ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

17 Μαΐου 2012

Γάμος εικοσιτεσσάρων ωρών

Προοίμιο

Σήμερα θα σας καταθέσω την τέταρτη ιστορία από την ενότητα φωτογραφικά Χρονικά. Οφείλω όμως μια διευκρίνιση. Οι ιστορίες αυτές δεν είναι ο κανόνας, αλλά η εξαίρεση. Έχουν σασπένς, κρύβουν ίντριγκες και δολοπλοκίες συμβαίνουν όμως σπάνια και γι αυτό το λόγο γίνονται «είδηση» Γιατί όπως λένε στη γλώσσα της δημοσιογραφίας, είδηση δεν είναι αν ένας ελέφαντας φάει έναν κυνηγό, αλλά εάν ο κυνηγός φάει μια μέρα έναν ελέφαντα.
Οφείλω επίσης να παραδεχθώ πως εκατοντάδες ζευγάρια που παραβρέθηκα στους γάμους τους ήταν χάρμα ομορφιάς σε σημείο να τα καμαρώνω κι εγώ (θα γράψω κάτι αργότερα και γι αυτά τα παιδιά)
Και κάτι ακόμα. Συνήθως μέσα στον κύκλο των πελατών μας αρκετοί ήσαν γνωστοί, παλαιοί συμμαθητές, συγγενείς και φίλοι κι ως εκ τούτου η γνώση πέντε πραγμάτων παραπάνω, από τα προσωπικά τους, με βοηθούσαν να καταλάβω καλύτερα το γιατί των πραγμάτων.
Ηθικό δίδαγμα μετά από αυτά; Μη αναθέτετε το γάμος σας σε γνωστό σας φωτογράφο.

Ιστορία 4η
Γάμος εικοσιτεσσάρων ωρών

Η Καιτούλα κι ο Θοδωρής γνωρίστηκαν κι αγαπήθηκαν πριν καλά καλά μάθουν τι είναι αγάπη, λόγω του νεαρού της ηλικίας τους. Η Καιτούλα στα δεκατέσσερα κι ο Θοδωρής μόλις που σκαντζάριζε τα δεκαοκτώ. Ένα κλεφτό φιλί, που σχεδόν το πήρε με το έτσι θέλω ο Θοδωρής σφράγισε αυτή τη σχέση σαν να έβαλε ας πούμε την υπογραφή του σ’ ένα συμβόλαιο που έλεγε «εσύ θα γίνεις δικιά μου»

Δεν σκόπευε να αναιρέσει ποτέ το παλληκάρι την υπογραφή του αλλά έλα που η ζωή δεν άνοιγε μια χαραμάδα για να κουρνιάσουν και τα δύο πιτσουνάκια μας κοντά της. Όλο προβλήματα ξεπήδαγαν μπροστά τους κι ότι σχεδίαζαν τα παιδιά κάτω από το σεληνόφως στα καθημερινά ραντεβουδάκια τους στο Καβούρι, το ‘παιρνε ο αγέρας και χάνονταν μέσα στις φυλλωσιές των δέντρων. Το μόνο που τους έμενε ήταν ν’ ανανεώνουν συνέχεια την σχέση τους, με της αγάπης τους τη ζεστασιά και να κάνουν υπομονή.

Πόση όμως υπομονή. Ο Θοδωρής γύρισε πια από το στρατό και μετά από λίγο πέρασε στη σχολή Αξιωματικών της Πυροσβεστικής. Η Καιτούλα μας, έμεινε να έχει σπουδάσει μόνο, πως μια πιστή ερωμένη προσφέρει απλόχερα την αγάπη της στον καλό της και τίποτε άλλο. Καλά όλα αυτά αλλά ισχύουν μόνο για όσο καιρό βρίσκεσαι στα χρόνια της αθωότητας. Μετά η ζωή, σου ζητά περγαμηνές. Το να σκαλίζεις στα δέντρα τα αρχικά σου Κ+Θ το βρίσκεις πλέον αστείο και τα ατέλειωτα φιλιά δίπλα στο κύμα νύχτα περασμένες μια, ίσως λιγάκι ανούσια πια. Τώρα μετά τα είκοσι δύο, πρέπει να δώσεις κι άλλα ραντεβού, με την ίδια τη ζωή σου πρώτα απ’ όλα. Κι αν δεν το κάνεις μόνος σου, φροντίζουν να σου το θυμίσουν άλλοι και πρώτα απ’ όλα οι γονείς σου.
Κι έτσι άρχισαν τα όργανα κι από τις δυο πλευρές.
- Γιατί δεν σε παίρνει, τι περιμένει; Της έλεγε κάθε μέρα τώρα ο Καπετάν Γιασός, ο πατέρας της Καιτούλας.
Ο Καπετάν Γιασός, ένας αγριεμένος άνθρωπος ποτισμένος με την αλμύρα της θάλασσας. Ναυτικός στο επάγγελμα γι αυτό κάθε που έπιανε λιμάνι στην Αθήνα βιάζονταν να βάλει τα πράγματα σε μια σειρά ώσπου να ξαναμπαρκάρει πάλη.
- Το καλό που σου θέλω παιδί μου, φρόντισε να ξεκόψεις με το κορίτσι μια ώρα αρχύτερα, έλεγε ο πατέρας του Θοδωρή και κάθε φορά που μιλούσε φρόντιζε μ’ ένα μαντίλι να σκουπίζει το πλούσιο μουστάκι του.
Βέβαια, ο γιόκας του τώρα είναι γαμπρός περιζήτητος. Γκοτζαμάν αξιωματικός. Τι δουλειά έχει με μια πάμφτωχη κοπέλα. Παιδικοί έρωτες και κουραφέξαλα. Ξεκόλλα καημένε, η ζωή είναι δύσκολη. Άσε που η μάνα του, κάθε που διαπίστωνε την εμμονή του γιόκα της να το πάρει το κορίτσι, θυμόταν πως έπασχε από πίεση κι άρχιζε να φουσκώνει και να ξεφουσκώνει σαν σαμπρέλα που τη γεμίζουν με αέρα.
Δεν πτοήθηκε βέβαια το παλληκάρι με τις πιέσεις των γονιών του, αλλά κι αυτός με τη σειρά του τις μετέφερε στο κορίτσι του και το σαράκι της αμφιβολίας άρχισε να παίρνει τη θέση του στην καρδιά της Καιτούλας, δίπλα ακριβώς από τα σημάδια του έρωτα που είχε από τον καλό της.

Ε σαράκι ήταν αυτό και τουλάχιστον για το σαράκι της καρδιάς κανείς δεν έχει ανακαλύψει ακόμα το φάρμακο που το σκοτώνει. Στην προκειμένη περίπτωση, δεν άργησε να φέρει τα πρώτα σημάδια της φθοράς. Τα μ’ αγαπάς σ’ αγαπώ έδωσαν τώρα τη θέση τους στο θα με πάρεις, δεν σε παίρνω.
Ένα βράδυ, το γνωστό φτερωτό αγγελάκι του έρωτα που συνόδευε πάντα την καρδιά της Καιτούλας, ηττήθηκε κατά κράτος από ένα άλλο μάλλον μικρό διαβολάκι, που άκουγε στο όνομα «Κώστας» Κι όπως έλεγε κι ο γνωστός ηθοποιός μας Μίμης Φωτόπουλος σε μια Ελληνική ταινία, «Κάτι τα σεντι-μέταλ κάτι τα χάνεϊ μουν κάτι τα βερμουτάκια, το χάσαμε το τραντζιστοράκι»
Ο νέος Δον Ζουάν ήταν ισοπεδωτικός. Δεν άφησε ούτε λεπτό να πάρει ανάσα την Καιτούλα. Την επόμενη κιόλας της ζήτησε να έρθει να γνωρίσει τους γονείς της.
- Εγώ καπετάνιο (γλύφτης εκ πεποιθήσεως μάλλον ο γαμπρούλης) τη δουλίτσα μου την έχω. Το σπιτάκι των γονιών μου μια μέρα θα γίνει δικό μου. Στην αρχή θα μείνουμε στο νοίκι αλλά σιγά σιγά όλα θα πάνε καλύτερα.
Δεν έβαζε και πολλές σάλτσες. Απλά και ταπεινά. Βούρκωσε ο καπετάνιος.
- Είσαι παλληκάρι, του είπε. Θα συνεννοηθούμε και του χτύπησε στοργικά την πλάτη. Στο επόμενο μπάρκο πιστεύω να έχετε τακτοποιηθεί.
- Όχι δεν χρειάζεται να περιμένουμε τόσο, του απάντησε αφήνοντας άναυδο τον καπετάν Γιασό με την απροσδόκητη ετοιμότητα του. Η Καιτούλα κι εγώ συμφωνήσαμε να γίνει ο γάμος σε τρείς βδομάδες. Μας παίρνει σε τρείς βδομάδες, ή θα έχετε φύγει;
Όλα συνηγορούσαν για να συμβεί το μοιραίο. Ο Καπετάν Γιασός δεν θα έφευγε σε τρείς βδομάδες κι έτσι στρώθηκαν όλοι αμέσως με τα μούτρα στις ετοιμασίες του γάμου. Μέσα στη δίνη που προκάλεσε η ανεπάντεχη είδηση του γάμου, κανείς δεν πρόλαβε ή δεν σκέφτηκε να ρωτήσει. Καλά κι ο Θοδωράκης τι έγινε; Τον ενημέρωσε κανείς τουλάχιστον. Η κεραμίδα για τον Θοδωράκη έπεσε σ’ ένα τηλεφώνημα κοφτό και μονολεκτικό.
- Μη με ξαναπάρεις σε παρακαλώ τηλέφωνο και να σβήσεις αυτόν τον αριθμό από το μυαλό σου. Εγώ σε λίγες μέρες παντρεύομαι κι έκλεισε το ακουστικό με τέτοια δύναμη μου λίγο έλειψε να σπάσει.
Αυτό το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Ναι εγώ που σας διηγούμαι τώρα αυτή την ιστορία. Πως και με ποιάν ιδιότητα ήμουν παρών, ε μη θέλετε να τα μαθαίνετε κι όλα. Ήμουν μάλλον ο μόνος που ερμήνευσα σωστά τα δρώμενα. Όχι η Καιτούλα δεν πήγαινε με την καρδιά της σ’ αυτό το γάμο. Μάλλον ένα πείσμα ήτανε. Ένα πείσμα που το ξεΰφανε μέρα με τη μέρα αλλά που κανείς μα κανείς δεν έλεγε να την αποκρυπτογραφήσει. Όλοι γύρω της ετοιμάζονταν για να γλεντήσουν τη βραδιά του γάμου. Μόνο η Καιτούλα έμοιαζε να προσφέρει την καρδιά της θυσία στο βωμό του πείσματος και της εκδίκησης. Εκδίκηση που έγινε μίσος όταν διαπίστωσε πως από την άλλη πλευρά εισέπραξε το μήνυμα «Κάνε ότι θέλεις δεν με νοιάζει» κλείνοντας κάθε δίαυλο επικοινωνίας.

