισε. Είναι εδώ μαζί μου αυτή τη στιγμή. Το λάθος της το διόρθωσε ήδη με την επιστροφή της, εμένα μου φτάνει. Μ΄αυτή τη σκέψη, γέμισε το ποτήρι του άλλες τρεις φορές. Η ώρα πια δείχνει πέντε και μισή. Είναι ηλίθιο τέτοια ώρα να περιμένεις ακόμα. Κλέαρχε ξύπνα, πρόσταζε στον εαυτό του που ματαιοπονούσε ψάχνοντας τα πιο πιθανά σενάρια, που θα τον έκαναν να βγει από το τέλμα. Γύρισε και κοίταξε με στοχασμό τον τηλεφωνητή. Εδώ υπάρχει η τελική απάντηση. Το τέλος του δρόμου, σκέφτηκε. Αλλά γιατί αυτό το τέλος να το μάθω από τώρα και μάλιστα δια στόματος Λουκίας. Όχι. Εκτός από το μυστικό που κρύβει καλά ο τηλεφωνητής, υπάρχει και η θεά τύχη που όλα μπορεί να τα αλλάξει. Τι παράξενη θεωρεία κι αυτή. Κάποτε κάτι παρόμοιο είχε δει στο σινεμά. Ο πρωταγωνιστής, μέχρι το τέλος της ταινίας με τίποτα δεν ήθελε να δεχθεί πως η αγαπημένη του σκοτώθηκε ακαριαία στο αυτοκινητιστικό ατύχημα που τους είχε συμβεί. Την κρατούσε αγκαλιά και της μίλαγε, σαν να μη συνέβαινε τίποτα και περίμενε να του σφίξει το χέρι, σαν σημάδι πως ζει ακόμα και τον αγαπά, ώσπου κι ο ίδιος άφησε την τελευταία του πνοή, εκεί πάνω στα μαλλιά της. Ήθελε τόσο πολύ να κλάψει στη θύμηση αυτής της ταινίας, αλλά τον έβγαλε απ’ το λήθαργο ο χτύπος του τηλεφώνου. Το σήκωσε σε ένα δευτερόλεπτο και φυσικά δεν διανοήθηκε να ρωτήσει ποιος είναι. Απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να είναι κανείς άλλος, εκτός από την αγαπημένη του.
-         Κλέαρχε εσύ, ακούστηκε από την άλλη άκρη της γραμμής.
Ακούστηκε όμως στην άλλη άκρη της γραμμής, και ο θόρυβος που έκανε το βαρύγδουπο πέσιμο του Κλέαρχου στο πάτωμα, σαν διαπίστωσε πως αυτός που τον καλούσε ήταν η μητέρα της Λουκίας και όχι η ίδια η Λουκία.
-         Κλέαρχε, Κλέαρχε, τι έπαθες, ακουγόταν μέσα από το ακουστικό.
Αλλά ο Κλέαρχος προτίμησε να σιωπήσει. Επιστράτευσε όσο κουράγιο του απόμεινε, πήρε το ακουστικό και το έβαλε στη θέση του.

Οι ελπίδες του φυλλοροούν μια-μια. Θυμήθηκε ξανά τη σκηνή της απόλυσης. Η μόνη του ελπίδα εκείνη τη στιγμή ήταν, να γυρίσει στο σπίτι και να χωθεί στην αγκαλιά της λατρεμένης του γυναίκας και τώρα; Μετράει ήδη δύο απουσίες, της δουλειάς του, της γυναίκας του κι αν μετρήσεις και την απουσία του μονάκριβου παιδιού τους, τρείς. Και τα πέντε μου αστέρια τι έγιναν, μονολόγησε την ώρα που άναβε τσιγάρο;. Πάει και η οικονομική επιφάνεια που ούτως ή άλλως ήταν απόρροια από την περιουσία της γυναίκας μου και λιγότερο από τη δουλειά μου. Θα πρέπει μάλλον αυτή τη στιγμή ό Κλέαρχος να είχε ψιλομεθύσει. Ένα ξέσπασμα από κλάμα τον έχει κυριεύσει και σκέφτεται πλέον φωναχτά, μετατρέποντας το χώρο του σαλονιού του σε πάλκο θεάτρου. Περπατώντας και παραπατώντας πάνω κάτω προσπαθεί να βάλει σε τάξη το τι του συναίβει σήμερα.
Ναι κύριε πετυχημένε, τελείωσες. Μηδέν από μηδέν, μηδέν. Το κλειδί πάντα τελικά θα το κρατά μια γυναίκα. Σε ρώτησε εσένα κανένας αν θέλεις να απολυθείς; Όχι. Σε ρώτησε εσένα κανένας αν θέλεις άλλο τη γυναίκα σου κοντά σου; Όχι. Σε ρώτησε εσένα κανείς αν θέλεις το παιδί σου; Όχι. Εσένα κύριε Κλέαρχε, σε έφεραν προ τετελεσμένων γεγονότων. Και θέλει τώρα να ακούσω το μήνυμα στον τηλεφωνητή, για να πάρω τη χαριστική βολή. Κι αυτή ποιος ξέρει τώρα με ποιόν ερωτοτροπεί. Ποιόν άφησε και χώθηκε μέσα στην καρδιά της και της την ράγισε. Την ώρα που η δική μου καρδιά ματώνει. Πως γίνεται που να πάρει η ευχή μια ευτυχία να εδράζεται πάνω στη δυστυχία κάποιου άλλου; Ορίστε τώρα, η ώρα πήγε επτά. Η Λουκία μ’ εγκατέλειψε και σίγουρα όχι για κάτι χειρότερο. Υπήρχε λοιπόν κάτι καλύτερο από μένα. Άρπα την τώρα κύριε πεντάστερε. Άρπα την για να μάθεις. ‘’Κλέαρχε φεύγω γιατί δεν μπορώ να ζήσω άλλο μαζί σου’’ Ναι κάτι τέτοιο θα μου λέει στο μήνυμα. Και γιατί μέχρι χθες μπορούσες δηλαδή; Μέχρι να βρεις τον αντικαταστάτη μου; Μπράβο κυρία μου. Χίλια μπράβο. Αλλά δεν έχεις μούτρα να μου το πεις κοιτάζοντάς με στα μάτια. Προτίμησες τον τηλεφωνητή ε; Ε!! όχι, δεν θέλω ν’ ακούσω το μήνυμα σου, αρνούμαι. Θα σταθώ στο ύψος μου.

Μόνο στο ύψος του δεν μπορούσε να σταθεί πλέον ο Κλέαρχος. Το παίδεψε μέχρι της οκτώ, αφού είχε αδειάσει όλο το μπουκάλι με το ουίσκι, ώσπου έπεσε ξερός στον καναπέ του σαλονιού σε βαθύ λήθαργο. Ούτε που κατάλαβε, γύρω στις εννιά την επιστροφή στο σπίτι της Λουκίας με το παιδί τους. Από την ακαταστασία του χώρου η Λουκία κατάλαβε πως κάτι τρομερό πρέπει να πέρασε ο Κλέαρχος αλλά που να μοιραστεί τι. Τον περιποιήθηκε τον ξέντυσε και το έβαλε στο κρεβάτι. Αργότερα έπεσε κι αυτή να κοιμηθεί δίπλα του. Γύρω στα μεσάνυχτα, όταν ο Κλέαρχος άρχισε να έχει επικοινωνία με το περιβάλλον, αντιλήφτηκε με την άκρη των χεριών του εκείνη τη θεσπέσια αίσθηση που είχε το άγγιγμα των μαλλιών της. Και πεθαμένος να ήταν, θα ανασταίνονταν για να διαπιστώσει αν είναι αλήθεια ή όνειρο αυτό που ένοιωθε. Παρ’ ότι σκοτάδι και με κεφάλι βαρύ, είχε όλα τα εχέγγυα, πως κρατούσε στην αγκαλιά του τη γυναίκα του. Έπαθε το τέλειο βραχυκύκλωμα. Γύρισε για να τη βλέπει πρόσωπο με πρόσωπο. Έβαλε το κεφάλι του να στηρίζεται μέσα στην παλάμη του  και την κοίταζε αποσβολωμένος. Κάποια στιγμή η Λουκία αντιλήφτηκε το σκηνικό και τον ρώτησε όσο πιο τρυφερά μπορούσε.
-         Θέλεις να μου πεις τώρα τι συναίβει εδώ μέσα ή τα λέμε το πρωί;
Ακολούθησε η τέλεια σιωπή. Λες κι αν ξέφευγε απ’ τα χείλη του έστω και μια αναπνοή, θα σκορπούσε στους πέντε ανέμους το όνειρο, γιατί η λογική του για την ώρα, αφού δεν ήταν ακόμη στα συγκαλά της, μόνο σαν όνειρο μπορούσε να δεχθεί την παρουσία της. Η Λουκία έκανε μια κίνηση και χώθηκε φωλιάζοντας στο αριστερό του μπράτσο. Ότι ακολούθησε μετά ήταν με παρότρυνση της φυσικής έλξης παρά της λογικής. Και τα δυο κορμιά παραδόθηκαν σ’ αυτή μ’ ένα πάθος πρωτόγνωρο. Ο έρωτάς τους έβαλε τη δική του σφραγίδα κι έγινε για να επιβεβαιώσει πως αυτά τα παιδιά, Ο Κλέαρχος και η Λουκία δεν υπήρχε περίπτωση να μην είναι ακόμα ερωτευμένα και να μην αγαπά ο ένας τον άλλον.

