ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

25 Απριλίου 2013

Ένας λαός χωρίς ανάδοχη οικογένεια



Αρθρο

Κάθε φορά που σκέπτομαι τον τίτλο ενός θέματος, φοβάμαι μην εκτεθώ και νομίσει ο αναγνώστης μου ότι η επιλογή μου, έγινε με γνώμονα του να αρέσει, να είναι δηλαδή λιγάκι βαρύγδουπος σαν τίτλος, ή πιασιάρικος που λένε. Κι όμως πιστέψτε με τίποτα απ’ όλα αυτά. Η θεματολογία μου απλά θέλω να έχει βαρύτητα, ν’ αγγίζει ψυχές, να υπάρχει λόγος τέλος πάντων που θα αξίζει τον κόπο ν’ ασχοληθεί κανείς μαζί του, για να ικανοποιηθεί, όχι μόνο ο γράφων καταθέτοντας τις απόψεις του ή τα εσώψυχά του, όπως τα χαρακτηρίζει ο φίλος μου που σημειωτέον από αντίδραση, ποτέ δεν έχει διαβάσει τα πονήματά μου, αλλά και ο αναγνώστης ο οποίος αφού καταστεί κοινωνός του προβληματισμού που θα μοιραστεί μαζί μου, θα βρει το έναυσμα να αναψηλαφήσει κάποιες απόψεις μέσα του, οι οποίες ή χρίζουν αναθεώρησης ή είναι καιρός να τις περάσει από την ύπνωση στην εγρήγορση.
Γιατί δίνω πάντα τόση σημασία στον τίτλο; Όλοι οι γράφοντες δίνουν. Μόνο στον πεζό λόγο στην καθημερινότητα το θέμα προκύπτει εν τη ρήμη του λόγου. Στον γραπτό λόγο, ο τίτλος είναι απαραίτητος. Γι αυτό το σημερινό μου θέμα διάλεξα να το βαφτίσω ‘’ Ένας λαός χωρίς ανάδοχη οικογένεια’’

Πως μου προέκυψε κάτι τέτοιο; Να σας εξηγήσω. Κατ’ αρχάς, δεν είμαι λογοπλάστης για να ωραιοποιώ τα πράγματα. Αυτή η σκέψη, του να φαντάζομαι έναν λαό που αναζητά ανάδοχη οικογένεια, έχει φυτευτεί στο μυαλό μου πολύ καιρό τώρα. Μεγάλωσα πια και μοιραία μπορώ ν’ ανακαλώ μνήμες από το παρελθών και να τις συγκρίνω με το σήμερα. Συχνά πυκνά, βάζω σε αντιπαράθεση καταστάσεις και γεγονότα απο τις εποχές του 60 του 70 ή του 80 και προσπαθώ να καταλάβω αν αυτό που συνέβαινε τότε, μπορεί να έχει κάποια σχέση με το σήμερα. Όλοι σας θα συμφωνήσετε πιστεύω, πως αυτές οι τρείς δεκαετίες, φέρουν βαρύ φορτίο στη σύγχρονη ιστορία της Ελλάδας κι από την αναψηλάφηση των γεγονότων εκείνων, μπορεί να μας βοηθήσει να βγάλουμε χρήσιμα συμπεράσματα για το σήμερα. Εμένα πάντως απ’ όλο αυτό, το πιο κυρίαρχο συναίσθημα που με πνίγει και μιλώ σαν απλός πολίτης, είναι η έλλειψη ενός στηρίγματος, που θ’ ακουμπήσει ο λαός για να ξαποστάσει από τον αγώνα της ζωής αφ’ ενός και αφ εταίρου να το χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο για νέο ξεκίνημα. Το έχει πάντα αυτό ανάγκη. Στην προσωπική  του ζωή, αυτή την ανάγκη την καλύπτει μέσα από την οικογένεια του, ενώ ως μέλος της ευρύτερης κοινωνίας, έχει ανάγκη να βρει στηρίγματα πιο ευρύτερα. Το ρόλο αυτό αναλαμβάνουν να παίξουν στην κάθε χώρα, οι ταγοί της. Ποιοι είναι αυτοί; Πολλοί, αμέτρητοι, για να μην το παρακάνω και πω πως όλοι μας καλούμαστε, ως υπεύθυνοι και σοβαροί πολίτες, γιατί έχουμε χρέος έναντι της κοινωνίας της οποίας αναπόσπαστο κομμάτι της είμαστε κι εμείς, να προσφέρουμε ότι μπορούμε για την προάσπιση θεσμών, κανόνων και αξιών, για μια καλύτερη ποιότητα ζωής, για μια αξιοπρεπή κι ελεύθερη διαβίωση.

Γιατί θεωρώ αξιοσημείωτες αυτές τις τρείς δεκαετίες; Τι είχαν  αυτές οι εποχές, που σήμερα δεν συναντάμε; Πολλά. Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει κανείς σήμερα που να μιλά με το λαό την ίδια γλώσσα. Άλλα λέει ο λαός, άλλοι είναι οι προβληματισμοί του κι άλλα ακούει από την κυβέρνηση που είναι στην εξουσία. Ο κόσμος φωνάζει πνίγομαι και η κυβέρνηση περί άλλων τυρβάζει. Παλιά τα κόμματα και οι πολιτικοί σχηματισμοί, αγωνίζονταν παρέα με το λαό για την επίτευξη των στόχων του. Το κάθε κόμμα ακόμα και η δεξιά, οργάνωνε τον πολίτη και το καθένα, από το δικό του μετερίζι, έδινε αγώνες, πολλές φορές σώμα με σώμα, για να διεκδικήσει ένα αύριο καλύτερο. Έχει γράψει ιστορία το απαράμιλλο σθένος που έδειξαν αριστεροί πατριώτες στην Ελλάδα που χάριν των πιστεύω τους και της ιδεολογίας των, πέρασαν από εξορίες και βασανισμούς χωρίς να λυγίσουν. Δεν θα δώσουμε βέβαια εύσημα μόνο στην αριστερά. Η Ελλάδα εκείνα τα χρόνια ήταν μια αγωνιστική παλαίστρα σε σημείο που να δικαιούνται οι περισσότεροι να λένε, ήμουν κι εγώ εκεί. Υπήρχε συμμετοχή. Ο κόσμος δεν καταδέχτηκε να κλάψει τη μοίρα του μόνος, κρυφά στο σπίτι κι ας πέρασε δεινά, πολύ χειρότερα από τα σημερινά. Σήμερα τα κόμματα που εμείς οι ίδιοι ψηφήσαμε, μετά τις εκλογές κάνουν πως δεν γνωριζόμαστε. Καμιά οργάνωση, καμιά πρωτοβουλία, καμιά μάζωξη και κάλεσμα για αγώνες. Νωθρές, σπασμωδικές,  έως ανύπαρκτες, απεργιακές κινητοποιήσεις που αυτοδιαλύονται με τα πρώτα δακρυγόνα της αστυνομίας. Συνδικαλιστές μαριονέτες έρμαια των πολιτικών τους προϊσταμένων, διαρρηγνύουν τα ιμάτια τους τάχαμου για του φτωχού κι ανυπεράσπιστου εργαζόμενου το δίκαιο. Στέκονται πλάι σου μέχρι να σε δουν να ρίχνεις το ψιφαλάκι σου στην κάλπη τους κι αλλοίμονο αν διαπιστώσουν πως αλλαξοπίστησες. Δεν είναι δυνατόν φυσικά, εμείς, ο απλός λαός, ο καθένας από μόνος του, να σηκωθούμε ένα πρωί από τον καναπέ μας, που μας κατηγορούν πως εκεί μέσα έχουμε βολευτεί κι αναπαυτεί και να ξεκινήσουμε την επανάσταση. Αυτά θέλουν οργάνωση. Θέλουν ηγετικά στελέχη που θα βγούνε μπροστά και θα καλέσουν γενικό ξεσηκωμό. Με ροζ γραβάτες αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Οι επαναστάσεις δεν ωριμάζουν με λεκτικούς διαξιφισμούς στα ΜΜΕ με τον Άδωνη Γεωργιάδη. Δεν είναι επανάσταση ο ξυλοδαρμός δυο τριών Πακιστανών και δεν είναι φυσικά επανάσταση η αποχή από τα έδρανα της βουλής όταν συζητιέται το θέμα για τις πολεμικές αποζημιώσεις που οφείλει η Γερμανία στην Ελλάδα. Επανάσταση δεν γίνεται μ’ ένα φοβισμένο ΚΚΕ που για να μην νομίσουμε πως πέθανε τελείως, παίρνει τον κομματικό στρατό του και τον πάει βόλτα στις παρυφές των αγωνιστικών συγκεντρώσεων, που έστω ασθμαίνοντας οργάνωσαν άλλοι φορείς, για να δείξει ότι ‘’ενθάδαι κείμεθα’’ Ναι εδώ είστε αλλά, δεν μένετε πια ούτε στο ελάχιστο πιστοί ‘’τοις κείνων ρήμαση.’’ Έτσι για να λέμε τα πράγματα με τ΄ όνομά τους. Τα άλλα πολιτικά κόμματα, σαν να μας λένε ‘’Αρχίστε την επανάσταση χωρίς εμένα’’ ‘’Εμείς τώρα, σώζουμε την Ελλάδα και δεν ευκαιρούμε’’ Ο δε ΣΥΡΙΖΑ το μόνο άλλοθι που έχει είναι πως κατά βάθος γνωρίζει καλά, πως προσπαθεί να διαχειριστεί ένα εκλογικό ποσοστό που στην ουσία δεν είναι δικό του. Ξέρει πολύ καλά πως οι οπαδοί του, προέρχονται από το ξεκλήρισμα άλλων κομμάτων και άρα έχει να κάνει με ανθρώπους χωρίς κοινή ιδεολογική ταυτότητα. Γι αυτό σε τούτο εδώ το αλλοπρόσαλλο συνονθύλευμα των αγανακτισμένων πολιτών, χρεώνεται και η παγκοσμία πρωτοτυπία με το παρακάτω περιστατικό. Στην πρώτη απόπειρα μαζικής αντιπαράθεσης που ψευτοοργανώθηκε και μιλάω για τη γενική απεργία πριν από δυο χρόνια, ενώ τα παλιά χρόνια την επόμενη μέρα των κινητοποιήσεων, μετράγαμε συνήθως σπασμένα κεφάλια σε μια από αυτές δε, κλάψαμε για τον άδικο χαμό του Γρηγόρη Λαμπράκη ή του Σωτήρη Πέτρουλα, ετούτη τη φορά, οι απώλειες προέρχονταν από την πλευρά των απεργοσπαστών με το θάνατο των τριών στην Τράπεζα Marfin (σ.σ Σέβομαι και υπολήπτομαι την αξία της ζωής, αλλά δεν μπορώ να ονομάσω αλλιώς τους αδικοχαμένους)
«Που να γύρω το σώμα μου» λέει ο ποιητής Οδ. Ελύτης μέσω της μουσικής του Μίκη Θεοδωράκη. Με ποιους να πάς, με ποιους να ταυτιστείς, με ποιους να προχωρήσεις. Χωρίς Πέτρουλα, χωρίς Λαμπράκη, χωρίς ανένδοτους αγώνες, χωρίς φοιτητικό κίνημα της εποχής του 1-1-4 χωρίς οικοδόμους που σκορπούσαν δέος στο πέρασμα τους και με συνδικαλιστές παραδομένους στον εναγκαλισμό των κομματικών θώκων, μένεις σπίτι σου ταμπουρωμένος, βλέπεις τις ειδήσεις του ΜΕΓΑ κι ακούς τον Πρετεντέρη.
Εκείνα τα χρόνια και να ‘θελες να μείνεις απαθής δεν γίνονταν. Οι ποιητές μιλούσαν για αγώνες. Ο Ρίτσος ό Ελύτης. Οι στιχουργοί Μάνος Ελευθερίου Νίκος Γκάτσος, Μάνος Λοΐζος και δεκάδες άλλοι μετέφεραν τον παλμό της εποχής από πόρτα σε πόρτα. ‘’Πάλης ξεκίνημα, νέοι αγώνες’’ ‘’Τη ρωμιοσύνη μη την κλαίς’’, δεν άφηνε κανέναν ασυγκίνητο. Οι περισσότεροι διανοούμενοι ένοιωθαν την ανάγκη της στράτευσης και της συμπαράταξης μαζί με το λαό. Τα χρόνια εκείνα είχαμε τον δικό μας το Μίκη τον Γρηγόρη μας (Μπιθικώτσης) ακόμα και τον δικό μας πρωθυπουργό, τον Αντρέα. Ο Στέλιος Καζαντζίδης είχε αναλάβει τη δική του αποστολή. Ήταν ο τραγουδοποιός της φτώχειας και της εργατιάς, του μετανάστη που έλειωνε στις φάμπρικες της Γερμανίας. Σήμερα ποιος παίζει αυτόν το ρόλο, ο Κιάμος ή η Πάολα;
Ο τύπος με τους ογκόλιθους  της δημοσιογράφίας, σάλπιζε καθημερινά κι αφύπνιζε συνειδήσεις. Να αναφέρουμε μερικούς και βρέστε μου εσείς αντίστοιχους σημερινούς. Λοιπόν έχουμε και λέμε: Σεραφείμ Φυντανίδης, Ελένη Βλαχου, Γαβριηλίδης, Ροζίτα Σώκου, Ιωάννης Λάμψας  Λέων Καραπαναγιώτης, Αθανάσιος Μπότσης,  Τάκης Λαμπρίας,  Χρήστος Πασαλάρης. Όλων μα όλων κοινός τόπος ήταν αφέντης λαός όπως τον είδε μέσα από ‘’Το μεγάλο μας τσίρκο’’ ο Ιάκωβος Καμπανέλης κι ο Γιάννης Νεγρεπόντης. Όλοι οι άλλοι ταγοί της διανόησης κι αυτοί, που δεν ασχολήθηκαν με το επαναστατικό φρόνημα των Ελλήνων, πότισαν παρ’ όλα αυτά το βάλσαμο και τον καημό, προσφέροντας απλά τέχνη. Τέχνη όμως υψηλή σαν του Χατζηδάκη, της Μαρίκας Κοτοπούλη, του Χόρν του Μυράτ του Κατράκη του Καρακατσάνη.
‘’Σε τούτα εδώ τα μάρμαρα, κακιά σκουριά δεν πιάνει’’ έγραφε ο στιχουργός της εποχής εκείνης ενώ σήμερα, η Άννα Βίσση ανεβάζει τους ‘’δαίμονες.’’