Μια παγερή αδιαφορία επικρατούσε όλες τις επόμενες μέρες. Όλα καλά κι όλα ωραία που λέει και το γνωστό τραγούδι. Όλα καλά κι όλα ωραία μέχρι την Πέμπτη (δύο μέρες πριν το γάμο) που σύμφωνα με τα ελληνικά πατροπαράδοτα έθυμα, ετοιμάζουμε τα προικιά και με την ευκαιρία, κάνουμε και μια πρόβα γλεντιού. Στο χωλάκι του σπιτιού πίσω ακριβώς από τη είσοδο, χορεύαμε εγώ με την Καιτούλα. Ένας θόρυβος από μεταλλικό αντικείμενο ακούστηκε από τη μεριά της εξώπορτας. Σταμάτησα το χορό και γύρισα ν’ ανοίξω. Προς στιγμήν δεν είδα κανέναν γι αυτό βγήκα πιο έξω για να λύσω την απορία. Από την παρακάτω γωνία είδα να μου κάνουν νεύμα να πλησιάσω. Το ποιος ήταν δεν χρειάστηκε να προβληματιστώ για να καταλάβω. Αυτό που με προβλημάτισε όμως ήταν αν μας έβλεπε κανένας άλλος, το τι είχε να γίνει. Πήγα γρήγορα κοντά του κι εκείνος χωρίς περιστροφές και χαιρετούρες έχωσε βιαστικά στα χέρια μου ένα cd. Μου είπε βιαστικά «δώστο της να το ακούσει» και γύρισε την πλάτη του περπατώντας βιαστικά κι εξαφανίστηκε. Το cd δόθηκε στα χέρια της Καιτούλας κι εκείνη χωρίς να ρωτήσει τίποτα γιατί τα είχε όλα υποπτευτεί, κατευθύνθηκε προς το τραπεζάκι που ήταν τοποθετημένο το στερεοφωνικό και με βιασύνη βγάζει το δισκάκι που έπαιζε εκείνη τη στιγμή δημοτικά τραγούδια και βάζει αυτό που κρατούσε στα χέρια της. Εγώ πάγωσα. Καλά, κι αν είχε κανένα ηχογραφημένο στιγμιότυπο, τι θα γινόταν; Γρήγορα όμως καθησύχασα καθώς οι πρώτες νότες του τραγουδιού ακούστηκαν. Που το θυμήθηκε ένα τέτοιο τραγούδι και το διάλεξε να γίνει ο κρυφός ταχυδρόμος των συναισθημάτων του. Ήταν μια παλιά μεγάλη επιτυχία της Κλειώς Δενάρδου από την δεκαετία του 60. Ο τίτλος του πασίγνωστος. «Σ’ αγαπώ σ’ αγαπώ» λέγονταν το τραγούδι και στο άκουσμά του η Καιτούλα κατέρρευσε. Συνήλθε όμως γρήγορα με λίγο νεράκι και μόλις στάθηκε στα πόδια της, κατευθύνθηκε προς την έξοδο του σπιτιού και σε κλάσματα του δευτερολέπτου εξαφανίστηκε. Μάταια την περιμέναμε στο σπίτι να φανεί. Οι λίγοι συγγενείς από ντροπή έφυγαν μέσα στην επόμενη μισή ώρα. Οι υπόλοιποι που μείναμε σαν σκιές από βουβή ταινία περιμέναμε αμίλητοι την άγνωστη αιτία που θα μας έκανε να σπάσουμε τη σιωπή μας. Αυτό έγινε κατά τις δύο το βράδυ. Το κλειδί στην πόρτα μας ξύπνησε όλους.
- Δεν θέλω να μου μιλήσει κανείς, είπε μουτρωμένα, σχεδόν σαν διαταγή για να προλάβει το κουβεντολόι και πήγε και κλείστηκε στο δωμάτιο της.
Πρόλαβε όμως πριν την καταπιεί η πόρτα να κάνει μια τελευταία δήλωση, ίσως για να καθησυχάσει τους δικούς της.
- Μη φοβάστε, είπε. Μεθαύριο ο γάμος θα γίνει κανονικά.

Την επόμενη μέρα, Παρασκευή, είχαμε κι άλλες επισκέψεις του Θοδωρή γύρο από το σπίτι. Αυτή τη φορά όμως δεν βρήκε ανταπόκριση. Αυτός σκάλωσε ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο στην εξώπορτα, έδωσε μερικές γκαζιές στο τέρμα με το μηχανάκι του, σημάδι πως εδώ είμαι, δεν έφυγα, αλλά ματαιοπονούσε, ώσπου αποφάσισε να φύγει. Η Καιτούλα φόρεσε μόνη της το νυφικό την επόμενη μέρα, γύρω στις επτά. Πρώτη φορά είδα τόσα δάκρυα σε μάτια νύφης. Έκανα να τη φωτογραφήσω αλλά κανένα πλάνο δεν έστεκε. Άσε που ήμουνα ενοχλητικός με την παρουσία μου εκεί, μέχρι που εισέπραξα ένα ξεγυρισμένο «Βρε δεν πας στο διάολο κι εσύ» κι εξαφανίστηκα.

Από το πάνω σκαλί της εκκλησίας, αποφάσισα να τραβήξω μερικές φωτογραφίες την ώρα που ερχόταν η νύφη, για να μην είμαι κοντά της και θυμώσει. Κάποια στιγμή μόλις έβαλα το μάτι μου στο φακό, στο πίσω μέρος του πλάνου μου, δέκα μέτρα δηλαδή πίσω από τη νύφη, φιγουράριζε πεντακάθαρα ο Θοδωρής. Άφησα τις φωτογραφικές μου υποχρεώσεις και βολιδοσκόπησα το χώρο αν είχε αντιληφθεί κανένας την παρουσία του. Φαίνεται πως ή έκαναν πως δεν τον είδαν ή όλων η προσοχή ήταν μπροστά στο γαμπρό που περίμενε χαμογελαστός ο έρμος τη νύφη. Το μυστήριο έγινε αλλά να μην σας πω για το κοντράστ των συναισθημάτων. Η Καιτούλα όλη την ώρα είχε καρφώσει το βλέμμα της προς τα κάτω. Στο τέλος χαιρετούρες δεν θέλησε να κάνει. Χώθηκε στο νυφικό αυτοκίνητο κι εξαφανίστηκαν. Την άλλη μέρα πρωί πρωί ένα τηλεφώνημα από την ίδια στους γονείς της έβαζε τον επίλογο σ’ αυτή την ιστορία. «Δεν θέλω να μ’ αναζητήσει κανείς. Έφυγα από το σπίτι και θα μείνω μόνη μου. Όταν ηρεμήσουν τα πράγματα θα σας ξανατηλεφωνήσω»

Η Καιτούλα κι ο Θοδωρής έγιναν τελικά ζευγάρι και απέκτησαν και δυο παιδιά. Αυτή τη φορά το μόνο που τους χώρισε ήταν ο απροσδόκητος Θάνατος του Θοδωρή στα 64 του χρόνια. Ότι προηγήθηκε του δικού τους γάμου, μάλλον μόνο εγώ το θυμάμαι ακόμα κι είπα να γράψω αυτή την ιστορία. Δεν ξέρω αν έκανα καλά, αλλά την αφιερώνω στη μνήμη του.

Μάιος 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια: