ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

5 Σεπτεμβρίου 2013

Δυο γυναίκες ένας άντρας


Δυο γυναίκες ένας άντρας (Διήγημα)

Η υπόθεση γυναίκα για τον Κωνσταντίνο, παρ’ ότι λόγω της ιδιοσυγκρασίας του χαρακτήρα του, έπαιζε σπουδαίο ρόλο στη ζωή του. Δύσκολα κατάφερνε να δημιουργήσει ερωτική σχέση που θα πληρούσε τις προδιαγραφές μιας πετυχημένης σχέσης. Στα δεκαεννέα του με τη μέθοδο του αρραβώνα προσέγγισε μια δεκαεξάχρονη κοπελίτσα από την επαρχία, αλλά δεν έμελε να στεριώσει και του ‘δωσε πασαπόρτι ενώ εκείνος υπηρετούσε τη θητεία του στο μακρινό Σουφλί. Γροθιά στο στομάχι ήταν η είδηση της «απόλυσης» που εισέπραξε τηλεφωνικά. Θυμός, απογοήτευση, πίκρα, κυρίευσαν την ούτος ή άλλως μοναχική πορεία ενός ευαίσθητου νέου που υπηρετεί την θητεία του κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες διαβίωσης τη χρονιά του ’74 μέσα στα χέρσα χωράφια που γειτνιάζουν με τη συνοριακή γραμμή του ποταμού Έβρου.

Τώρα πια δεν έχει από πουθενά να περιμένει γράμμα. Κι εκείνη η χρονοβόρα αναμονή στο μοναδικό τηλέφωνο του χωριού στο κεντρικό καφενείο της πλατείας, θα του λείψει. Το ‘δεσε κόμπο κάτι να βρει, αλλά που; Ευφυής και λαλίστατος, ήταν ανέκαθεν, φαίνεται όμως πως δεν ήταν αρκετά τα προσόντα του για γυναικείες υποθέσεις. Η ειδικότητα του οδηγού στο στράτευμα, του έδινε το πλεονέκτημα να σεργιανίζει στο χωριό σχεδόν όλη τη μέρα γι αυτό δεν άργησε να εντοπίσει μια χαριτωμένη μαθητριούλα, που του χάριζε απλόχερα την καλημέρα της κάθε που τη συναντούσε, αλλά τίποτα παραπάνω γιατί ας μην ξεχνάμε πως μιλάμε για ένα παραμεθόριο χωριό. Σύντομα όμως διαπίστωσε πως η καλημέρα της κοπελίτσας, αποσκοπούσε στη δική της προσπάθεια να προσεγγίσει κάποιον στρατιώτη για να συλλέξει πληροφορίες για ένα ομορφοπαλήκαρο έφεδρο Αξιωματικό. Αλλοίμονο θα χαραμίσει τα νιάτα της με τον κάθε τυχόντα φαντάρο. Είχε άλλωστε να διαλέξει μεταξύ χιλίων και πλέον στρατεύσιμων που σουλατσάριζαν κάθε απόγευμα στο χωριό της, στον φαντάρο θα ξέπεφτε;

Η θητεία εκείνα τα χρόνια ατέλειωτη. Στους τριάντα μήνες είχε διαμορφωθεί. Ο φίλος μας ο Κωνσταντίνος συμπληρώνει περίπου τον δεύτερο χρόνο της και ξαφνικά κι ανέλπιστα παίρνει μετάθεση για τον πολιτισμένο κόσμο. Ιωάννινα. Τόπος γνώριμος λόγω καταγωγής, αλλά πάνω απ’ όλα ανθρώπινος. Έξοδοι, παρέες, κι επαφή με κόσμο. Τι τύχη κι αυτή. Η μονάδα του ήταν το διοικητήριο της Μεραρχίας στο κέντρο της πόλης, στην κεντρική πλατεία. Ευχή ή κατάρα όμως για τον Κωνσταντίνο; Συγκεχυμένα πράγματα. Εδώ οι κοπελιές δεν διακατέχονταν από καμιά πρεμούρα να την κοπανίσουν με κανέναν έφεδρο αξιωματικό. Άσε που αρκετές από αυτές που κυκλοφορούσαν πρωινές ώρες ήσαν φοιτήτριες και δεν έδιναν δεκάρα ούτε για γαμπρούς ούτε για φαντάρους. Μοναδική του ελπίδα η προσφιλής του μέθοδος του «σμίγειν δια του αρραβώνος» για να παραφράσουμε λιγάκι τη γνωστή λαϊκή ρήση.

Η πρώτη γυναικεία φάτσα που σταμπάρισε, την είδε με τη ματιά του ποιητή. Έχει να το λέει πως του έκανε εντύπωση η σκηνή που επαναλαμβάνονταν σχεδόν κάθε μέρα καθώς ήταν υποχρεωμένος να περνά από το συγκεκριμένο στενό με το στρατιωτικό αυτοκίνητο που εκτελούσε ένα καθημερινό δρομολόγιο. Με το που έστριβε λοιπόν το στενό περνούσε μπροστά από μια μικρή βιοτεχνία που ύφαινε κουβέρτες. Μπροστά από το μονίμως ανοιχτό παράθυρο, τέλεια καδραρισμένη ακριβώς στο κέντρο του στέκονταν ένα μελαχρινό εικοσάχρονο κορίτσι. Σιγά μη του έκανε τη χάρη να χαμογελάσει. Τέτοια αντίσταση και ακαταδεξιά δεν το περίμενε να συναντήσει ο Κωνσταντίνος. Παρ’ ότι μείωνε την ταχύτητα του αυτοκινήτου σχεδόν στο μηδέν, εκείνη τόσο κατέβαζε τα μάτια.  Τον πήρανε χαμπάρι όλοι όσοι τύχαινε να είναι συνοδηγοί στο συγκεκριμένο δρομολόγιο.
-         Δεκανέα προχώρα να φτάσουμε καμιά φορά. Είπαμε πως στα στενά δεν τρέχουμε, αλλά εσύ το παρακάνεις. Είπε περισσότερο για να τον πειράξει ο αξιωματικός που τον συνόδευε.
-         Σιώπα καλέ δεν το κάνω επίτηδες, απάντησε με σοβαροφάνεια, για να πείσει πως δεν συμβαίνει και τίποτα.
-         Έλα, έλα το έφαγες με τα μάτια το κορίτσι
-         Ποιο κορίτσι. Δεν είδες που δεν παίρνει χαμπάρι αν περνά άνθρωπος απ’ έξω.
-         Και τι ήθελες βρε Δον Ζουάν της πεντάρας, να πέσει λιπόθυμη;
-         Δίκαιο έχεις, του απάντησε σκεπτικός. Εμείς έχουμε το στίγμα του φαντάρου. Ποιος να μας δώσει σημασία.
-         Δεν έχεις δίκαιο. Του είπε με διάθεση να βοηθήσει. Κάνε την εσύ να σε προσέξει.
-         Σαν τι, τον ρώτησε με αγωνία.
-         Δεν ξέρω, βρες κάτι. Τι μας παριστάνεις τον έξυπνο Αθηναίο. Δεν έμαθες τίποτα τόσα χρόνια;
Σε χρόνο μηδέν είχε τη λύση έτοιμη, αλλά δεν την αποκάλυψε. Αύριο κιόλας που θα περάσει ξανά από το στενό κάτι σκέφτηκε να κάνει. Στο αυριανό δρομολόγια ορίστηκε ως συνοδηγός ένας συνάδελφος του στρατιώτης. Ο Χρήστος ήταν από τα Γιάννενα και καλό παιδί. Όλοι στο λόχο τον βοηθούσαν σε ότι ζητούσε γιατί ήταν ήδη οικογενειάρχης με δύο παιδιά. Από μικρός στα βάσανα, πράγμα όχι και τόσο ασυνήθιστο στην Ήπειρο. Ζήτησε επίτηδες να μπει συνοδηγός σ’ αυτό το δρομολόγιο για να μπορέσει να περάσει από κάποιο συγγενικό του σπίτι για να παραλάβει κάποιο προσωπικό του αντικείμενο.
-         Κάνε μου τη χάρη Κωνσταντίνε, μόλις σου πω, να κάνεις μια μικρή στάση για να πω κάτι σ’ ένα δικό μου άτομο.
-         Ότι θέλεις Χρήστο αλλά κι εσύ με τη σειρά σου, πες μου που μπορούμε να περάσουμε για ν’ αγοράσω ένα τριαντάφυλλο.
-         Μπα τριαντάφυλλο; Και για πού προορίζεται παρακαλώ.
-         Σώπα και θα δεις.
Πριν το αυτοκίνητο στρίψει στο γνωστό στενό, ο Χρίστος φάνηκε να είναι σε ετοιμότητα.
-         Μόλις στρίψεις σταμάτα.
-         Που μπροστά από τη βιοτεχνία;
-         Ναι εκεί ακριβώς. Να σου γνωρίσω και την ξαδέρφη μου. Φοβερό κορίτσι. Ίσως να την έχεις προσέξει. Δουλεύει μόνιμα μπροστά από το παράθυρο.
Ο Κωνσταντίνος ξεροκατάπιε. Τέτοια εξέλιξη δεν την περίμενε. Συνήθως αποκαλεί τον εαυτό του άτυχο και τώρα του παρουσιάζεται ο από μηχανής θεός, που σίγουρα μπορεί να λειτουργήσει σαν συνδετικός κρίκος. Το σχέδιο με το τριαντάφυλλο ναυάγησε υποχρεωτικά. Η ιδέα να περάσει σύριζα από το παράθυρο και να ρίξει μέσα το λουλούδι, δεν μπορεί να εκτελεστεί. Τον περίμενε όμως άλλη καλύτερη εξέλιξη. Ο Χρήστος σαλτάρισε γρήγορα με το σταμάτημα του αυτοκινήτου και καλημέρισε φωναχτά την ξαδέλφη του. Εκείνη καταντράπηκε. Δοκίμασε μάλιστα να μας συστήσει κι ας μας χώριζε μια απόσταση έξη με επτά μέτρα. Εκείνη στη γνωστή της θέση κι εγώ στο τιμόνι του αυτοκινήτου, ένα Αμερικάνικο μοντέλο της Ford με ένα ευρύχωρο τριθέσιο μονοκόμματο κάθισμα μπροστά.
-         Ανθούλα απ’ εδώ ο φίλος μου ο Κώστας
-         Κώστα, η Ανθούλα βρε, η ξαδέλφη μου που σου ‘λεγα.
Ο Κώστας κατάπιε τη γλώσσα του. Τι χοντροκομμένος άνθρωπος θεέ μου, σκέφτηκε. Αυτή η άξεστη συμπεριφορά των γνήσιων ανθρώπων της επαρχίας, είναι που μας κάνει εμάς τους πρωτευουσιάνους να τους αποδίδουμε πολλές φορές τη μομφή της βλαχιάς. Τώρα τι λένε; Έκανε ελαφρά ένα νεύμα με ελαφρύ σκύψιμο του κεφαλιού, σημάδι πως ανταποδίδει το χαιρετισμό και προσπάθησε να σχηματίσει στα χείλη του ένα ελαφρύ μειδίαμα, αλλά μόλον αποτυχημένη καρικατούρα ήταν παρά για χαμόγελο. Η Ανθούλα τα πήγε καλύτερα. Μπορεί να μην κατάφερε ν’ αρθρώσει λέξη, αλλά το χαμόγελο το πρόσφερε περίσσιο.
-         Έλα μπες στο αμάξι να πάμε μέχρι το σπίτι. Αλήθεια είναι έτοιμα τα ρούχα μου. Τα θέλω για το βράδυ που έχω δουλειά.
Τι ήταν αυτό που της είπε. Να μπει με δυο φαντάρους στο αυτοκίνητο, αδύνατον. Η κίνηση που έκανε μόλον με μούντζα έμοιαζε αλλά προσπάθησε να την κάνει συγκρατημένα. Έφυγε από το πόστο της για να μην είναι εκτεθειμένη στη θέα του δρόμου κι έτσι ανάγκασε τον ξάδελφο της να περάσει στο εσωτερικό της βιοτεχνίας, Ο Χρήστος βγήκε σε λίγο κι ανέβηκε στ’ αμάξι.
-         Φύγε, μου είπε χαμηλόφωνα. Θα την περιμένουμε έξω από το σπίτι της. Να εδώ κάνε δεξιά και σταμάτα.
Διακόσια μέτρα διαδρομή ήταν ‘όλα κι όλα και πριν σβήσει η μηχανή, η ξαδέλφη ανέβαινε κιόλας τα σκαλοπάτια του σπιτιού.
-         Χρήστο περίμενε εδώ και σου τα φέρνω αμέσως.
-         Α, άσε δεν πειράζει ανεβαίνω κι εγώ.
Πριν τον ακούσει, που μόλον τον άκουσε, είχε ήδη ανέβει όλα τα σκαλιά, είχε ανοίξει την πόρτα του σπιτιού κι την έκλεισε με βιάση σαν μπήκε μέσα. Ο Χρήστος δεν είχε προλάβει ούτε στα μισά να φτάσει.
-         Καλά βαρεμένη είναι η ξαδέλφη μου, είπε γυρνώντας προς το μέρος μου. Που να την προλάβεις. Αλλά της λες και άλλα κάνει. Αγριοκάτσικο του κερατά.
Αυτό το τελευταίο το απεύθυνε στον εαυτό του και δεν ήθελε να ακουστεί. Γύρισε στο αυτοκίνητο και άναψε τσιγάρο. Πριν κάνει δυο ρουφηξιές, προβάλει από το πλατύσκαλο η ξαδέλφη και του προτείνει ν’ ανέβει για να παραλάβει τα ρούχα.
-         Τι μου σπας τα νεύρα σήμερα, χριστιανή μου, της φώναξε θυμωμένα. Φέρτα κάτω να τελειώνουμε, αφού κι εσύ θα γυρίσεις στη δουλειά, δεν θα γυρίσεις; Μπα στο θεό σου, ξεφύσησε από αγανάκτηση.
Τότε ο Κωνσταντίνος είδε για πρώτη φορά αυτό το ψιλόλιγνο κορμάκι, να κατεβαίνει με χάρη και με προσεγμένα πλάγια βήματα τις σκάλες. Αυτό θα πει φυσική ομορφιά. Κοντό μαλλί κουρεμένο καρέ, δυο έντονα μαύρα μάτια και δυο τεράστια λεπτά χεράκια κατάμαυρα κι αυτά και από φυσικού τους αλλά και από την έκθεση στον ήλιο. Στο ώμο ριγμένη απλά μια λεπτή ζακετίτσα κι ένα παντελόνι της δουλειάς πάνινο, μπλε σκούρο. Σαν πλησίασε το αυτοκίνητο ήταν η πρώτη φορά που σήκωσε τα δικά της μάτια και γύρεψε φανερά να ψηλαφίσει μ΄αυτά έστω για λίγα δευτερόλεπτα τη φιγούρα του Κωνσταντίνου κι αυτός με τη σειρά του αυτή την περίεργη και φευγαλέα ματιά την κλείδωσε καλά στη μνήμη του και την έκανε σημείο αναφοράς. Αργότερα στις παρέες του εξομολογούταν πως πρώτη φορά εντυπωσιάστηκε από δυο γυναικεία μάτια. Αυτό ήταν. Από την επόμενη μέρα ο Χρήστος βομβαρδίζονταν από προτάσεις. Πως θα γίνει για να γνωριστεί καλύτερα.
-         Δεν είσαι καλά Κώστα. Εγώ δεν μπλέκω. Η ξαδέλφη μένει με τον αδελφό της. Εδώ Κωνσταντή έχουμε να κάνουμε με χωριό. Οι άνθρωποι είναι γκα-γκα, το κατάλαβες; Εδώ σε πήρανε χαμπάρι, πάει σε αρραβώνιασαν.
-         Ε μωρέ κάνε ότι νομίζεις. Δεν σου είπα εγώ να μπλέξεις. Κανόνισε να πάμε σπίτι της.
Μαθημένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Εδώ θα κολλούσε ο Κωνσταντίνος, τώρα που καλύπτονταν σημαντικά ζητήματα που γύρευε σύμφωνα με τις προδιαγραφές του. Καλή κοπέλα, αναμφισβήτητα, ομορφούλα και δυναμική. Για την ηθική της, αν και δεν χρειάζονταν διαπιστεύσεις γιατί φαινόταν το κορίτσι, εγγυάται ο ξάδελφος ο Χρήστος. Δουλεία και σπίτι. Το παιδί ανέλαβε δράση αλλά η πρώτη απάντηση είχε και λιγάκι δόση από σασπένς. Σιγά μην ενέδιδε με το πρώτο η δεσπινιδούλα. Να μην το παίξουμε και λίγο ακατάδεκτες. Θα καταθέσουμε τα όπλα μας με το πρώτο;
-         Κωνσταντίνε μου είπε η κοπέλα να μην κάνω καμιά νύξη στον αδελφό της ακόμα.
-         Γιατί μωρέ δεν θέλει;
-         Είπε πως έχει να πάει στο χωριό όλο τον Αύγουστο για να βοηθήσει τους γονείς της στις δουλειές κι όταν επιστρέψει θα δούμε.
-         Τι να δούμε ρε Χρήστο. Θέλει ή δεν θέλει, ας μας πει πρώτα κι ας πάει στο χωριό.
-         Καλά θα τη ρωτήσω αύριο.
Η Δεσποινίς Ανθούλα τη βρήκε καλά να παίζει το παιχνίδι της γάτας με το ποντίκι, γι αυτό δεν έδωσε καμιά απάντηση στον εξάδελφο της για να μην πούμε πως άφηνε να εννοηθεί, πως άμα νοιάζεται ο κύριος από την Αθήνα, ας ψάξει αλλού.
-         Κοίταξε Κωνσταντίνε. Μη την πιέζουμε και πολύ. Άσε να πάει στο χωριό και βλέπουμε.
Μήπως υπήρχε κι άλλη επιλογή. Περιμέναμε να περάσει ο Αύγουστος. Πέρασε αλλά πως πέρασε. Μακρόσυρτα, βασανιστικά, νωχελικά. Ήταν ένας ζεστός μήνας με τρομερή υγρασία τα βράδια που κόλαγε στο πετσί σου σαν βδέλλα. Η αφραγκία κι η επικείμενη ατσιγαρία βάραινε πολύ την κατάσταση. Άδεια καμία. Δεν προλάβαινες άλλωστε από τους ντόπιους γλυψιματίες. Η ασάλευτε όψη της λίμνης έτσι όπως φαίνονταν πάνω από την υπερυψωμένη πλατεία, μάλλον συνέτεινε στη μελαγχολία του Κωνσταντίνου, ιδιαίτερα τα βράδια που τον στρίμωχναν μονίμως στα Γερμανικά νούμερα της σκοπιάς. Απέναντι στην ανηφοριά της Ντραμπάτοβας τα αυτοκίνητα μαρτυρούσαν πως ο κόσμος είναι ακόμα ελεύθερος να πηγαίνει όπου θέλει, όπου τραβά η όρεξή του. Μόνο για έναν άτυχο φαντάρο το μόνο που του μένει είναι να παρακαλά να τελειώσει αυτός ο Αύγουστος και να μπει το νερό στ αυλάκι. Να γι αυτό το αποφάσισε από μικρός να βρει διέξοδο μέσα από μια δική του σχέση. Όχι όμως εφήμερη που μπορεί να τελειώσει μ’ ένα τηλεφώνημα. Σχέση με προοπτική, με σπίτι με παιδιά και με πολύ αγάπη. Είχε βαρεθεί να σπρώχνει τους μήνες του για να περάσουν έτσι χωρίς λόγο. Να γίνονταν να παρακαλά να τελειώσει η θητεία του και να γυρίσει στο σπίτι του και να τον περιμένουν γυναίκα και παιδί, οι δικοί του άνθρωποι. Αλλά για την ώρα δεν υπάρχει κανείς. Ουτοπίες μπερδεμένες με όνειρα κι ανησυχίες μήπως δεν γίνει τίποτα. Ναι πολύ το σκέπτονταν αυτό το αύριο. Κάτι του ‘λεγε πως έπρεπε να το φοβάται. Τον φόβιζαν περισσότερο οι μισοτελειωμένες προσπάθειες για αποκατάσταση. Τελειώνει σε λίγο το στρατιωτικό κι ούτε το Λύκειο δεν έχει βγάλει. Κόλλησε εκεί στην πρώτη Λυκείου. Παράτησε λόγω κόστους και τη σχολή μηχανικών και το μόνο προσόν που του απόμενε είναι να δηλώνει υπάλληλος υαλοπωλείου. Που να ξεμυτίσεις έτσι στη ζωή. Γι αυτό και δεν ανέβαζε ψηλά τον πήχη στις απαιτήσεις του στα διάφορα παντρολογήματα. Με τι προσόντα. Και μέχρι να περάσει ο Αύγουστος λοιπόν, εύρισκε παρηγοριά ακούγοντας τα βράδια από το κέντρο «το Ηπειρώτικο σαλόνι» που ήταν δεν ήταν δέκα μέτρα απ’ τη σκοπιά του, αγαπημένα του τραγούδια που τα’ αγαπούσε από παιδί μιας και παρά τη φτώχεια τους ο πατέρας γλεντούσε μ’ αυτά στο σπίτι, συχνά πυκνά με συγγενείς και φίλους. «Κούγω τον άνεμο κι αχάει, παπά Ντελή παπά» κι η νοσταλγία μαστίγωνε ως το μεδούλι τον έρμο τον Κωνσταντίνο. Μόνη του παρηγοριά πια το δίλλημα. Θα πει το ναι η μελαχρινούλα όταν γυρίσει ή όχι;

Το ραντεβού κλείστηκε Τρίτη και δεκατρείς του Σεπτέμβρη. Τυχαίο; Δεν νομίζω αν κρίνει κανείς το τι περίμενε το παλληκάρι τη μέρα αυτή. Σκηνικό στημένο. Ο αδελφός της η γυναίκα του, δυο κουτσούβελα ν’ αλωνίζουν το σαλόνι και να δημιουργούν μια κατάσταση αφόρητη, η μάνα κι ο πατέρας της, καθισμένοι στη γωνιά του καναπέ προβάροντας από μέσα τους φυσικά, τα λόγια που τους δασκάλεψε ο σκηνοθέτης να πουν την κατάλληλη στιγμή. Το ρόλο αυτό μάλλον είχε αναλάβει να παίξει ο αδελφός της και η Ανθούλα απούσα. Θα σκεφτείτε κι εσείς όπως κι ο Κωνσταντίνος πως η νύφη βγαίνει τελευταία, αφού έχουν φροντίσει παρατρεχάμενοι να ρετουσάρουν την εμφάνιση, συνήθως μ’ ένα καλό χτένισμα μαλλιών, γιατί τα καλλυντικά εκείνη την εποχή δεν πολυφοριόταν ειδικά στην επαρχία.
-         Που είναι μωρέ Χρήστο η Ανθούλα, ρώτησε χαμηλόφωνα ο Κώστας
-         Σώπα μωρέ, την πήρε το μάτι μου, αλλά μη μιλάς. Ξέρεις θα ετοιμάζεται.
Μέχρι όμως να ετοιμαστεί η νύφη, η συζήτηση δεν άργησε να μπει στο ψητό. Μάλιστα αυτό έγινε πολύ άκομψα και με τη συνήθη αυθάδεια που διακρίνει άξεστους ανθρώπους, αυτό που εμείς οι Αθηναίοι χαρακτηρίζουμε «βλαχιά»
-         Λοιπόν γαμπρέ, πήρε το λόγο ο άφωνος μέχρι εκείνη τη στιγμή πατέρας της κοπέλας. Τι απαιτήσεις έχεις από εμάς;
Αυτό του είχανε πει να κάνει του ανθρώπου κι αυτό έκανε. Τώρα αν δεν επέλεξε την κατάλληλη στιγμή ή όχι, ε αυτό θεωρήστε το σαν μια απλή αστοχία. Ο Κωνσταντίνος παρ’ ότι σάστισε, ένοιωσε πως έπρεπε ν’ αναλάβει το βάρος ν’ αποδείξει στην ομήγυρη πως εδώ δεν ήρθε για παζάρια. Έπρεπε να πείσει τους πάντες, ακόμα και τον εαυτό του πως ο μόνος λόγος που τον έκανε να βρίσκεται εκεί ήταν ότι είδε το κορίτσι και του άρεσε πολύ. Τίποτε άλλο, γιατί γνώριζε πολύ καλά, κι αυτός από χωριό ήταν και μάλιστα της Ηπείρου πως οποιαδήποτε αναφορά σε απαιτήσεις θα τον οδηγούσε στην έξοδο του σπιτιού. Οι Βλάχοι δεν χωρατεύουν μ΄αυτά. Έκανε λοιπόν τη σχετική δήλωση ταπεινοφροσύνης, πως τίποτα απολύτως δεν γυρεύει, πως είμαστε νέοι, θα δουλέψουμε και θα ζήσουμε κι αυτό ήταν. Από εκείνη τη στιγμή η συμφωνία τηρήθηκε κατά γράμμα. Όταν λέμε τίποτα, εννοούμε τίποτα. Και να που ήρθε η ώρα να σκάσει μύτη και η ενδιαφερόμενη. Κάλιο να άνοιγε η γης να τον καταπιεί τον Κωνσταντίνο. Η κοπέλα είχε την ατυχή έμπνευση να πρωτοτυπήσει. Ποια κομμωτήρια και ποιές ειδικές περιποιήσεις που συνήθιζαν να κάνουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Εδώ έγινε ακριβώς το αντίθετο. Με τα μαλλιά της να στάζουν ακόμη νερό από το λούσιμο που προηγήθηκε μόλις πριν ένα λεπτό προφανώς, εμφανίστηκε στο σαλόνι κι έμοιαζε, μη σας φανεί αστείο σαν τον Ιησού Χρηστό με μπερδεμένα και καταϊδρωμένα μαλλιά όταν σήκωνε το σταυρό του μαρτυρίου. Πλησίασε και φίλησε στο μάγουλα τον Κωνσταντίνο δίκην χαιρετισμού κι εξαφανίστηκε προς την κουζίνα.

Ο κύβος ερύφθει κι άρχισαν οι μέρες να αποκτούν νόημα. Η θητεία τώρα ήταν βαριά, όχι γιατί ήταν κουραστική, αλλά γιατί έπρεπε να περάσει γρήγορα ο καιρός για να χαρεί επιτέλους χωρίς υποχρεώσεις ο φουκαράς ο Κωνσταντίνος, αυτό που διαφαίνονταν πως του χρώσταγε η μοίρα. Μια υγιή σχέση με προοπτική, έτσι ακριβώς όπως την ονειρεύονταν. Οι απαγορεύσεις από τον περίγυρό της ήταν άπειρες. Όλα μα όλα απαγορεύονταν. Οι έξοδοι οι περιπτύξεις, η καθυστέρηση του αρραβώνα. Δεν τον πτοούσαν όμως. Οταν έβγαινε τα απογεύματα, είχε κάπου να πάει, με κάποιον να μιλήσει. Ένας λαλίστατος άνθρωπος όπως ήταν ο Κωνσταντίνος, είχε με κάποιον να μιλήσει.-Ε δεν του ‘κατσε του έρμου. Σφήγκα η κοπέλα, στρείδι επτασφράγιστο. Ο Κωνσταντίνος έπρεπε να το είχε φανταστεί. Ένα κορίτσι άβγαλτο, με αυστηρές αρχές και με ακόμα πιο αυστηρό περίγυρο. Θύμα των υποχρεώσεων. Σπίτι δουλειά-σπίτι δουλειά. Τι ήταν αυτό όμως που έκανε τον φίλο μας να μένει; Αυτό δεν απαντιέται σίγουρα. Σε πολλούς κάπως έτσι συμβαίνει. Παρέλαση κάνουν δίπλα σου οι ενδείξεις κι όμως όλοι σφυρίζουν αδιάφορα. Είναι αλήθεια τελικά που λένε πως για το μόνο άτομο που καταργεί κανείς τον πήχη είναι όταν πρόκειται να επιλέξει σύντροφο. Για όλες τις άλλες περιπτώσεις, γίνεται αυστηρός βάζει φραγμούς όρια και κόβει και τις καλημέρες αν δεν του βγουν σωστές οι εκτιμήσεις. Εδώ έχουμε πλήρη αποδοχή.
Σύντομα φρόντισε να πάρει άδεια για να ενημερώσει προσωπικά τους δικούς του και για να μπορέσει έτσι να διεκδικήσει κάτι περισσότερο σαν αρραβωνιαστικός. Ο αρραβώνας έγινε Τρίτη και δεκατρείς. Δεν βόλευαν αλλιώς οι ημερομηνίες. Η γιορτή λιτή, περισσότερο τυπική για να μην πω κωμικοτραγική. Η τσιγκουνιά αυτών των ανθρώπων δεν είχε όρια. Ούτε ένα ούζο δεν ήπιαμε για τα καλορίζικα. Σαν φιλοξενούμενοι που ήμασταν εγώ και η μητέρα μου, απλά έστρωσαν τραπέζι για βραδινό φαγητό. Αργότερα κατάλαβα πως όποιος ξόδευε για την οικογένεια κάτι, έπρεπε να παίρνει εγγυήσεις ότι κάποια μέρα με κάποιον τρόπο θα αποζημιωθεί. Από τον κανόνα αυτό προς αποφυγή κάθε παρεξήγησης εξαιρείτο η κοπέλα, η οποία ήταν σαν χαρακτήρας ακριβώς το αντίθετο από τους δικούς της. Για το κορίτσι η έννοια της προσφοράς και μάλιστα με αυταπάρνηση ήταν κανόνας στη ζωή της. Αυτό το προσόν ήταν αρκούντος σοβαρό για να κάνει τον Κωνσταντίνο να βλέπει το ποτήρι τουλάχιστον μισογεμάτο. Μπορεί να ήταν εμφανής η πονηριά όλης της ομήγυρης που είχαν έναν ξεκάθαρο στόχο, να παντρέψουν το κορίτσι για να γλυτώσουν απ’ την έννοια του, αλλά τα πράγματα ισοσκέλιζε η συμπεριφορά της Ανθούλας (αυτό ήταν το όνομα της) Ακόμα και ο μεσολαβητής του προξενιού, ο συνάδελφος του Κωνσταντίνου στο στρατό, άρχισε να διαρρέει πληροφορίες, αβάσιμες φυσικά, όχι και τόσο κολακευτικές για τον υποψήφιο γαμπρό που ο ίδιος πρότεινε στην οικογένεια.

Αυτό το αγέρωχο πλάσμα που διαλαλούσε με την παρουσία της και μόνο το πόσο δυναμική είναι. Που δεν καταδέχονταν μύγα στο σπαθί της και που έβγαζε σε πέρας όλες τις υποχρεώσεις της χωρίς να περιμένει βοήθεια από κανέναν. Που ανταπέδιδε στο διπλάσιο ότι της προσέφεραν. Αυτό το πλάσμα λοιπόν, μετατρέπονταν σ’ ένα φοβισμένο σπουργίτι, τις λίγες στιγμές που κατάφερνε να ξεκλέψει και να είναι μαζί με τον επίσημο αρραβωνιάρης πια. Κάθε φορά που ο Κωνσταντίνος της κρατούσε το χέρι, ένοιωθε το τρέμουλο που πιθανά ξεκινούσε από την καρδούλα της και κατρακυλούσε ως τις άκρες των χεριών της. Αυτό ήταν που τον σκλάβωνε. Κι αυτός με τη σειρά του πάσχιζε να βρει τα κλειδιά που θ’ ανοίξουν σε πρώτο βαθμό τα χείλη της και σιγά-σιγά και την καρδιά της, που έδειχνε ξεκάθαρα πως για την ώρα προτιμούσε να την κρατά κλειστή. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον Κωνσταντίνο, αλλά πίστευε πως με το χρόνο θα τα καταφέρει. Οι απαγορεύσεις όμως δεν μετριάστηκαν και οι ευκαιρίες συνεύρεσης για τα παιδιά ήτανε λίγες.

Μια σχέση που έχει προοπτική το γάμο, λογικά πρέπει να δοκιμαστεί. Όταν ο άνθρωπος όμως δεν προβαίνει στις κατάλληλες ενέργειες, έρχεται η μοίρα να βάλει το δικό της χεράκι και ν’ αναλάβει δράση, δοκιμάζοντας έτσι τις αντοχές των ανθρώπων που εμπλέκονται. Κι επειδή όπως λέει ο λαός «Άλλα ο άνθρωπος βούλεται κι άλλα ο θεός κελεύει» έτσι ακριβώς συναίβει και τώρα.

Ήταν απόγευμα όταν ένας μόνιμος καραβανάς, μπήκε στο θάλαμο των στρατιωτών και έδωσε διαταγή να βγούνε όλοι έξω για γυμναστική. Στο στρατό συνηθίζεται να τσιμπάει μύγα αρκετούς αξιωματικούς και όταν προφανώς τσακώνονται στο σπίτι τους, πάνε στο στρατόπεδο που υπηρετούν και βγάζουν τα απωθημένα τους στους φαντάρους. Άκου γυμναστική απογευματινιάτικα σε στρατιώτες που υπηρετούν πάνω από εικοσιπέντε μήνες. Δεν ξανάγινε. Η εντολή όμως εκτελέστηκε κι ο Κωνσταντίνος, τελευταίος με το ζόρι προσπαθεί να κρατηθεί στα πόδια του. Οι δυνάμεις του, νοιώθει να τον εγκαταλείπουν, γι αυτό δεν άργησε να πέσει κάτω. Ο παχύσαρκος καραβανάς που τον άρπαξε από τα πέτα τον έστησε με το ζόρι όρθιο, θεωρώντας ότι ο στρατιώτης κάνει θέατρο. Με το που πήρε όμως τα χέρια του από πάνω του, και πάλι το παλληκάρι σωριάστηκε κάτω. Ήταν πλέον φως φανάρι ότι κάτι συμβαίνει. Ο Κωνσταντίνος μεταφέρθηκε επειγόντως στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης. Μετά από επείγουσες ιατρικές εξετάσεις ο θεράπων ιατρός ενημερώνει τον Κωνσταντίνο ότι δεν θα πρέπει να βγει από τον θάλαμο του γιατί απαγορεύεται να έρθει σε επαφή με άλλους. Τα πόδια του παιδιού πάγωσαν. Μέχρι το πρωί δεν κοιμήθηκε. Ακόμα κι όταν τον ενημέρωσαν πως θα μεταφερθεί με ασθενοφόρο στην Αθήνα κανείς δεν του είπε ποια ήταν η γνωμάτευση. Μόνο ό οδηγός του έδειξε το σχετικό έγγραφο μετακίνησης του οχήματος που έγραφε «Στρατιωτικό νοσοκομείο νοσημάτων θώρακος.» Αυτό ήταν. Μέχρι που έφτασαν εκεί ο Κωνσταντίνος δεν έβγαλε μιλιά.

Οι πρώτες μέρες εκεί περνούν μέσα σε πλήρη απογοήτευση. Η επικοινωνία με την Ανθούλα δεν ήταν καθόλου εύκολη. Δεν υπήρχε βλέπεις τότε η κινητή τηλεφωνία, αλλά ούτε και σταθερό τηλέφωνο διέθεταν στο σπίτι που έμενε. Η σπιτονοικοκυρά προσφέρονταν να φωνάζει την Ανθούλα στο σπίτι της, όταν την καλούσε ο Κωνσταντίνος. Του μπήκαν όμως ψήλοι στ’ αυτιά όταν άρχισε να μοιράζεται μισόλογα του τύπου, ‘’δεν είναι εδώ τώρα’’, ‘’όταν τη δω θα την ειδοποιήσω’’ και κάτι τέτοια. Η αντίδραση του ήταν άμεση. Σταμάτησε κάθε προσπάθεια επαφής κι έκοψε κάθε επικοινωνία. Γνώριζε πως στην Αθήνα έμενε μόνιμα ένας από τους αδελφούς της. Η απουσία του όμως και το μηδενικό του ενδιαφέρον, τον έκανε καχύποπτο κι είχε σχεδόν βέβαιο το ενδεχόμενο, το σόι να μην επιθυμεί τη συνέχιση αυτής της σχέσης λόγω της δραματικής εξέλιξης της υγείας του Κωνσταντίνου.

-         Σ’ αγαπώ το καταλαβαίνεις. Κάνω αυτή τη διαδρομή κάθε μέρα για να ‘ρθω να σε δω, γιατί από την πρώτη στιγμή που σε είδα με έχεις τρελάνει.
-         Βρε ηλίθιε, πάρε το κορίτσι αγκαλιά. Άπλωσε το ξερό σου βάλθηκε να φωνάζει ο Γιώργος μέσα στην καφετέρια.
Εντάξει τώρα δεν ήταν η παρότρυνση του φίλου μου για να κάνω την πρώτη κίνηση. Η Κική ήταν από μόνη της ένα λουλούδι. Δεκαοκτώ χρονών, μαθήτρια της τρίτης Λυκείου. Η δροσιά της άνοιξης σ’ ένα χαμόγελο. Ειλικρινές, πηγαίο, μια ζωγραφιά και δυο μάτια υπέροχα κι αυτά χαμογελαστά. Ναι μη σας φαίνετε περίεργο. Αν υπήρχαν δυο μάτια στον κόσμο που μπορούσαν να χαμογελάσουν, αυτά ήταν της Κικής. Κι αυτό το δόσιμο αυτού του κοριτσιού, χωρίς συμφωνίες, χωρίς να περιμένει υποσχέσεις. Απλά έψαχνε να βρει κι αυτή ένα χαμόγελο να το κρύψει βαθειά μέσα στη μαθητική της τσάντα εκεί που δεν θα το ‘βρισκε κανείς. Έρχονταν στο νοσοκομείο μαζί με τη φίλη της τη Λουκία για παρέα μιας και ο Γιώργος, ο συνάδελφος του διπλανού κρεβατιού, ήταν το αγόρι της. Και δεν ήταν καθόλου εύκολο εκείνη την εποχή να φτάσεις στην Πεντέλη από τον Άγιο Ελευθέριο Αχαρνών. Έρχονταν όμως. Τουλάχιστον τρείς φορές την εβδομάδα. Κι όταν συναντιόμαστε, το σκάγαμε κρυφά από το νοσοκομείο και κατεβαίναμε με ταξί στο Χαλάνδρι. Τι γλυκειές περιπέτειες. Μετράγαμε όλοι μαζί, δραχμή-δραχμή το χαρτζιλίκι μας κι αναλόγως πράτταμε. Δίναμε υποσχέσεις ο ένας στον άλλον πως εμείς οι τέσσερεις όταν θα παντρευτούμε θα φροντίσουμε να μένουμε κοντά το ένα ζευγάρι με το άλλο και δεν θα χαλάσει η φιλία μας ποτέ. Όλο αυτό το τρελό μεθύσι κρατούσε όσο βρίσκονταν όλοι μαζί. Τις άλλες ώρες όμως, ένας κόμπος έπνιγε τη χαρά του Κωνσταντίνου και κάθονταν στην άκρη του παραθύρου σιωπηλός, γυρεύοντας από τον εαυτό του απαντήσεις. Τι παράξενο είναι αυτό που του συμβαίνει; Τα έβαζε με το θεό, γιατί να του στήσει τέτοιο μπλέξιμο. Μια ζωή χωρίς μια σχέση της προκοπής και τώρα δυο γυναίκες μαζί. Με τη μια τρελά ερωτευμένος πια και με την άλλη αρραβωνιασμένος, χωρίς να αποδέχεται μέσα του πως δεν υπάρχει καν. Εκείνα τα γλυκά μαύρα μάτια που κοίταζαν μονίμως χαμηλά, σημάδι αφοσίωσης κι υποταγής του θηλυκού προς το αρσενικό, πως μπορείς να τα ξεχάσεις. Του έρχονταν τρέλα. Από την άλλη όμως όλες οι ενδείξεις λειτουργούσαν έτσι ώστε αν θα ήθελε να επικαλεστεί λόγους για τη διάλυση του αρραβώνα, όλα τα δίκαια ήταν με το μέρος του. Και μόνο η παντελής αδιαφορία για την ασθένεια του και η διακοπή κάθε επικοινωνίας που δεν ήταν ευθύνη του Κωνσταντίνου, ήταν αρκετά για να πει, συγνώμη κύριοι, τέλος.

Αν το ΤΕΛΟΣ έμπαινε στην κάθε ιστορία τόσο εύκολα, ίσως να μην είχαν γραφτεί στην παγκόσμια λογοτεχνία τόσα ογκώδη μυθιστορήματα για έρωτες και πάθη. Ο μικρός φτερωτός θεός του έρωτα δεν ξοδεύει τα βέλη του άστοχα εδώ κι εκεί. Όπου αυτός επεμβαίνει, οι άνθρωποι πονούν, άλλοτε από πόνο αργό βασανιστικό κι άλλοτε από έναν πόνο γλυκό γαργαλιστικό, που σε οδηγεί σαν γλυκιά αμαρτία στην πιο γλυκιά μέθεξη. Πολλές φορές σε κάνει να μπερδεύεις πιο είναι το σωστό και πιο είναι το λάθος. Κι όταν η λογική σου δείχνει το σωστό δρόμο, εσύ να επιμένεις ότι θα ακολουθίσεις αυτό που σου προστάζει ο έρωτάς σου. Ποιος έρωτας όμως από τους δύο. Σαράντα χρόνια έχουν περάσει από τότε κι απάντηση σ’ αυτό δεν μπόρεσε να πάρει ο Κωνσταντίνος. Τι κι αν έστεκε στο παράθυρο ώρες ατέλειωτες. Χάνονταν οι σκέψεις του πέρα μακριά στον ορίζοντα κι αργόσβηναν σαν τα τελευταία φώτα της πόλης που απλώνονταν στο βάθος. Αυτό που ένοιωθε ήταν η τέλεια εφαρμογή αυτού που λέμε, χαρμολύπη. Τι κι αν πέρασε στο κατόπι της ζωής του ζόρια και στενάχωρες καταστάσεις, τούτο που έμελε να ζήσει εδώ, στο ξεκίνημα της ζωής του, στα εικοσιδιό του χρόνια, ήταν το μεγαλύτερο. Και να φανταστείς πως εδώ «μες της Πεντέλης τα βουνά» που λέει και το τραγούδι, ήρθε για να γιατρευτεί από μια πάθηση που η στεναχώρια ήταν ο χειρότερος εχθρός στην ανάρρωση του.

Ο γόρδιος δεσμός, αντί να ξεμπλέξει, μπερδεύτηκε περισσότερο μετά την εφνήδια άφιξη της αρραβωνιαστικιάς του. Ήρθε και στάθηκε απέναντί του έτσι λιτά, αμίλητη, όπως το συνήθιζε πάντα. Με τα μάτια χαμηλά περίμενε την ετυμηγορία του Κωνσταντίνου. Σίγουρα θα δεχόταν στωικά κάθε του απόφαση. Αν της έλεγε να φύγει, θα γυρνούσε απλά και θα απομακρύνονταν. Από τα μάτια της με το ζόρι κρατιόταν δυο δάκρυα που ήθελαν σώνη και καλά να την αποχωριστούν και να πάρουν το δικό τους δρόμο, κατηφορικό όπως πάντα για το πουθενά. Ο Κωνσταντίνος δεν θα επέτρεπε ποτέ στον εαυτό του να πληγώσει άνθρωπο, πόσο μάλλων αυτό το κορίτσι που στέκονταν αυτή τη στιγμή μπροστά του, που έπαιζε την ευτυχία της κορώνα γράμματα. Που μάζεψε όση δύναμη μπορούσε για ν’ αντισταθεί στους δικούς της, να κάνει το ταξίδι στην Αθήνα, για να μην πω στο πουθενά, ν’ αντιπαλέψει φοβέρες κι απειλές ακόμα κι από τον αδελφό της που επέλεξε να του ζητήσει να φιλοξενηθεί στο σπίτι του στην Αθήνα και να βρίσκεται τώρα κυνηγημένη από παντού, δυο βήματα μπροστά από τον άνθρωπο που εκείνη πίστεψε πως με την αγάπη του θα την αγκαλιάσει και θα της δώσει ελπίδα στο όνειρο. Ένα όνειρο απλό, χωρίς μεγαλεπήβολα σχέδια. Ήρθε να πάρει τον καλό της και χέρι-χέρι να το παλέψουνε μαζί για να κερδίσουν τη ζωή. Σ’ αυτό το κορίτσι, σ’ αυτά τα μάτια δεν λεν ποτέ τη λέξη ‘’τέλος’’.