Το έναυσμα των λογισμών που σας παραθέτω ξεκίνησαν μια νύχτα μοναξιάς για να συνειδητοποιήσω πως και η χθεσινή μου νύχτα, μοναχική ήταν για να μην πω πως κάπως έτσι ήταν κι όλες οι προηγούμενες. Γύρω μου τίποτα δεν συμβαίνει. Κάποιες άναρθρες κραυγές, ή ψίθυροι θα ‘ταν καλύτερα να πω, στα κανάλια της χαύνωσης, για την ακρίβεια της ντομάτας και των κολοκυθιών. Προχθές μόλις γιορτάσαμε την επέτειο της 25ης Μαρτίου, αλλά γιατί λέω γιορτάσαμε. Εμείς, ο λαός, δεν γιορτάσαμε τίποτα αφού τα πάντα είχαν περιφραγή από τα ΜΑΤ. Τα ΜΑΤ λοιπόν γιόρτασαν μονάχοι τους κι απέδωσαν φόρο τιμής στους αγωνιστές του ’21. Εμείς μείναμε σπίτι περιμένοντας να βγει στην επιφάνια το τζίνι από το λυχνάρι του Αλαντίν, μπας και σωθεί η κατάσταση. Ποιος ξέρει μπορεί κάπου να γεννήθηκε ένας νέος Μακρυγιάννης, ένας άλλος Ρήγας Φεραίος, ένας πιο παράτολμος Λαμπράκης, για να υιοθετήσει τους καημούς και τις κρυφές επιθυμίες μας, για μια καλύτερη ζωή, γιατί εμείς οι ίδιοι, ούτε να τις βροντοφωνάξουμε δεν μπορούμε. Ως τότε, ας ζούμε στην αναμονή. Μέχρι να βρεθεί η ‘’ανάδοχη οικογένεια’’ που θ’ αναλάβει να μας ανδρώσει.

Μαντζούρης Κων/νος
23/4/2013
www.logotexnhs.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: