ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

25 Ιανουαρίου 2010

Το αμαρτωλό παγωτό


                                                                                                           Αθήνα  25/1/2010
Το αμαρτωλό παγωτό

Στη γειτονιά μου ζούσαν δύο γιαγιάδες, δεν θα πω θεοσεβούμενες, δεν θα πω της εκκλησίας (μακάρι να ήταν), μαντηλοφόρες -τιμωροί της ανηθικότητας, με εξουσία σαν πως τους είχε δοθεί από  ψηλά. Δεν ξέρω ποιος τις έχρισε θεματοφύλακες, αλλά έπαιζαν το ρόλο τους με όλη τη δέουσα προσοχή που αρμόζει όταν πρέπει να δαικπαιραιώσεις μια αποστολή.

Πρέπει να ήμουν γύρω στα 8, όταν έκατσα μια μέρα δίπλα τους σ’ ένα παγκάκι, Ήταν λίγο πριν το Δεκαπενταύγουστο, περίοδος νηστείας κι εγώ έτρωγα το παγωτάκι μου. Αμαρτίες ήταν το θέμα τους και συγκεκριμένα πώς τιμωρεί ο καλός κατά τ’άλλα Θεούλης τα μικρά παιδιά που τρώνε παγωτό τέτοιες μέρες. Η αναφορά τους στο παγωτό εξέπεμπε αμέσως και χωρίς περιστολές το μήνυμα. Η περιγραφή τους γλαφυρή, το λιγότερο. Κι όπως άκουγα ξεκάθαρα το διάλογο, άρχισαν μια λογοδιάρροια για φλόγες,  για το πώς ο διάολος τιμωρεί τους αμαρτωλούς, φλόγες και πάλι φλόγες. Η κόλαση ήταν μονόδρομος για μένα. Ούτε σωτηρία ούτε συγχώρεση έβλεπα για να διατηρώ κάποιες ελπίδες για μετάνοια. Πριν την τελευταία μου μπουκιά, όταν το βλέμμα τους διασταυρώθηκε με το δικό μου  με έστειλαν κατευθείαν εκεί, στην πυρά, στην πυρά που λέει και η γνωστή Ελληνίδα σταρ.
Είχε τύχει και κείνες τις μέρες να μου μιλήσει ο αδερφός μου για την ‘’Πύλη Της Κολάσεως’’. Καλός κι αυτός. Σάμπως ήξερε περισσότερα; Απλά να, επειδή ήταν μεγαλύτερός μου, ο λόγος του είχε για μένα μια κάποια βαρύτητα. Αναμασούσε  ό,τι μπορούσε να συλλέξει το φαντασμένο μυαλουδάκι του. Νάξερε τώρα ο αδελφός μου τι θα πει κόλαση. Θα τον είχε επιρεάσει φαίνεται κανένα ντοκιμαντέρ της τηλεόρασης και ο φαντασμένος έτρεξε να παραστήσει σε μένα τον πολύξερο.  
Η κόλαση λέει, είναι κάτι σαν φλεγόμενος κρατήρας κάπου στην έρημο του Τουρκμενιστάν, ούτε που ήξερα πού ήταν αυτό, που δεν είχε δημιουργηθεί από πτώση μετεωρίτη, ούτε από ηφαιστειακή δραστηριότητα. Έψαχναν οι γεωλόγοι να βρουν φυσικό αέριο, αλλά σκάψε σκάψε, το έδαφος κατέρρευσε και έγινε μια τεράστια τρύπα. Για να αποφύγουν τα χειρότερα, έβαλαν και μια φωτιά και έγινε η κόλαση η ίδια.
Οι πληροφορίες πολλές.
Ξέρεις πως είναι το μυαλουδάκι ενός οχτάχρονου παιδιού ντε. Αχταρμάς έγιναν όλες αυτές οι πληροφορίες, και για πολλά βράδια από τότε έβλεπα εφιάλτες, με μένα πρωταγωνιστή να κάνω μακροβούτι στην κόλαση και τις φλόγες να με καταπίνουν. Εβλεπα ένα τσούρμο από συνομήλικα παιδιά να απολαμβάνουν σε μια αλάνα το παγωτό τους, και τι παγωτό, μπανάνα σοκολάτα! και να μην μπορώ ρούπι να κουνηθώ προς τη μεριά τους, ή άλλες φορές να στέκομαι δίπλα από μια λίμνη που αντί για νερό είχε σοκολάτα και παρακαλούσα εκλιπαρώντας τα διαβολάκια να με ρίξουν μέσα. Όταν όμως μου κάνανε τη χάρη, αμέσως η λίμνη μετατρέπονταν και γέμιζε με καυτή λαβα.

Και, λόγο στο λόγο, οι γριούλες άρχισαν τις διερευνητικές σποντούλες απ’ ευθείας σε μένα για να στοχεύσουν καλύτερα με τη φαρέτρα των ακλόνητων επιχειρημάτων τους περί αμαρτίας τιμωρίας και μετάνοιας και να μου εμπεδώσουν το αίσθημα του φόβου και την αποδοχή του αξιώματος που έλεγε πως μόνο οι ηλικιωμένοι κατέχουν την απόλυτη αλήθεια, κάτι δηλαδή σαν το αλάθητο του Πάπα.
-  Εσύ δεν είσαι, γιόκα μου, της κυρα-Πανωραίας το παιδί, που μένετε πίσω από το σπίτι του γιατρού;
Έγνεψα καταφατικά, γιατί και την αλήθεια γνώριζαν και ανυπομονούσα ν’ ακούσω τη συνέχεια γιατί δεν θέλει και πολύ να καταλάβεις πως κάποια τιμωρία μηχανεύονται κι ήμουν περίεργος να μάθω τη συνέχεια. Ρούφηξα και την τελευταία σταγόνα απ’ το λιωμένο μου παγωτό και λούφαξα κάπως. Άλλες φορές, σε περιστάσεις περίεργες, γινόμουν επιθετικός ή έβαζα σε κίνηση τα ποδαράκια μου και όπου φύγει φύγει.  Αλλά εδώ αδράνησα και περίμενα να ακούσω την ετυμηγορία τους.
         - Δεν σου είπε η μαμά σου καλό μου παιδί πως ο θεούλης δεν θέλει τέτοιες μέρες να τρώμε παγωτό;
Αυτό ειλικρινά δεν το κατάλαβα, τουλάχιστον εκείνη τη στιγμή. Άργησα πολύ για να χωνέψω πώς είναι δυνατόν ένας ολόκληρος θεούλης χωμένος μέσα στα σύννεφα, με τόσες υποχρεώσεις που είχε, να πρέπει να καθορίζει και το διαιτολόγιο του καθενός. Μου φαινόταν αδιανόητο και μέσα βαθιά στην ψυχούλα μου (παρ’ ότι μικρός) ένιωθα πως όφειλα να τον υπερασπιστώ και να αντιμιλήσω στις δυο κυράδες πως είναι άδικο να αποδίδουν αυθαίρετα στο Θεό τόσες αρμοδιότητες. Τολμάς όμως να αντιτάξεις λόγο σε δυο γιαγιάδες που ολάκερη η σοφία μεταλλαγμένη κατοικεί στα κεφάλια της κυρά-Αντώναινας και της θείτσα-Βασίλως.. Γιαυτό και η απορία μου έριξε άγκυρα στην παιδική μου φαντασία και συνέχεια με βασάνιζε η σκέψη, μωρέ κοτζάμ Θεός και να μην τον βοηθάει κανείς; Καλά και τι έκαναν τόσα αγγελάκια δίπλα του και τόσοι Άγιοι; Θυμάμαι μια μέρα που είχε έρθει στην εκκλησία μας με μια μαύρη κουρσάρα ένας εύσωμος παππούλης, γεμάτος χρυσά στολίδια, και όλο το χωριό ξεπλατίστηκε στις υποκλίσεις. Βασιλιάς, σας λέω. Στην αρχή μούδιασα. Ήρθε ο ίδιος ο Θεός στην εκκλησούλα μας, είπα. Δεν μπορεί εγώ έτσι τον φανταζόμουνα-άρχοντα, Βασιλιά, υπέρλαμπρο- γιαυτό λυπόμουνα πολύ που διαπίστωνα με το μικρό μου μυαλουδάκι ότι ο θεούλης μου μόνος κι έρημος έπρεπε να ασχολείται με τα πάντα.  
Την ώρα που ο δάσκαλος μας έσπρωχνε διακριτικά πασχίζοντας να μας κάνει να καταλάβουμε πως έπρεπε να πλησιάσουμε για να του φιλήσουμε το χέρι, άκουσα ένα μεγαλύτερο παιδί να λέει: «Πάλι αυτός ο παπατράγος ο Δεσπότης ήρθε και θέλει να του φιλάμε και τα βρωμόχερα του!» Καλύτερα, είπα μέσα, μου που δεν είναι αυτός ο θεούλης μου, κι αν θες, δεν πειράζει ας κάθεται μοναχούλης να φτιάχνει κανόνες και να αποφασίζει πότε θα φάμε παγωτό.

Είπα παγωτό και θυμήθηκα. Είχε μείνει μόνο το ξυλαράκι από τη λατρεμένη μου λιχουδιά και, πριν καλά καλά ο ουρανίσκος στεγνώσει από την τελευταία γλύκα  του παγωτού μου, έπρεπε να ασχοληθώ με το ποια θα ήταν η σωστή απάντηση στην ερώτηση που δέχτηκα επιτιμητικά από τις γιαγιούλες. Η αλήθεια είναι πως κάτι μου θύμιζε αυτή η απαγόρευση. Όσο κι αν πάσχιζα όμως να θυμηθώ, μπερδευόμουν με άλλες παρόμοιες αρνήσεις όπως «Δεν τρώμε τον χειμώνα παγωτό, δεν κάνει» « Δεν τρώμε παγωτό γιατί είναι σαρακοστή» «Δεν τρώμε παγωτό γιατί προχθές είχες πυρετό»… ούου κι άλλες, καμιά δεκαριά παρόμοιες εκφράσεις. Τελικά η μόνη σωστή φορά ήταν όταν με τη δραχμούλα που μου έδινε ο νονός μου σαν τύχαινε και περνούσε από το δρόμο μας κοντά, αγόραζα χωρίς να δώσω αναφορά σε κανέναν το παγωτό που λαχταρούσα και το απολάμβανα καθισμένος σ’ ένα παγκάκι της πλατείας.
Σήμερα φαίνεται δεν ήταν η μέρα μου. Σήμερα έμελλε να μοιραστούν το παγκάκι μαζί μου και οι δυο θεούσες κι έπρεπε να υποστώ το κήρυγμά τους.
-          Δεν θυμάμαι, πήγα να ψελλίσω χαμηλόφωνα και υποτακτικά προς τις δυο γραίες.
-          Καλά, καλά, μη στεναχωριέσαι. Φαίνεσαι καλό παιδί εσύ. Είσαι από καλή οικογένεια. Εγώ την ξέρω τη μαμά σου. Πέρσι που στολίζαμε τον επιτάφιο μας είχε φέρει μια αγκαλιά λουλούδια. Ήσουν κι εσύ μαζί, δεν το θυμάσαι;
-          Δεν το θυμάμαι, απάντησα ξερά, αλλά ήδη με είχε κυριεύσει μια ανησυχία.
Δεν μπορεί μετά τη λιακάδα, όπου νάναι θα σκάσουν μύτη οι αστραπές. Λες να μην έχουν βγάλει ακόμα την ετυμηγορία τους για την τιμωρία που θα μου επιβάλουν; Το παιδεύουν μάλλον επίτηδες μέχρι να σκεφτούν κάτι ή είναι μέρος της τιμωρίας μου, να μου το παίζουν δηλαδή σαν τη γάτα με το ποντίκι. Η κυρα-Αντώναινα μάλιστα αναμέρισε λιγάκι τα πλουμιστά μαύρα φουστάνια της και μου έγνεψε να καθίσω πιο άνετα κοντά τους.
-          Έλα μη σκιάζεσαι μου είπε. Εμείς αγαπάμε τα μικρά παιδιά κι όσο για το παγωτό που έτρωγες θα μιλήσουμε εμείς στον παπούλι αύριο που θα πάμε στην εκκλησία, να προσευχηθεί για σένα.
Χαλάρωσα, δεν λέω. Κάναμε μεταξύ μας μια μυστική ανακωχή. Οι γριές θα μου χαρίσουν την τιμωρία κι εγώ θα δείξω υπάκουος  και υποτακτικός. Δεν υπάρχει πιο μεγάλη ικανοποίηση από το να καταθέτεις στον αντίπαλο γην και ύδωρ. Να αναγνωρίζεις την παντοδυναμία του και να προσχωρείς στο δικό του στρατόπεδο. Φυσικά τότε στα οκτώ μου χρόνια τέτοιες έννοιες δεν τις καταλάβαινα. Γαλουχείσαι όμως μέσα από τα συμβάντα που θα συναντήσεις στο μεγάλωμα σου, δίνοντας και χάνοντας μάχες με την καθεστηκυία τάξη. Ανδρώνεσαι αντιμετωπίζοντας πολλές γιαγιούλες σαν την κυρα-Αντώναινα και τη θείτσα-Βασίλω. Τρως τα μούτρα σου με τους φίλους στο παιγνίδι, μαθαίνεις ν’ αντιμετωπίζεις το θυμό του γείτονα όταν η μπάλα σου σκάει πάνω στο καπό του γυαλιστερού του αυτοκινήτου κι αργότερα μέσα στο μελισσολόι που λέγεται κοινωνία, έχοντας τις λίγες ή τις πολλές σου εμπειρίες, σπάζεις κάποια στιγμή το κουκούλι που σε προστάτευε και φτερουγίζεις στον αέρα, μαζεύοντας γύρη, στην αρχή, από λουλούδι σε λουλούδι.

Έπαιρνε να βραδιάζει. Και νάθελα να φύγω για να γυρίσω μόνος μου στο σπίτι, δεν γίνονταν. Με είχαν πια αναλάβει υπό την προστασία τους. Έπρεπε σήμερα στο τελείωμα της μέρας να κάνουν τη καλή τους πράξη.
-          Θα σε πάμε εμείς μέχρι το σπίτι. Δεν είναι σωστό τέτοια ώρα να γυρνάς μόνος.
Και δώστου πάλι να μου αραδιάζουν ιστορίες για το τι έπαθε ένα παιδάκι που το βρήκαν τα παγανά (βλέπε-Καλικάντζαροι) στο δρόμο και του πήραν τη φωνή. ή για κάποιο άλλο παιδί που το βρήκαν κάτι διαβολάκια στο δρόμο και το πήραν μαζί τους για να τους βοηθάει στις δουλειές τους. Νέος κύκλος με φοβίες άρχισαν να παρελαύνουν πάλι στο μυαλό μου. Δεν θέλει και πολύ ένα οκτάχρονο αγόρι να πάρει μπροστά. Ένιωσα μέσα μου την ανάγκη να πέσω σε μια αγκαλιά. Ήθελα κάτι να με ζεστάνει. Αρκετά  τράβηξα σήμερα με τις φλόγες της κολάσεως και τα διαβολάκια. Πολύ κακό για το τίποτα, βρε παιδί μου. Μα για ένα παγωτό σέρνομαι τώρα υποχρεωτικά από τις δυο άχαρες γιαγιάδες σαν τον κατάδικο που τον πηγαίνουν στον τόπο του εγκλήματος. Άραγε το ίδιο να ένιωθε κι ο Χριστούλης όταν κουβάλαγε τον δικό του σταυρό; Δεν είχα και πολλές πληροφορίες για το θέμα, αλλά και να μου τα είπε κάποιος σαν πως καταλάβαινα εγώ, οκτάχρονο παιδί ακόμα; Ένα μόνο μου είχε απομείνει: πως κι ο Χριστός, κάποια τιμωρία τον είχαν βάλει κάποιοι κακοί. Μήπως άραγε είχε φάει κι αυτός παγωτό ενώ δεν έπρεπε;

Το χέρι μου ψαχούλευε την παλάμη της κυρά-Αντώναινας σαφές υπονοούμενο πως ήθελα να με κρατήσει πιο σφιχτά. Οι σκιές τους που διαγράφονταν στο δρόμο επιδείνωναν την τρομάρα μου, αλλά που να νιώσουν οι δυο γριές την καρδιά ενός παιδιού! Οι δικές τους καρδιές σταμάτησαν να δουλεύουν από χρόνια. Μετά από κάποια εκατομμύρια παλμούς βαρέθηκαν να χτυπούν μέσα στο ίδιο σώμα κι αδράνησαν. Ειδικότερα η ψυχή της κυρα-Αντώναινας που ήταν περισσότερο λαβωμένη εξαιτίας του χαμού του μονάκριβου παιδιού της. Κάτι είχε πάρει το αυτί μου για ένα παλικάρι που κλείστηκε στο σπίτι του και δεν ξαναβγήκε παρά μόνο όταν πέθανε. Και πέθανε, όπως λέει η γειτονιά, από έναν βαρύ καημό. Και από τότε η γριά μάνα του τόριξε στις εκκλησίες και στα σταυροκοπήματα. Τότε βρήκε κι αυτή να καταλάβει τι θα πει αμαρτία και τι θα πει Θεός.
Φαίνεται πάντος να το πήρε το μήνυμα γιατί αισθάνθηκα την παλάμη της να φωλιάζει μέσα της το χέρι μου, ενώ ταυτόχρονα μια λοξή ματιά προς τα κάτω (σ’ εμένα δηλαδή) απάλυνε το μεταξύ μας χάσμα των γενεών.
Το σπίτι μου δεν ήτα και πολύ μακριά. Ήδη διέκρινα στο κεφαλόσκαλο τη φιγούρα της μάνας μου, που βγήκε μάλλον προς αναζήτησή μου. Μόλις αντίκρισε η μάνα μου εμένα μετά της κουστωδίας, άρχισε να εκτοξεύει τις γνωστές όπως πάντα απειλές:. «θα σε ρημάξω στο ξύλο»,«πού γυρνάς παλιόπαιδο τέτοια ώρα;», έτσι για να ανταποκριθεί στο ρόλο της μάνας, γιατί ποτέ δεν εφάρμοζε καμία απειλή, ούτε και διανοήθηκε ποτέ να σηκώσει το χέρι της επάνω μου.
Όταν φτάσαμε στα πέντε βήματα, η φωνή της κάπως εξασθένησε και το μάτι της αγρίεψε σαν είδε να με πηγαίνουν πεσκέσι στο σπίτι μας η κυρα-Αντώναινα και η θείτσα-Βασίλω.
-          Τι δουλειά έχετε εσείς με τον κανακάρη μου;
Ρώτησε έτσι προς τον αέρα όχι στον πληθυντικό αλλά σαν να ήταν σίγουρη πως ο αποδέκτης της απορίας της θα αναλάβει την πρωτοβουλία και θα της απαντήσει.
-          Ε όχι και να μας μαλώνεις κυρά μου! (Το όνομα της μάνας μου το ήξερε, αλλά εδώ το κατάπιε η κυρά-Αντώναινα και αρκέστηκε στο βαρύγδουπο «Κυρά μου»)
-          Δεν θέλω η αφεντιά σου ούτε τρίχα να αγγίζει από τον γιο μου! απάντησε η μάνα μου και, ναι, ήμουν σίγουρος, (ως κι εγώ το κατάλαβα) πως η διάθεσή της ήταν επιθετική. Μόνο εγώ απόρησα για αυτή την συμπεριφορά γιατί η γειτονιά, που είχε ήδη μαζευτεί και κρυφοκοιτούσε, γνώριζε την αιτία. Αυτή την αιτία εγώ έκανα χρόνια να τη μάθω, γιατί αλλιώς θα μου έμενε η απορία τι έγινε στα καλά καθούμενα και οι δυο γριές μαζί με τη μάνα μου συν τους πέντ-έξι περίεργους της γειτονιάς έγιναν ξαφνικά ένα πράμα μέσα σε βρισιές, τσιρίδες και κοσμητικά επίθετα.

                                                ****************

Η έχθρα κρατούσε από παλιά, μου είπε ο αδελφός μου πίνοντας το καφεδάκι μας στην πλατεία του χωριού μας που το επισκεφτήκαμε μαζί με τις οικογένειες μας για να κάνουμε Πάσχα τριάντα περίπου χρόνια μετά. Η κυρα-Αντώναινα δεν συγχώρεσε ποτέ τη μάνα μας που, κανα δυο χρόνια πριν παντρευτεί τον πατέρα μας, είχε όπως διαδίδονταν, κρυφή σχέση με τον μοναχογιό της, τον οποίο απαρνήθηκε για να παντρευτεί τον πατέρα μας. Η αιτία για το μαρασμό του παιδιού της κυρα-Αντώναινας αποδίδονταν εκατό τοις εκατό στη μάνα μας. Τώρα, γιατί ένα τόσο απλό περιστατικό σαν αυτό που μου διηγήθηκες, αδελφέ μου, με εκείνο το αμαρτωλό παγωτό, έγινε αφορμή για το μαλλιοτράβηγμα, δεν το καταλαβαίνω.
     -Δεν είναι και απίθανο η όλη προσπάθεια να σε συντρέξουν οι δυο γριές εκείνο το απόγευμα να ήταν ίσως σκηνοθετημένο για να τσιγκλήσει το γινάτι η μία πλευρά προς την άλλη.
Πληρώσαμε τους καφέδες και επιστρέφαμε μέσω της πλατείας στο πατρικό μας. Σ’ ένα παγκάκι απέναντι η κόρη μου απολάμβανε το παγωτό της. Θάταν αν θυμάμαι καλά Μεγάλη Τετάρτη. Παρ’ ότι στο παγκάκι ήταν ολομόναχη δεν ξέρω γιατί για μια στιγμή φαντάστηκα δυο γριές να κάθονται δίπλα της και να συνομιλούν μαζί της. Μούδιασα προς στιγμήν αλλά, πριν καλά καλά συνέλθω, αντελήφθηκα την κόρη μου να μου προτείνει το μικρό της χεράκι και να με τραβά με βιασύνη για να γυρίσουμε στο σπίτι.


Δεν υπάρχουν σχόλια: