ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

22 Αυγούστου 2016

Η εξομολόγηση ενός τσιγάρου (Διήγημα)

Η εξομολόγηση ενός τσιγάρου  

Λίγα λόγια για το έργο

Μέσα από τα λόγια του ίδιου του τσιγάρου (που είναι και ο αυθεντικός πρωταγωνιστής της υπόθεσης) θα παρακολουθήσουμε το ταξίδι του μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής του. Θα μας εκμυστηρευτεί τις αγωνίες του και θα μάθουμε από πρώτο χέρι πως μπορεί να σκέφτεται ένα τσιγάρο, μέχρι να γίνει καπνός.
……………………………………………………………………………………………………………………………………
           

Η σύλληψη μου έγινε σ’ ένα καπνοχόραφο στην Κομοτηνή. Πρωί-πρωί κατέβηκαν από ένα τρακτέρ  καμιά δεκαριά νοματαίοι κι άρχισαν να μαζεύουν φύλλο-φύλλο τα καπνά. Μη σας φαίνεται αστείο αν σας πω πως η διαδικασία είναι περίπου ίδια με τη γέννηση ενός παιδιού. Εννέα μήνες θα κρατήσει κι αυτή περίπου. Το μόνο άσχημο ήταν πως δεν έκοβαν όλα τα φύλλα από το κάθε δενδρύλλιο αλλά μόνο όσα είναι χαμηλά προς τη ρίζα κι έτσι αποχωρίστηκα άρον-άρον από τα υπόλοιπα μέλη της φαμίλιας μου και πήρα το δρόμο για την ξενιτιά. Μετά το τσουβάλιασμα κάτι που σιχαίνομαι στη ζωή μου, μας άδειασαν σε μια αποθήκη και κάτσαμε εκεί κάμποσες μέρες. Με δυο-τρία αδελφάκια μου από το ίδιο δενδρύλλιο και με μερικά άλλα, πιάσαμε το κουβεντολόι.
-          Τι λες να μας κάνουν τώρα, έχει ιδέα κανείς; Ρώτησα εγώ που φαίνεται πως είχα τη μεγαλύτερη αγωνία.
Κανείς όμως δεν ήξερα γιατί ήταν για όλους η πρώτη φορά.  Κάποιο φυλλαράκι όμως πετάχτηκε και είπε πως άκουσε έναν εργάτη να μιλά υποτιμητικά για όλη τη σοδειά στο καπνοχώραφο και πως φέτος η τιμή μας θα ήταν σκέτη ξευτίλα. Όλοι μας ξέρουμε πως ο προορισμός μας είναι να γίνουμε τελικά τσιγάρα, τη διαδικασία όμως μέλει να την μάθουμε κατά τη διάρκεια της παραγωγής. Όπως και ο άνθρωπος, τον προορισμό του τον ξέρει, το πως θα φτάσει όμως ως εκεί δεν το γνωρίζει. Τι δηλαδή εμείς έτσι στα κουτουρού ζούμε, χωρίς πρόγραμμα;
Ένα πρωί μπήκαν στην αποθήκη κάμποσες γυναίκες με κάτι μαντίλες στο κεφάλι και είχε η κάθε μια μαζί της από ένα σκαμνάκι για να κάθεται. Αφού έφτιαξαν έναν κύκλο στην άκρη της αποθήκης, έβγαλαν από το σακούλι τους η κάθε μια από μια μεγάλη βελόνα. Σακοράφα άκουσα να τη λένε, εκεί που κουτσομπόλευαν μεταξύ τους. Με έλουσε κρύος ιδρώτας.
-          Τι είναι αυτό, σκούντηξα τον διπλανό μου
-          Άσε καλύτερα να μη σου.
-          Έλα λέγε θέλω να ξέρω.
-          Άκουσα τον επιστάτη όταν τους έδινε συμβουλές, να λέει πως θα μας δώσουν σε όλα τα φύλλα από μια τρυπησιά και θα μας αραδιάσουν σε ένα σχοινί. Μετά θα μας κρεμάσουν λέει για να στεγνώσουμε.
Πω-πω τι βάρβαρες συνήθειες σκέφτηκα. Και καλά το τρύπημα μπορεί να το αντέξω, αυτό το στέγνωμα όμως τι το ´θελαν. Νοιώθω ήδη σαν τον Ιούδα κρεμασμένο στο σχοινί. Τι να γίνει θα το υποστούμε κι αυτό όμως. Αυτή είναι η μοίρα μας.
Και μείναμε εκεί στον ήλιο και στον αέρα σαράντα μέρες. Σκέτο μαρτύριο ήταν. Κανένα από τα υπόλοιπα φύλλα δεν είχαν όρεξη για κουβέντα. Λειώναμε μέρα με τη μέρα κι όλα είχαμε αδυνατίσει πάρα πολύ, μέχρι που πάθαμε πλήρη αφυδάτωση. Ξαφνικά ένα πρωί, άρχισαν να μας στοιβάζουν προσεκτικά όμως αυτή τη φορά για να μην σπάσουμε, μέχρι που ήρθε ένα μεγάλο φορτηγό και μας πήρε μαζί του. Το ταξίδι ήταν μεγάλο και σίγουρα ξεμακρύναμε αρκετά και από το καπνοχώραφο και από τα χωριά της περιοχής. Το ταξίδι κρατούσε για ώρες. Ευτυχώς που η θέση που βρέθηκα πρέπει να ήταν αρκετά ψηλά γιατί δεν είχα την αίσθηση ούτε του βάρους αλλά ούτε που έκανε αρκετή ζέστη.  Πρώτη φορά στη ζωή μου που αντίκριζα καράβια. Πιο μπροστά όμως πριν από τη θάλασσα, βρίσκονταν κάτι τεράστιοι γερανοί και ήδη σήκωναν από το έδαφος κάτι μεγάλα φορτία και τα απέθεταν στα καράβια. Σίγουρα μου μυρίζεται ταξίδι. Καλά το ´λεγα εγώ πως πάνω στα νιάτα μας, θα μας φάει η ξενιτιά. Αφού ήρθε και η σειρά μας, μας βούτηξε κι εμάς εκείνος ο τεράστιος γερανός και μας σήκωσε ψηλά στα ουράνια. Αρχικά το είδα σαν παιχνίδι αυτό το αιώρημα αλλά σύντομα ζαλίστηκα κι έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα βρισκόμουν ήδη σ´ ένα κατασκότεινο αμπάρι κι όλο το σόι μου είχε παραδοθεί στη μοίρα του και δεν ακούγονταν φωνή.
Το ταξίδι κράτησε αρκετές μέρες. Με τον ίδιο τρόπο που μας στοίβαξαν μες τ´ αμπάρια, βρεθήκαμε πάλι αιωρούμενοι  να στοιβαζόμαστε σ´ ένα άλλο φορτηγό. Απ´ ότι είδα, τριγύρω μου όλα τα μεγάλα σακιά έγραφαν τη λέξη Sunderland, άρα υπέθεσα, εκεί θα είναι ο τόπος προορισμού μας. Αυτό όμως που με μπέρδευε εδώ πέρα ήταν πως όλα τα αυτοκίνητα εδώ, πήγαιναν ανάποδα απ´ ότι στην Ελλάδα. Έχει πλάκα σκέφτηκα να γίνει κανένα ατύχημα και να βρεθούμε όλοι σε καμιά χαράδρα και μετά ούτε τσιγάρα θα γίνουμε ποτέ κι ούτε προκοπή θα δούμε. Όλα όμως πήγαν κατ´ ευχή και μας απόθεσαν ευλαβικά θα έλεγα σε μια κινούμενη ράμπα που κυλούσε προς το εσωτερικό του κτιρίου.
-          Τι είναι εδώ, πρόλαβα να ρωτήσω το διπλανό μου.
-          Υποθέτω πως εδώ θα υποστούμε το στάδιο της τελικής επεξεργασίας και ξέρεις κάτι; Να εύχεσαι να χωθείς σε κανένα επώνυμο πακέτο, ν´ αποκτήσεις τουλάχιστον μια υπόσταση. Τι στο καλό για ένα καλό όνομα ζούμε κι εμείς στην κοινωνία. Μόνο οι άνθρωποι δηλαδή θα μας το παίζουνε καμπόσοι.   
Στην αρχή πάντως τα πράγματα έδειχναν να είναι πολιτισμένα. Στην υποδοχή ψέκασαν όλα τα δέματα αρκετά καλά και πήραμε έτσι μια δροσούλα, άσε που έφυγε από πάνω μας η μυρουδιά της αποθήκης. Στην πορεία τα δέματα ανοίχτηκαν κι ανασάναμε κάπως από τον σφιχτό εναγκαλισμό που μας υποχρέωναν τόσο καιρό. Τη συνέχεια της διαδικασίας δεν την φοβόμουνα. Παρ´ ότι το σενάριο προέβλεπε τον τεμαχισμό μας σε μικρά-μικρά τεμάχια, έπρεπε να το αποδεχθώ γιατί όπως λένε και οι άνθρωποι, δεν γίνεται ομελέτα αν δεν σπάσουνε αυγά. Περάσαμε έτσι σιγά-σιγά και από άλλα δωμάτια επεξεργασίας. Φυσικά ούτε κουβέντα να γίνεται για τα άλλα τρία-τέσσερα αδερφάκια μου που φύγαμε παρέα το ίδιο πρωινό από το καπνοχώραφο της Κομοτηνής. Είχαμε είδη χαθεί από νωρίς. Τώρα εδώ που βρίσκομαι, έπιασα καινούργιες γνωριμίες. Ενήλικες πια, αφού ήδη είχαμε γίνει σωστά τσιγάρα, με φίλτρο παρακαλώ και στην ούγια μας έγραφε made in UK. Λίγο είναι αυτό; μεγάλη παρακαταθήκη.
Από χθες περιμέναμε υπομονετικά να δούμε στη μονάδα συσκευασίας σε πιο πακέτο θα μπούμε, αλλά το σπουδαιότερο ποια θα είναι η φίρμα που θα συνοδεύει την παρέα μας, γιατί είπαμε και προηγούμενα, άλλο είναι να έχεις σαν σπόνσορα τη φίρμα Σέρτικα Ματσάγκος κι άλλο να αναπαύεσαι σ´ ένα πακέτο Marlboro. Η απορία μας λύθηκε με την έναρξη της πρωινής βάρδιας. Από πολύ νωρίς παρατήρησα μια κινητικότητα στο μέρος της δικιάς μας της παρέας.
-          Εύχομαι είπα σ´ ένα από τους καινούργιους κολλητούς μου, να μπούμε μαζί στο ίδιο πακέτο. Μου αρέσει η παρέα σου και θα λυπηθώ πολύ αν θα χαθούμε.
-          Το ελπίζω κι εγώ φίλε μου. Καλή μας τύχη.
Η απορία μας δεν άργησε να λυθεί. Εμείς τα δυο κι άλλα δεκαοκτώ παρέα πήραμε σε λίγο θέση σ´ ένα πακέτο με τη φίρμα Stuyvesant.
-          Σώπα φιλαράκι τη γλυτώσαμε τελικά. Όνομα πολυτελείας και πασίγνωστο.
-          Ναι-ναι πολύ τυχεροί. Για φαντάσου. Από το καπνοχώραφο της Κομοτηνής, να βρίσκεσαι σ´ ένα πακέτο Stuyvesant. Να δούμε όμως τώρα σε ποια χέρια θα καταλήξουμε;
-          Εγώ άκουσα και το άλλο. Μια παρτίδα από εμάς, θα ταξιδέψει και πάλη, ίσως και στην Ελλάδα γιατί μια εισαγωγική εταιρεία έκλεισε μια μεγάλη παραγγελία.
Κοίτα να δεις μικρός που είναι ο κόσμος. Από την Ελλάδα ξεκίνησε το ταξίδι μας και στην Ελλάδα θα καταλήξει πάλη. Δεν πειράζει καλύτερα. Προτιμώ να συμμετέχω στο να δώσω μια σταλιά απόλαυση σε Έλληνα πολίτη, παρά σε άλλον Ευρωπαίο. Στο κάτω-κάτω αυτός ο λαός, αξίζει μια στιγμή χαλάρωσης, έστω κι αν αυτή προέρχεται από την κατανάλωση ενός τσιγάρου.
Το ταξίδι της επιστροφής ξεκίνησε. Με αεροπλάνα και βαπόρια που λέει και το τραγούδι να ‘μαστε πάλη στο πάτριο έδαφος. Η παρτίδα μας προωθήθηκε γρήγορα στη λιανική κατανάλωση αλλά το κακό ήταν πως το δικό μας πακέτο, έλαχε να δοθεί για πώληση σε κάποιο σούπερ μάρκετ. Άντε να δούμε τώρα σε πόσο χρόνο θα μας προτιμήσει κανείς για να του κάνουμε συντροφιά. Τα συναισθήματα μας σ´ αυτή την τελική στιγμή, λίγο πριν δηλαδή την κατανάλωση μας στα χέρια και τα χείλη ενός καπνιστή είναι ανάμικτα. Ξέρεις εκεί ότι όλα θα γίνουνε καπνός, αλλά ξέρεις ακόμα ότι ο στόχος μας αυτός είναι, να δώσουμε στιγμές απόλαυσης στους ανθρώπους. Σκυλοβαριέμαι αυτή την ατέρμονη αναμονή στο ράφι. Πως να το κάνουμε, ζήλευα όταν έβλεπα άλλα πακέτα με άλλη φίρμα να φεύγουν και να γεμίζουν τα ράφια ξανά και ξανά. Μάλλον άρχισα να το μετανιώνω όταν έμαθα πως θα έχουμε το όνομα Stuyvesant. Πέρασε ένα ολόκληρο καλοκαίρι και μας έφαγε η αναμονή. Ευτυχώς που ο χώρος είχε κλιματισμό και μαλάκωνε λίγο τις μέρες τις αναμονής. Πιο πολύ όμως εκεί στο σούπερ μάρκετ, σκυλοβαρέθηκα αυτά τα άνοστα τραγούδια που έπαιζαν τα μεγάφωνα και που ποτέ κανείς δεν τα ακούει. Το βράδυ που ησύχαζαν κάπως τ´ αυτιά μας, λέγαμε καμιά κουβεντούλα με το φιλαράκι μου, έτσι για να περνά ή ώρα. Ο μεγάλος ενθουσιασμός μας είχε κοπάσει. Στην αρχή της καριέρας μας, φτάναμε να ελπίζουμε να πέσουμε και σε χέρια επώνυμων ανθρώπων, έτσι για να ´χουμε κι εμείς να λέμε  πως χωθήκαμε κάποτε στην τσέπη του τάδε ή του δίνα, αλλά τώρα ας είναι να γίνουμε στάχτη απ´ όποιον λάχει για να τελειώνει το μαρτύριο της αναμονής στο ράφι του σούπερ μάρκετ.
Ένα Σάββατο απόγευμα, τέλη Οκτωβρίου ακούω με έκπληξη μια φωνή να λέει στην ταμία.
-          Ένα πακέτο Stuyvesant παρακαλώ.
-          Ξύπνα-ξύπνα. Έφτασε η ώρα της ολοκλήρωσης μας, γύρισα και είπα στο φιλαράκι μου.
-          Χμ κι ωραίο παλληκάρι δε νομίζεις;
-          Ναι πράγματι.
Ο νεαρός πήρε το πακέτο και το τοποθέτησε προσεκτικά μέσα στο τσαντάκι του. Για κάνα τετράωρο δεν είχα πάρει χαμπάρι που γυρνάγαμε αφού μέσα από το τσαντάκι δεν έβλεπα τίποτα. Ξαφνικά κατά τις δώδεκα το βράδυ με είδα να αναπαύομαι πάνω στο τραπέζι κάπου νυχτερινού κέντρου. Γύρω-γύρο νεαρόκοσμος κι όμορφες κοπέλες. Η μουσική έπαιζε δυνατά αλλά άκουγα όμορφα ερωτικά τραγούδια. Σε λίγο ήρθε στην παρέα μας η κοπελιά του και κάθισε δίπλα του. Δεν ξεκινήσαμε καλά τη γνωριμία μας γιατί ένα από τα σχόλια της προς το αγόρι της ήταν και για την αφεντιά μας.
-          Τι Stuyvesant καπνίζουμε απόψε; του είπε ειρωνικά
Δεν της απάντησε αλλά γενικά το κλίμα δεν φαίνονταν και πολύ ευχάριστο. Υπήρχε πολύς εκνευρισμός αναμεταξύ τους κι αυτό φαίνονταν ξεκάθαρα. Το παλληκάρι άνοιξε το πακέτο κι άρχισε νευρικά να ξετυλίγει την συσκευασία. Ψαχούλευε στα τυφλά να πιάσει το πρώτο τσιγάρο για να καπνίσει. Ταράχτηκα. Ναι μεν αργά ή γρήγορα θα ερχόταν κι η σειρά μου αλλά να δεν ήθελα να είμαι το τσιγάρο του εκνευρισμού. Ευτυχώς και δεν ήμουν. Μέσα στη δυνατή μουσική δεν άκουγα τι έλεγαν, αλλά σίγουρα τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά, ούτε για το ζευγάρι, ούτε και για την τύχη μας. Τα επόμενα τσιγάρα παραδείγματος χάριν, (αλλά ευτυχώς και πάλη δεν είχα την τύχη τους) είδαν κι έπαθαν από τα νεύρα του νεαρού. Στην Πέμπτη ή στην έκτη ρουφηξιά, τα πέταγε από εδώ κι από εκεί και τα ποδοπατούσε. Θεέ μου τι βανδαλισμός. Κάναμε ολόκληρη πορεία από την Κομοτηνή ως την Αγγλία κι από την Αγγλία πάλη στην Ελλάδα για να καταλήξουμε ποδοπατημένα σ´ ένα νυχτερινό κέντρο; Ξευτίλα τι να πω. Εγώ μέχρι στιγμής την είχα γλυτώσει. Το φιλαράκι μου όμως μόλις το αποχαιρέτισα πριν από λίγο για να το δω μετά από λίγα λεπτά στραπατσαρισμένο στο τασάκι.  Τι κρίμα τέτοια κατάληξη για το φιλαράκι μου.
Κόντευε τέσσερες το πρωί κι είχαμε μείνει στο πακέτο μόνο δυο τσιγάρα. Ξαφνικά το καπάκι άνοιξε. Με έλουσε κρύος ιδρώτας. Όχι δεν ήθελα με τίποτα να καώ έτσι. Είδα δυο δάχτυλα να πλησιάζουν. Πρώτη φορά σκέφτηκα τον εαυτούλη μου και άρχισα να προσεύχομαι να μην είμαι εγώ η επόμενη επιλογή του. Ταυτόχρονα όμως από το ανοιχτό πακέτο είδα την κοπέλα του να πλησιάζει και να του δίνει ένα πεταχτό φιλί και να του λέει
-          Άσε τα τσιγάρα και πάμε κάπου παραλιακά μόνοι μας να τα πούμε. Το έχω πολύ ανάγκη. Κι επισφράγισε την παράκλησή της μ´ ένα δεύτερο φιλί.
Ο νεαρός υπάκουσε κι εμένα πήγε η ψυχή μου στη θέση της. Είχα δυο λόγους να είμαι χαρούμενο. Πρώτον γιατί γλύτωσα τον βάρβαρο βιασμό και δεύτερον γιατί με χαρά διαπίστωσα πως το ζευγάρι είχε συμφιλιωθεί κι ήταν και πάλι αγαπημένο.
 Το αυτοκίνητο με το ερωτευμένο ζευγαράκι βρίσκεται παρκαρισμένο πάνω από το λιμανάκια της Βάρκιζας με θέα προς τη θάλασσα. Στο βάθος του ορίζοντα παίρνει να χαράξει κι ο ορίζοντας άρχισε σιγά-σιγά να ροδίζει. Δεν έβλεπα μέσα από το κλειστό πακέτο αλλά άκουγα και κατάλαβα πως η παρεξήγηση μεταξύ τους είχε πλέον λυθεί. Τα παιδιά ήταν και πάλη αγαπημένα κι αγκαλιά ρέμβαζαν προς το βάθος της θάλασσας. Η κοπελιά κάποια στιγμή ζήτησε να φύγουν και το παλληκάρι αντιπρότεινε να καπνίσουν ένα τσιγάρο και μετά να γυρίσουν. Το κορίτσι δεν αρνήθηκε. Αυτή τη φορά δεν ένοιωσα καμιά ανησυχία στο άνοιγμα του πακέτου, αντίθετα. Πήρα κι εγώ μερίδιο από την ευτυχία των παιδιών κι εάν επρόκειτο να γίνω επιτέλους στάχτη όπως είπαμε ότι είναι ο προορισμός του  τσιγάρου, αυτή τη φορά λέω χαλάλι και δυο φορές χαλάλι μάλιστα αφού μου έλαχε ο κλήρος την ύστατη στιγμή της ζωής μου ο νεαρός να με προσφέρει στα χέρια της πανέμορφης κοπελιάς του κι αυτός να επιλέξει το άλλο φιλαράκι μου που χαίρονταν κι αυτό με την ευτυχή κατάληξη της σταδιοδρομίας μας.
Τα δυο φιλήδονα χείλη του κοριτσιού, ρουφούσαν άπληστα τον καπνό μου κι εγώ της πρόσφερα όσο μου απέμεινε από το άρωμά μου, συμμετέχοντας έτσι κι εγώ σ´ αυτή την ιδιότυπη συνουσία. Βλέπετε τυχαίνει και σ´ εμάς τα τσιγάρα να απολαμβάνουμε καμιά φορά στη ζωή μας στιγμές ερωτικής μέθεξης, όταν τύχη να βρεθούμε σε ιδιαίτερες καταστάσεις κι ας είναι αυτές οι τελευταίες στιγμές της ζωής μας.

Μαντζούρης Κων/νος

Αύγουστος 2016

1 σχόλιο:

Vasilis Mantzouris είπε...

Δεν εχω λόγια.. Δεν έχεις γράψει ποτέ τίποτα πιο όμορφο από αυτό το διήγημα!!!
Εύη