Το πρωί ο Κλέαρχος ξύπνησε πρώτος. Έπρεπε να σκεφτεί λογικά, γιαυτό αποφάσισε να μην αρχίσει τα πως και τα γιατί. Ήξερε πως η Λουκία θα έδινε εξηγήσεις από μόνη της. Μόνο για την ακαταστασία του σπιτιού προφασίστηκε ένα αθώο ψεματάκι. Θα έλεγε πως ήρθαν οι δυο γνωστοί φίλοι και συνάδελφοι κι ήπιαν δυο ποτά παραπάνω.

Πράγματι όλο εξελίχτηκαν όπως τα σχεδίαζε. Εν τη ρήμη του λόγου, την ώρα που ο Κλέαρχος δικαιολογείτο για την ακαταστασία του σπιτιού, η Λουκία του λέει.
-         Μπράβο σου γάιδαρε. Μια φορά είπα κι εγώ να λείψω από το σπίτι και μου το έκανες αχούρι. Καλά έλεγα εγώ στην φίλη μου την Κική πως κάτι θα γίνει πίσω, όσο θα λείπω.
-         Στην Κική ήσουν δηλαδή; Ρώτησε με έκπληξη.
-         Ναι στην Κική, δεν άκουσες το μήνυμα;
-         Ναι, ναι το άκουσα, απάντησε με κάποια καθυστέρηση, αλλά αυτή δεν είναι που μένει στα Άσπρα σπίτια Βιωτοίας; Εκεί ήσουν;
-         Ναι παιδί μου, εκεί. Δεν ήθελα όμως να το κουβεντιάσω μαζί σου, γιατί φοβόμουνα την άρνησή σου. Πρώτη φορά που μου γύρεψε τη βοήθειά μου η κοπέλα. Άστα πολύ τραγικά τα πράγματα που της συμβαίνουν, αλλά θα σου τα πω άλλη φορά.
-         Ναι άσε, τα λέμε άλλη φορά.
-         Έτσι μπράβο αγοράκι μου. Κι εγώ που νόμιζα πως στο γυρισμό, θα ξεσήκωνες τον κόσμο με τον καυγά σου.
-         Ποιόν καυγά. Μπορώ εγώ να κάνω καυγά με τη γυναίκα που λατρεύω; Ποτέ.
-         Γιαυτό σ’ αγαπώ, αγορίνα μου.
Και του ‘δωσε ένα παθιασμένο φιλί από αυτά που σφραγίζουν και τις μεγαλύτερες συμφωνίες στη ζωή μας.

Μαντζούρης Κων/νος

16/4/2013

3 σχόλια:

Στούντιο Γάμου είπε...

ο Κλέραχος και η Λουκία ενα ζευγάρι της σύγχρονης εποχής που στέκεται στο ύψος του (οσο μπορεί) και πρσοπαθει να κρατήσει αυτή την μεταξύ του σχέση....ή μάλλον οχι;;;

Στούντιο Γάμου είπε...

Συνέχισε την ιστορία. Περιμένω με ενδιαφέρον να δω που θα καταλήξει...

Στούντιο Γάμου είπε...

ακόμα και αν λέγεται νουβέλα