Αν η ιστορία αυτή γινόταν ταινία, θα είχε τον χαρακτηρισμό της σπονδυλωτής ταινίας. Δύο ιστορίες που διαδραματίζονται παράλληλα, τον ίδιο χρόνο, στα ίδια μέρη, με τους ίδιους πρωταγωνιστές. Όχι δεν είναι ταινία και τα δρώμενα είναι πέρα για πέρα πραγματικά. Η Ανθή γύρισε την πλάτη στους δικούς της που σύσσωμα την συμβούλευαν λόγω της ασθένειας του Κωνσταντίνου, να δώσει τέλος σ’ αυτή τη σχέση και πήρε των ωματιών της κι ήρθε στην Αθήνα. Δεν ήρθε όμως σαν δαρμένο σκυλί να φωλιάσει υπό την προστασία του αδελφού της. Μιλημένος κι ενημερωμένος ο Αθηναίος αδελφός από τους Γιαννιώτες, το μόνο που της προσέφερε ήταν μια στέγη για να κοιμηθεί και πολύ κακία, πίεση, έως κι απειλές. Κι όμως αυτό το κορίτσι από την επαρχία, των είκοσι χρονών δεν λύγισε. Στάθηκε με δύναμη απέναντι σε όλα τα προβλήματα κι άρχισε σιγά-σιγά να βάζει τη δική της τάξη στα πράγματα. Αξιοποίησε μια παλιότερη γνωριμία που είχε στη γειτονιά που έμενε και βρήκε δουλειά για να είναι τουλάχιστον οικονομικά ανεξάρτητη. Ο αδελφός της έβαζε χίλιους φραγμούς, ώστε να είναι δύσκολη κάθε μετακίνηση της Ανθής, από το Κορωπί, στην Πεντέλη. Μέχρι και την πιάτσα των ταξί είχε μιλημένους για να μην την εξυπηρετούν. Κανένας θεός όμως δεν μπορούσε να μπει ως φραγμός για να εμποδίσει αυτό το κορίτσι να φτάσει στον στόχο της, για τον άντρα που είπε το ναι και που αποφάσισε να γίνει ο σύντροφος της ζωής της, έστω κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες κι έπρεπε τώρα να του  αποδείξει πως αξίζει της αγάπης του και πως θα κάνει γι αυτό, ότι περνά από το χέρι της. Με την ηθική και πρακτική υποστήριξη του αφεντικού της, μετακινιόταν ως την επόμενη πιάτσα της Παιανίας κι από εκεί έπαιρνε ταξί για την Πεντέλη. Το κόλπο της σύντομα αποκαλύφθηκε κι οι απειλές τώρα του αδελφού της από φραστικές που ήταν, έγιναν ξυλοδαρμοί. Κι όμως τίποτε από το μαρτύριο που ζούσε δεν μετέφερε στον αγαπημένο της. Βέβαια κι ο Κωνσταντίνος δεν χρειάζονταν πολλά για να καταλάβει ότι κάθε επίσκεψη στην Πεντέλη ήταν για την Ανθή ένας Γολγοθάς. Αλλά κι ο ίδιος περνούσε τον δικό του Γολγοθά. Έκρυψε προσωρινά τη λέξη ‘’τέλος’’ μέσα στο βάθος της καρδιάς του γιατί στο κάτω- κάτω δεν είχε κανένα δικαίωμα να την ξεστομίσει και μοίραζε το χρόνο μεταξύ της Ανθής και της Κικής.
Η Κική δεν περνούσε κανέναν Γολγοθά. Δεν είχε ν’ αντιπαλέψει εχθρούς κι άσχημες καταστάσεις. Η παρουσία της ήταν ήσυχη και κυλούσε σαν το γάργαρο νερό. Το μεγάλο της όπλο ήταν τα φιλιά της. Αυτά τα φλογερά φιλιά που ανέβαζαν τον Κωνσταντίνο μέχρι τα ουράνια. Η επαφή μαζί της ήταν μυσταγωγία. Ήταν ταξίδι που δεν τελείωνε ούτε με την αποχώρηση της. Κράταγε για ώρες αναμμένη η φλόγα του έρωτα στο θυμικό του και ξεθώριαζε κάπως, όταν συναντούσε την Ανθή. Κι εκεί τι να πει. Πως ν’ απογοητεύσει αυτόν τον τιτάνιο αγώνα που έδινε αυτό το κορίτσι για να κερδίσει τη μάχη και τελικά την αγάπη του Κωνσταντίνου. Η πλήρης σύγχυση.

Τα πράγματα μπλέχτηκαν χειρότερα όταν η μητέρα του Κωνσταντίνου τον ενημέρωσε πως η Ανθή έκανε απόπειρα αυτοκτονίας.
(Σημείωση Συντάκτου : Δεν θα ‘θελα να αναφερθούμε σε αυτό το περιστατικό με περισσότερες λεπτομέρειες)
Θυμάστε που είπαμε πως ο Κωνσταντίνος τη λέξη ‘’τέλος’’ που μάλλων προόριζε για την Ανθή, την είχε κρύψει στο βάθος της καρδιάς του; Τώρα μετά από αυτά τα τραγικά γεγονότα έπρεπε εδώ και τώρα να πάρει αποφάσεις. Το δίλλημα Ανθή ή Κική, ουσιαστικά μέσα του είχε ξεχωρίσει. Η Ανθή ήταν αποφασισμένη για χάρη του να δώσει τέλος στη ζωή της κι αυτός να της επιφυλάσσει όταν το αποφασίσει τη λέξη ‘’τέλος’’; Όχι, δεν ήταν και τόσο ανήθικος. Η Ανθή κέρδισε με το σπαθί της το εισιτήριο για τη συνέχεια. Αμέσως κλείστηκε ραντεβού με την Κική για να μπει ένα τέλος σ’ αυτό το μαρτύριο.
Η συνάντηση κανονίστηκε σε μια καφετέρια στην πλατεία Συντάγματος. «Ταρώ» θαρρώ πως λέγονταν. Αυτό που έχει σημασία να αναφερθεί για τούτη την καθοριστική συνάντηση ήταν η κατάληξη της. Η Κική στο άκουσμα της απόφασης του Κωνσταντίνου, ξέσπασε σε αναφιλητά. Του ζήτησε να τη συνοδεύσει ως την τουαλέτα για να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο της και να ξεφύγει για λίγο από τα αδιάκριτα βλέμματα των θαμώνων. Ο Κωνσταντίνος κάθισε διακριτικά έξω από τις τουαλέτες. Σαν είδε όμως πως το κορίτσι δεν έλεγε να ηρεμίσει, άνοιξε την πόρτα και πέρασε μέσα. Η Κική άρπαξε στα χέρια της ένα κεραμικό μπουκάλι και απείλησε με αυτό να το εκτοξεύσει στο κεφάλι του Κωνσταντίνου. Κι όπως είχε υψωμένο το χέρι της προχώρησε άτολμα, σχεδόν τρικλίζοντας κι ήρθε και κρεμάστηκε στην αγκαλιά του αγαπημένου της εκλιπαρώντας τον για ένα φιλί.
-         Φίλησε με, τώρα, τ’ ακούς, φίλησε με. Δεν σε χαρίζω σε καμία. Δείξε μου ότι μ’ αγαπάς. Εμένα αγαπάς, δεν με γελάς εμένα. Το ξέρω μόνο εμένα αγαπάς.
Ο Κωνσταντίνος την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του και τη φίλησε στο στόμα τόσο φλογερά που η φλόγα του έλειωνε και σίδερα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου τα δύο κορμιά παραδόθηκαν σ’ ένα ερωτικό παροξυσμό και μια ερωτική συνουσία που όμοιά της δεν έχουν ξαναζήσει.
Όταν κόπασε το πάθος και βρήκαν το κουράγιο να επιστρέψουν στις θέσεις τους στο μόνο που συμφώνησαν πριν αποχωριστούν ο ένας τον άλλον, ήταν πως δεν θα ξαναμιλήσουνε για χωρισμό ότι κι αν γίνει. Με την γεμάτη παιδική αφέλεια μιας ερωτευμένης δεκαοκτάχρονης κοπελίτσας η Κική είπε στον Κωνσταντίνο πως έχει το δικαίωμα να κάνει, ότι του περάσει από το μυαλό με την άλλη κοπέλα, ακόμα και να την παντρευτεί, αλλά για την ίδια θα είναι πάντα ο αγαπημένος της, ο άντρας της ζωής της.

Από εκείνη τη μέρα το μυαλό και η καρδιά του Κωνσταντίνου είχε στην κυριολεξία διχοτομηθεί. Στη μια πλευρά κατοικούσε η Ανθή και στην άλλη η Κική. Ζούσε την κάθε μια ιστορία χωριστά με την προσήκουσα σοβαρότητα και έπαιρνε αποφάσεις σαν να επρόκειτο να τις εκτελέσουν δύο διαφορετικοί άνθρωποι. Δεν ήταν γιατί τον βόλευε να συντηρεί δυο παράλληλες σχέσεις μαζί. Δεν ήταν τέτοιος τύπος ο Κωνσταντίνος. Το λάθος του ήταν ότι προσπαθούσε να κρατήσει δυο καρπούζια στη μια μασχάλη. Αυτό δεν το κατάφερε ποτέ κανείς και φυσικά ήταν αδύνατο να το πετύχει τώρα η αφεντιά του. Αν υπολογίσουμε και το νεαρό της ηλικίας του θα μπορούσαμε να του προσάψουμε ότι τελούσε εν πλήρη σύγχυση. Όσοι από τους φίλους του γνώριζαν τα γεγονότα συστρατεύτηκαν κι αυτοί στη σύγχυσή του και κανείς μα κανείς δεν του είπε «τι κάνεις εδώ;» Αντίθετα τον διευκόλυναν στις δυσκολίες του, μερικοί μάλιστα του έκαναν παρέα, είτε βρίσκονταν με τη μια είτε με την άλλη κοπέλα.

Ο φίλος μου ο Άρης δεν γνώριζε καμία κοπέλα από τις δυό. Ήταν Απρίλης, δυο μήνες μετά το γάμο του Κωνσταντίνου με την Ανθή. Ο Κωνσταντίνος με την Κική βολτάριζαν αγγελιασμένοι στην Πλάκα κι εκεί έξω ακριβώς από την Ντισκοτέκ «Καρυάτιδες» καθώς κατηφόριζαν προς την Ανδριανού ο Άρης με τα χέρια ανοιχτά ήρθε και αγκάλιασε την Κική μες την τρελή χαρά λέγοντας της
-         Κορίτσι μου εσύ είσαι αυτή που μας έκλεψες τον καλύτερο μας φίλο και τον ανάγκασες να χορέψει το χορό του Ησαΐα; Να ζήσετε κοπέλα μου.
-         Εγώ είμαι η Κική, απάντησε ψύχραιμα η κοπέλα. Μάλλον ο φίλος σου, ξέχασε να σου συστήσει την Ανθή, αλλά δεν πειράζει.
Στη συνέχεια ήπιαμε μαζί καφέ και η γκάφα του φίλου μου ούτε που επηρέασε κανέναν από τους τρείς.

Σήμερα το ραντεβού για καφέ με την Κική, είχε κλειστεί στην καφετέρια του Πράπα στην παραλιακή. Τι περίεργο πράγμα αλήθεια κι αυτό. Οι πρώτοι μήνες του έγγαμου βίου του και τους ζούσε παραμυθένια όχι με τη νόμιμη πια σύντροφο του, αλλά με την ερωμένη του. Αυτό το σαράκι, είχε δοκιμάσει κάνα δυο φορές ο φίλος του ο Άρης να του το εμφυτεύσει κι ο Κωνσταντίνος γινότανε λαύρος από θυμό. Δεν ήθελε επ’ ουδενί να παραδεχθεί πως τώρα πια τουλάχιστον στα μάτια του κόσμου, η μια κοπέλα ήτανε η σύζυγος του και η άλλη η ερωμένη του. Νωρίτερα το απόγευμα τηλεφωνικά το είχε συζητήσει με την Κική και της μετέφερε το παράπονο του για το πόσο πολύ τον ενοχλούσαν αυτές οι ταμπέλες που τόσο απλά κι εύκολα η κοινωνία αναρτούσε για τον καθένα.
-         Όχι, είπε στην Κική την ώρα που μιλούσαν στο τηλέφωνο. Εγώ δεν είμαι προϊόν του Σούπερ Μάρκετ που θα πρέπει ο υπάλληλος να το βάλει στη σωστή του θέση.
Ο Κωνσταντίνος, υποδέχθηκε το κορίτσι του έξω από την είσοδο του μαγαζιού μ’ ένα τρυφερό φιλί. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντιόντουσαν εκεί. Ακριβώς μόλις μπαίνεις και στην αριστερή πλευρά, υπήρχε μια ξύλινη σκάλα με τουλάχιστον τριάντα σκαλιά που οδηγούσε στο πατάρι, εκεί που τους άρεσε να κάθονται συνήθως γιατί η θέα της θάλασσας ήταν πιο προσιτή. Πριν πατήσουνε στο πρώτο σκαλί η Κική κάνει μια ανεπάντεχη ερώτηση στον Κωνσταντίνο.
-         Δε μου λες, μετά το γάμο σου πήρες αγκαλιά τη γυναίκα σου για να την πας στην κρεβατοκάμαρα;
-         Όχι, της απάντησε μουδιασμένα και απονήρευτα.
-         Τότε απόψε θα πάρεις εμένα αγκαλιά και μόλις φτάσεις στο τελευταίο σκαλοπάτι θα φωνάξεις δυνατά, σ’ αγαπώ πολύ. ΣΣΣΣΣΣΣΣΣ…. Δεν θέλω αντιρρήσεις. Έτσι και δεν το κάνεις, κάνω μεταβολή και φεύγω για πάντα, λοιπόν…..;
Ε λοιπόν, το έκανε. Και ξέρετε γιατί; Δεν ήτανε η απειλή. Δεν ήτανε η σαστιμάρα. Δεν ήταν αυτό που λέμε «μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα» Ήταν η αδρεναλίνη της στιγμής που τον ανέβασε στα ύψη. Ναι ήταν ερωτευμένος με την Κική και δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να του το αμφισβητήσει. Ήταν αυτό το “Yes I do” που λένε οι μελλόνυμφοι στους Αμερικάνικους γάμους. Γιατί να της το στερήσει. Εδώ που τα λέμε ποτέ της δεν του είχε ζητήσει τίποτα.
Όλοι οι πελάτες του μαγαζιού ξέσπασαν σε χειροκρότημα. Η διπλανή παρέα από το τραπέζι που καθίσανε άρχισε περιπαιχτικά να μουρμουράει το ρεφραίν από ένα παλιό τραγουδάκι που έλεγε «Να το πάρεις το κορίτσι, να το πάρεις, μην το παιδεύεις» και η Κική πλέοντας σε πελάγη ευτυχίας πήρε κι έγραψε σε μια χαρτοπετσέτα «Είσαι ο θεός μου. Σ’ αγαπώ» τη φίλησε, ώστε ν’ αφήσει το αποτύπωμα του κραγιόν της και του την έδωσε.
«Είσαι ο θεός μου. Σ’ αγαπώ» Με τέτοια διαπιστευτήρια περνάς σίγουρα στον παράδεισο. Ε λοιπόν ο Κωνσταντίνος το επόμενο πρωί ξύπνησε και βρέθηκε με μιας στην κόλαση. Γύρω στις δέκα τηλεφώνησε για την καθιερωμένη του καλημέρα. Από την άλλη μεριά άκουσε μια φωνή που μπορεί αναμφισβήτητα να ήταν της Κικής, τα λόγια της σε καμιά περίπτωση όμως δεν έμοιαζαν ή δεν ήθελε ο Κωνσταντίνος να παραδεχθεί πως ήτανε δικά της.
-         Αυτό τον αριθμό που τηλεφωνείς θα ήταν καλύτερα να τον ξεχάσεις κι έκλεισε τη γραμμή.
Ήταν τα τελευταία λόγια που άκουσε ο Κωνσταντίνος από αυτό το κορίτσι. Μέχρι και σήμερα δεν έμαθε ποτέ το γιατί. Ο αριθμός της άλλαξε την ίδια μέρα και κάθε επαφή μαζί της ήταν αδύνατη. Έτσι τόσο άδοξα τελείωσε αυτή η ιστορία. Από τη μέρα εκείνη ένας Γολγοθάς ξανοίγονταν μπροστά στον Κωνσταντίνο. Τι κι αν έφυγε από μπροστά του η Κική. Γι αυτόν η διπλή ζωή συνεχίζονταν. Ένας βουβός πόνος έσφιγγε καθημερινά την καρδιά του και θρηνούσε αυτό το άδοξο τέλος. Δεν υπήρχε μέρα δεν υπήρχε στιγμή που δεν τον συντάραζε συθέμελα η απουσία της αγαπημένης του. Κι από την άλλη έπρεπε να κρύβει καλά τον καημό του και να είναι ευχάριστος στην οικογένεια του, στην Ανθή, στα δυο χαριτωμένα δίδυμα αγοράκια που ήρθαν εν τω μεταξύ στη ζωή και φυσικά στη δουλειά του. Τον πρώτο καιρό τουλάχιστον, κάθε που βρίσκονταν μόνος, μακριά από τα περίεργα βλέμματα των ανθρώπων, έκλεγε καταμεσής του δρόμου, πολλές φορές μ’ αναφιλητά. Αυτό που του έκανε καλό ήταν πως τουλάχιστον μέχρι τις έντεκα η ώρα κάθε βράδυ βρίσκονταν σε συνεχή εγρήγορση λόγω των πολλών υποχρεώσεων αλλά και του νυχτερινού σχολείου που αποφάσισε να τελειώσει κι ας ήθελε τέσσερες τάξεις να βγάλει. Το είπε και το έκανε. Τουλάχιστον είχε ένα κέρδος από αυτή την ιστορία που στο φινάλε του πρόσφερε αργότερα και μια θέση στο Δημόσιο. Η αναφορά στο όνομα της δεν έπαψε ποτέ. Όλοι οι φίλοι του, το είχανε πάρει χαμπάρι και  ξέρανε τον κρυφό καημό του. Στην Ανθή όμως έπρεπε να είναι άψογος. Όχι δεν έπρεπε να εισπράξει καθόλου μερίδιο από την καταστροφή.

Η αρχική αιτία που έκανε τον Κωνσταντίνο να πάρει την απόφαση να παντρευτεί την Ανθή που αυτόματα σήμαινε πως η ιστορία με την Κική έπρεπε να πάρει τέλος, άρχισε να ξεθωριάζει. Ήταν μεγάλο το τίμημα. Ζήλευε όλους τους γνωστούς και φίλους του που είχαν την ελευθερία να διαλέξουν ή να απορρίψουν την κάθε σχέση τους, χωρίς φόβο και πάθος, χωρίς δειλήματα, χωρίς μέτρα και σταθμά. Έτσι απλά, όπως αλλάζεις ένα πρωί το πουκάμισό σου. Γιατί αυτός έπρεπε να πληρώσει και κάποιο τίμημα. Μοιραία συνέδεε την κακοδαιμονία του με όλη την προηγούμενη ζωή του και μονίμως διαπίστωνε χαμένους αγώνες, στερήσεις και πόνο. Αυτό τον στεναχωρούσε ιδιαίτερα. Μια μελαγχολία κυρίευε σχεδόν μόνιμα το χαμόγελο του και η εσωστρέφεια είχε βρει μόνιμα απασχόληση βαθειά μες την ψυχούλα του παλληκαριού. Αυτό το κυρίαρχο ζητούμενο που από νωρίς έβαλε στόχο, να βρει δηλαδή ένα καλό κορίτσι να φτιάξει τη δική του οικογένεια, για να ‘χει το δικό του αποκούμπι, το δικό του λιμάνι, μάλλον δεν του ‘βγαινε σωστά.

Η σχέση του με την Ανθή, τον απασχολούσε εξ ίσου έντονα. Άσχετα από τα έργα και οι ημέρες του με την Κική, βαθειά μες την καρδιά του, ποθούσε η τελική του επιλογή που ήταν η Ανθή ν’ αποδειχθεί ολόσωστη και ν’ αποτελέσει το άλλοθι του για να μπορέσει γαλήνια να πορευτεί στη συνέχεια. Είχε ακόμα απόθεμα δυνάμεων όσο κι αν ακροβατούσε με τις δυο σχέσεις, να οδηγήσει τη σχέση με την Ανθή σε ατραπούς ανθόσπαρτους κι ευτυχισμένους, όχι γιατί δεν είχε άλλη επιλογή, αλλά γιατί δεν του άρεσε να πληγώνει ανθρώπους. Ειδικότερα αισθάνονταν πως είχε την υποχρέωση να τιμήσει τις υποσχέσεις που αυτός αβίαστα μοίρασε στο κορίτσι, πολώ δε μάλλον τώρα που ήρθαν στον κόσμο τα δυο χαριτωμένα αγγελούδια, τα διδυμάκια του. Βαρύνουσα θέση σ’ αυτή την κοσμοθεωρία του έπαιξε η ευχή και κατάρα που του φόρτωσε η μάνα του πως δεν εγκαταλείπουμε ποτέ και για κανέναν λόγο το σπίτι μας, όταν υπάρχουν παιδιά. Καημό το ‘χε η δόλια και το έλεγε αυτό γνωρίζοντας από πρώτο χέρι του λόγου το αληθές. Αλλά μη βιαστείτε να βγάλετε το συμπέρασμα ότι ο Κωνσταντίνος απλά ξεπλήρωνε υποχρεώσεις. Το ‘φερε του έρμου η τύχει να σκοντάφτει από την παιδική του ηλικία σε μέντορες που σφυρηλάτησαν τον χαρακτήρα του πάνω στο μοτίβο, χρέος, αυταπάρνηση, αγώνας.

Φόρτωσε λοιπόν στις πλάτες του όλο αυτό το βαρύ φορτίο κι έκανε ότι μπορούσε για να τα καταφέρει όχι μόνο στα πρακτικά πράγματα όπως δουλειά, οικονομικά ζητήματα, σπίτι κι οικογένεια, αλλά και να δώσει συνάμα μια ποιότητα στη σχέση του με την Ανθή και να εκπαιδεύσει όσο μπορεί τόσο την ίδια που αναντίρρητα της έλειπαν στοιχεία, αλλά και να κάνει ότι καλύτερο μπορούσε στην ανατροφή κι εκπαίδευση των παιδιών του. Κι όλα αυτά μέσα από ένα ανελέητο τρέξιμο στα δυο τρίτα του εικοσιτετραώρου.

Αυτό που δεν είχε υπολογίσει, παρ’ ότι το είδε από την πρώτη στιγμή που γνώρισε την Ανθή, ήταν ότι είχε στο πλάι του ένα άτομο που παρ’ ότι δεν κώλωνε που λένε σε κανένα κάλεσμα για συνεισφορά που είχε να κάνει με δουλειά, υποχρεώσεις σπίτι και τα πεθερικά της μέσα στα πόδια της (σ’ αυτά ήταν τέρας ψυχραιμίας καρτερικότητας και προσφοράς), εκεί που ο Κωνσταντίνος, άρχισε να σκοντάφτει από την πρώτη κιόλας στιγμή, ήταν που είχε να κάνει με ένα άτομο, τόσο κλειστό, που δεν άνοιγε με τίποτα. Αυτό του κόστισε πολύ, σε χρόνο και σε κόπο. Αμέτρητες προσπάθειες, ατέλειωτες συζητήσεις, πολλές φορές μπροστά σε σφραγισμένα χείλη, εκτός της καρδιάς. Θα κράτησε και δέκα χρόνια αυτός ο αγώνας, χρόνια όμως που στερήθηκαν και οι δυο τους από τα λεγόμενα χρόνια της ξεγνοιασιάς.  

Η πολύ δουλειά, οι ατέλειωτες ώρες εργασίας για πάνω από εικοσιπέντε χρόνια, το στήσιμο της μικρής επιχείρησης στο χώρο της φωτογραφίας δεν άφηνε ούτε δευτερόλεπτο κενό για σκέψεις για αγάπες και λουλούδια. Όλα καταπλακώθηκαν κάτω από τις ατέλειωτες υποχρεώσεις. Ευτυχής συγκυρία ή όχι όλος αυτός ο καταιγισμός των υποχρεώσεων έφεραν την υπόθεση Κική στο επίπεδο μιας απλής ανάμνησης και την Ανθή να κερδίζει με τον αγώνα της τη θέση που της αναλογούσε στην καρδιά του Κωνσταντίνου.
Αν κάλυψε ή όχι τα συναισθηματικά κενά που από μικρός γύρευε την εκπλήρωση τους η όποια απάντηση ίσως αδικήσει την πραγματικότητα. Όλα όσα ζούμε ευχάριστα ή δυσάρεστα, είναι οι στιγμές που αθροιστικά καταγράφουν την ιστορία του καθενός. Και μην ξεχνάμε πως σημασία δεν έχει μόνο η άφιξη μας στην Ιθάκη. Πολλές φορές το ίδιο το ταξίδι είναι ότι πιο σημαντικό μας έχει συμβεί.

Αφιερωμένο στην Κική από τα Ασπρα Σπίτια Βοιωτίας
Στην Ανθή αφιέρωσα τη ζωή μου.

Μαντζούρης Κωνσταντίνος

Σεπτέμβριος 2013

Δεν υπάρχουν σχόλια: