ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

18 Ιανουαρίου 2015

Θυμάμαι (Διήγημα)

Θυμάμαι (Αφήγημα)

Πεθύμησα που να πάρει εκείνα τα χρόνια της νεανικής κραιπάλης. Ξενύχτι στην παραλία του Μπάτη και βόλτα τα Σαββατοκύριακα στην Πλάκα, έτσι χωρίς προορισμό μιας και η τσέπη μας συμβάδιζε κι αυτή με το μυαλό μας, ήτανε άδεια. Μ’ ένα τσιγάρο για μαγκιά κολλημένο στα χείλη μας και τις ατέλειωτες πρόβες του ροκ συγκροτήματος που είχαμε σκαρώσει σύμβολο ή η ντροπή της γειτονιάς αν θέλετε. Αχ, αυτή η παλιά παρέα των όμορφων χρόνων χάθηκε. Σκόρπισε δεξιά και αριστερά. Για κάποιους κάτι γνωρίζω, για άλλους τίποτα λες και άνοιξε και τους μάσησε μέχρι το κόκκαλο η γη.

Ποιος να φανταζόταν την πορεία μας… Οι πεθαμένες μανάδες μας σίγουρα όχι. Η κάθε μια με τον τρόπο της μας είχε για ξοφλημένους. Ρεμπεσκέδες μας ανέβαζαν, ανεπρόκοπους μας κατέβαζαν. Κι όμως έπεσαν έξω. Όταν ξεθύμανε η τρέλα με τις κιθάρες και τα συγκροτήματα. Όταν τα μακριά μαλλιά αρχίσαμε να τα κουρεύουμε στα κομμωτήρια κι όταν ξεκολλήσαμε επιτέλους από τα σφαιριστήρια και τα μπιλιάρδα, τις διαψεύσαμε τις μανούλες μας που πάντα ήτανε με την αμφισβήτηση στα χείλη. Αλλά δεν ζούνε πια για να δούνε την καινούργια μας ξευτίλα.

 Τότε ήμασταν παιδιά, που μυαλό. Αλλά σήμερα είμαστε θαρρώ περισσότερο ξευτίλες από εκείνα τα χρόνια
Το μυαλό του ανθρώπου κολλάει παράξενα πολλές φορές. Δεν ξέρω εάν πρέπει να λυπάμαι, ή να νιώθω ευτυχής για τον φίλο μου το Γιάννη. Από αριστερός, θυμάμαι είχε ξεκινήσει εκείνα τα χρόνια πουλώντας ακόμα και «Ριζοσπάστη» αλλά η ζωή τον εξέλιξε. Μνημονιακός τώρα, πιστεύω από παράπλευρη απώλεια, αφού φοβάται μη βγει ο ΣΥΡΙΖΑ και του πάρει τις καταθέσεις. Ακόμα κυριαρχεί στις συζητήσεις μας το ύφος του, της συνομωσίας για κάτι παλιές γκόμενες.
Ο Γιάννης λοιπόν, πρώτος στα σούρτα- φέρτα με τα κορίτσια. Το πρώτο του αμάξι, ένα Φιατάκι  μικρό πεντακοσάρι. Πιο μικρό ποτέ η παραγωγή δεν έβγαλε. Το φθηνότερο της αγοράς. Η δουλειά μας να γίνεται. Καλομεταχειρισμένο 15 ετών. Ευκαιρία.
Αυτό όμως του έδωσε το διαβατήριο να βγει από τα στενά πλαίσια της γειτονιάς, που όλοι μας τότε ήμασταν εγκλωβισμένοι. Βόλος, Πήλιο, προορισμοί που εμείς οι υπόλοιποι ανακαλύψαμε πολλά χρόνια μετά.
Παντρεμένος σήμερα με το σπιτάκι του και τα εξοχηκούλια του. Σε κανέναν δεν χρωστάει κι ούτε που ζήτησε ποτέ βοήθεια από κανέναν. Χράτσα-χρούτσα χράτσα-χρούτσα χωρίς πολλούς κόπους και βάσανα φιγουράρει σήμερα βολεμένος στο τριαράκι του, που ποτέ δεν έμαθα ή δεν μου ‘δωσε να καταλάβω, αν παντρεύτηκε τη βόλεψη του ή την γυναίκα του.

Κι εγώ που μπορεί να μην έκανα όλα όσα σχεδίαζα στη ζωή μου, όμως πάντα μου αρέσει να κοιτάζω πίσω μου τα γεγονότα με συμπάθεια, αλλά και γιατί ανακαλύπτω πως αυτή η ριμάδα η ευτυχία πάντοτε αθόρυβα, από πολλά υποσχόμενη, καταφέρνει να διαρρηγνύει κάθε πιθανό σενάριο που γράφουμε με όνειρα κι ελπίδα στα παιδικά μας χρόνια

Ο άλλος ο Δημήτρης, τα έφτιαξε με μια παντρεμένη. Δύο παιδιά αυτή κι ένα ο Δημήτρης, τρέχα γύρευε. Κόλλησε κοντά της κι έμεινε εκεί στα χνώτα της. Στα σεντόνια της μέσα. Ούτε οικογένεια ούτε τίποτα. Αφότου έχασε τη γυναίκα του πάνω στο άνθος της ηλικίας της, όλοι είπαμε πως πάει του παιδιού, του τη βάρεσε.
Ιδεολόγος της Αριστεράς στο σχολείο. Δεν ξέρω όμως αν μέσα από αυτή την ιδεολογία κατάφερε να ξεπεράσει συναισθηματισμούς κι αξίες κι απ’ ότι μαθαίνω τώρα στα πενήντα έξι του ο φίλος σέρνεται από κρεβάτι σε κρεβάτι. Θα γελάει εύκολα όπως τότε και θα τις ρίχνει όλες με τον τρόπο του. Με το τσιγάρο κρεμασμένο στη δεξιά μεριά των χειλιών του. Τον είχε τον τρόπο του με τις γκόμενες. Ήταν άλλωστε πολύ όμορφος κι έκανε καλή παρέα.
 Κάποιος άλλος, έγινε ‘’μεγάλος’’ όπως ο ίδιος μου δήλωσε όταν τον πέτυχα τυχαία επάνω στη βιασύνη του στο σύνταγμα. Δεν είχε χρόνο για καφέ, αλλά χάρηκε που με είδε. Το μισό πόδι στο φεύγα. Στην Κρήτη ιδιοκτήτης διαμερισμάτων, χωρισμένος και ξαναπαντρεμένος, που τα πήγαινε πολύ καλά.  Εισοδηματίας δηλαδή… Μου έριξε μια φιλική στη πλάτη κι εξαφανίστηκε, σαν να ‘χε στερέψει από λέξεις κι έπρεπε να φύγει πριν ξοδέψει και την τελευταία. Εγώ τον ήξερα υπάλληλο παντρεμένο με ένα παιδί και γυναίκα που τον έφτυνε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Που το ‘παιζε όμως γκόμενα ικανοποιώντας τις ορέξεις νυσταγμένων γιατρών στα Νοσοκομεία που δούλευε ως αποκλειστική.
Στα δεκάξι του το απόλυτο τίποτα. Το χαρτζιλίκι του ήμασταν εμείς. Ο βασιλιάς της τράκας. Τόχε όμως και μας γοήτευε. Πήγαινε όπου τον στέλναμε. Ταχυδρόμος στα ραβασάκια μας. Το άλλοθι μας στις μανάδες μας. ‘’Είμαστε με τον Θεόφιλο’’ Τελεία και παύλα. Εγγύηση, γιατί πως τα είχε καταφέρει ο άχρηστος και είχε κερδίσει την εμπιστοσύνη ακόμα και της κυρά Μαρίκας
Όταν κάποτε πήγα διακοπές στην Κρήτη, έψαξα και τον βρήκα. ‘’Βολεμένος’’ ο έρμος σε μια γκαρσονιέρα μιας κι όλα τ΄άλλα είχαν πουληθεί, με χρέη μέχρι το λαιμό και το στόμα του φαρμάκι από την ατσιγαρία. Όλες του οι χαρές που είχε ζήσει μου εξομολογήθηκε πως άρχιζαν και τελείωναν στα κατορθώματα της παρέας μας, ιδιαίτερα μιας περιπέτειας στα Μέθανα, όταν μας έκλεψαν τα ρούχα κι επιστρέψαμε στον Πειραιά με τη συνδρομή της αστυνομίας, που μας έντυσε με κάτι ρούχα, λες και τα είχαν από τον  πόλεμο της Κορέας.

 Ένας άλλος φίλος μας, έγινε γιατρός. ''το ‘χε'' από μικρός. Διάβαζε και χανόταν από τις παρέες. Από καλή οικογένεια που είχε τον ''τρόπο'' της. Καλό παιδί. Τα αστεία του ήταν κάπως περίεργα και οι αντιδράσεις του τώρα που το σκέφτομαι το ίδιο. Ούτε μπιλιάρδο έπαιζε καλό και είχε ένα χιούμορ που λέγαμε και πιο πριν, κάπως ιδιαίτερο, εγώ όμως τον καταλάβαινα. Παιδί συντηρητικής οικογένειας. Όπου κι αν πηγαίναμε έδινε το στίγμα του κι έρχονταν ο πατέρας του να τονε πάρει με το αυτοκίνητο. Ακόμα και στην περιπέτεια των Μεθάνων κατέφθασε οδικώς, αλλά εμείς ήδη επιστρέφαμε με το καράβι, μαζί βέβαια με τον γιό του. Πόσο το ευχαριστήθηκα για το άσκοπο ταξίδι του, δεν λέγεται.
Παντρεύτηκε και χώρισε μου είπαν. Ο διάολος τα έφερε να πιάσει τη γυναίκα του με το αρνί στη πλάτη. Με τα φιλιά στο στόμα δηλαδή. Την έδιωξε. Δεν είχε το θάρρος για συγχώρεση.
 Σε καλό μας!
Πριν από κάμποσο, πέρασα από το Νοσοκομείο που δούλευε και πάνω στο ‘’μακρύ περίμενε’’ κάποιων εξετάσεων, είπα να ρωτήσω. Κανείς δεν τον ήξερε. Πάει το έσχατο ίχνος του. Για να είμαι ειλικρινής δεν ξέρω εάν λυπάμαι νοσταλγώντας. Μετά από χρόνια οι φιλίες υποβιβάζονται.

Ο πιο άξιος απ’ όλους μας ήταν ο Γιώργος. Κατάφερνε αυτό που λέμε και την πίτα ολόκληρη να έχει αλλά και τον σκύλο χορτάτο. Άξιος κατ΄ αρχάς γιατί δεν είχε έρθει σε ρήξη με κανέναν. Στο σχολείο σωστός, αν και εκ πεποιθήσεως δεν στόχευε ψηλά. Οι βλέψεις του όμως ήταν αλλού κι εκεί τα κατάφερε. Δεν ακολούθησε γυμνάσια και γράμματα. Τον πήρε βοηθό από μικρό ένας μάστορας με μια μικρή βιοτεχνία (που αργότερα έγινε δική του). Για τη φρονιμάδα του απέναντι στους γονείς, του παραχωρήθηκε η άδεια να κάνει χρήση μια μικρή αποθηκούλα όπου εκεί στεγάστηκαν όχι μόνο τα δικά του όνειρα, αλλά κι όλης της παρέας ως θιασώτες ή μέλη του συγκροτήματος ‘’The anchious’’(Οι ανήσυχοι) Οι ανησυχίες όμως φούντωσαν την Κυρά Μαρίκα όταν μυρίστηκε θηλυκό κίνδυνο που άκουγε στο όνομα Χαρά και οι τίτλοι ‘’Τέλος’’ έπεσαν όχι μόνο στο συγκρότημα αλλά και στην παρέα ολόκληρη που χτύπησε διάλυση.
Ποτέ μου δεν κατάλαβα αν στη ζωή η αξιοσύνη πρέπει να συνοδεύεται κι από παραίτηση και συμβιβασμούς που μπροστά στα υπαρκτά ‘’Θέλω’’ πρέπει να καταθέσεις ώρες ατέλειωτες εργασίας από τις έξη το πρωί μέχρι τις δέκα το βράδυ σχεδόν σαράντα χρόνια τώρα ασταμάτητα, για να μπορείς να πηγαίνεις μια φορά το χρόνο ακόμα και στη Μύκονο για διακοπές ή Χριστούγεννα και Πάσχα, εκδρομές στην Πράγα και την Αγγλία. Αν κάποιοι κοιμόνται όρθιοι και το λέμε μεταφορικά, αυτός κοιμόταν όρθιος στην κυριολεξία λόγω έλλειψης ύπνου, για να μην πω και μεταφορικά γιατί ‘’θου κύριε φυλακή τω στοματί μου’’ η γυναίκα που παντρεύτηκε ποτέ δεν με έπεισε για πολλά από αυτά που καμαρώνουν οι ευτυχισμένοι.
Σήμερα που μιλάμε, δεν έχει βγει ακόμα στη σύνταξη, αν και το δικαιούται, γιατί έχει να εξοφλήσει ακόμα κάτι γραμμάτια.

Και τέλος η αφεντομουτσουνάρα μου. Διανοούμενος και κουλτουριάρης μια ζωή. Δεν ξέρω λόγω ιδιοτέλειας αν θα καταφέρω να με περιγράψω σωστά. Για ένα όμως είμαι σίγουρος. Κατάφερα ως σήμερα, μόνο να ονειρεύομαι. Ότι ιδανικό μπορεί να απογειώνει την ύπαρξη μου βρίσκεται ακόμα καλά κρυμμένο στο μυαλό μου. Τα άλλα απλά καθημερινά πράγματα, τα έκανα. Τα υπόλοιπα στην άλλη ζωή, αν δεν γεννηθώ σκουλήκι.

Μαντζούρης Κων/νος

14/1/2015

Δεν υπάρχουν σχόλια: