ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

25 Φεβρουαρίου 2015

Μια αγάπη που νίκησε στο παρά πέντε

                               ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ

(Καιρό είχα να θυμηθώ  κάτι)
Σας έχω πει κι άλλες φορές μέσα από αυτή την ενότητα των αναμνήσεων και των εμπειριών από τη θητεία μου ως φωτογράφος, να μην καλείτε πολύ προσωπικούς σας φίλους για ν’ απαθανατίσουν το μυστήριο και ξέρετε γιατί; Γιατί συμβαίνουν που συμβαίνουν ευτράπελα στους γάμους, δεν είναι ανάγκη να γίνονται μπροστά στα μάτια αυτοπτών μαρτύρων οι οποίοι είναι ικανοί, αφού γνωρίζουν αρκετές από τις προσωπικές σας λεπτομέρειες (είπαμε είναι φίλος σας ανάθεμα τον) μπορεί παρατηρώντας και τα γεγονότα που διαδραματίζονται να συνθέσουν το πάζλ και να έχουν άποψη για το σύνολο του προβλήματος το οποίο εσείς επιμελώς προσπαθείτε να κρύψετε. Το αστείο από επαγγελματικής άποψης εδώ είναι πως σαν φωτογράφος δεν πρόλαβα να τραβήξω ούτε μια φωτογραφία. Θα δείτε γιατί.
Επί του προκείμενου λοιπόν.

…………………………………………………………………...

Μια αγάπη που νίκησε στο παρά πέντε

Η Σούλα από τα μαθητικά της χρόνια, είχε σχέση με τον Σταύρο. Μπορεί στην αρχή της γνωριμίας να ήταν απλά ο γκομενάκος της που τη συνόδευε στα πάρτι και πήγαιναν κλεφτά στο σινεμά, σιγά-σιγά όμως, η σχέση άρχισε να μυρίζει έρωτα και μ’ αγαπάς σ’ αγαπώ. Το Λύκειο τελείωσε και τα παιδιά είναι σε φάση επαγγελματικού προσανατολισμού κι αποκατάστασης. Ο Σταύρος έπιασε δουλειά σε συνεργείο αυτοκινήτων και παράλληλα σπούδαζε σε κάποια αντίστοιχη σχολή κι η Σούλα  διάλεξε μια από τις απίθανες χαζοσχολές τύπου ΙΕΚ που πολύ σύντομα όμως παράτησε στη μέση. Αυτό δεν ήταν καλός οιωνός για τη συνέχιση της σχέσης τους. Τότε το ΄΄Δεν παντρεύομαι’’ δεν ήταν και τόσο της μόδας κι ειδικά στα σπίτια των μεροκαματιάρηδων. Όλοι ήθελαν να ξεμπερδεύουν με τα θηλυκά της οικογένειας για να δούνε μετά τι άλλο τους μέλει στη ζωή να βάλουνε σε τάξη.

Και το πρώτο προξενιό, δεν άργησε να έρθει. Παιδί από σπίτι που λένε. Με το σπιτάκι του, τη δουλίτσα του, με το κάτι τις του δηλαδή κι όμορφο παιδί. Κι εσύ είκοσι χρονών που η χάρη σου δεν σ’ αξίωσε να πας μια εκδρομή πέρα από την Κόρινθο και μ΄ έναν Σταύρο που το μόνο όνειρο που μπόρεσε μέχρι στιγμής να πραγματοποιήσει ήταν ένα διήμερο στο Ναύπλιο κι αυτό γιατί έβαλε σκοπό να σου κουρσέψει της νιότης σου το θησαυρό. Ενώ ο άλλος, ο Αλκης, από το πρώτο βράδυ που έγινε το προξενιό και κουβαλήθηκε με όλο το σόι στο στενό διαμέρισμα της Σούλας, πρότεινε αν συμφωνούσε κι ο μπαμπάς βέβαια (τι μαλαγανιά θεέ μου) να πάνε μια βόλτα στα Ζαγοροχώρια. Έλα τώρα εσύ καημένε Σταύρο να σταθείς απέναντι σε τέτοιους αντιπάλους και τέτοιο αθέμιτο συναγωνισμό, όταν ακόμα χρωστάς κάτι δανεικά που πήρες από τον κολλητό σου, γιατί δεν είχες μια στην τσέπη κι είχες ραντεβού με τη Σούλα.

Μετέωρη η κοπέλα. Άπειρη, άβγαλτη που λένε, ψυχανεμίστηκε αρκετά. Από τη μια έλεγε ν’ αδράξει την ευκαιρία και να ξεφύγει από το σφιχτό εναγκαλισμό της φτώχειας κι από την άλλη αυτός που ιχνηλάτησε το κορμί της για πρώτη φορά, δεν ήθελε έτσι άδοξα να είναι και η τελευταία. Η πονηριά λένε είναι γένους θηλυκού και η Σούλα σκέφτηκε κάτι, αν και καθόλου πρωτότυπο, αφού δεκάδες παρόμοιες ιστορίες έχουν γραφτεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο. Τι ήταν αυτό; Λέμε ένα ναι και βλέπουμε. Παράλληλα ασκούμε έτσι και την δική μας πίεση προς την άλλη πλευρά σαν να λέμε ‘’Τρέξε Σταυρούλη γιατί θα πετάξει το πουλί’’ Το πουλί βέβαια άπαξ και είπες το ναι έχει πετάξει ήδη. Αυτό το ναι δημιουργεί υποχρεώσεις. Δεν θα σε πάει ο άλλος στα Ζαγοροχώρια απλά για να δεις τον Αχέροντα ποταμό και πως κάνουν καγιάκ οι τουρίστες;

Κι όταν η Σούλα έπινε καφέ στο Πάπιγκο, ο Σταύρος διάβαζε το γράμμα που ανέλαβε να του μεταφέρει μια σουσουραδίτσα, φίλη της.
-         Αγαπημένε μου……..
Ακου αγαπημένε μου. Καλή είναι και του λόγου της. Εδώ πήρε φωτιά το Κορδελιό κι αυτή τολμά ακόμα να τον αποκαλεί ‘’αγαπημένε μου’’
-         Αγαπημένε μου, δεν μπόρεσα ν’ αντέξω άλλο την πίεση των γονιών μου.
Ναι σ’ αυτό είχε ‘’δίκαιο’’. Ολο το βράδυ πάσχιζαν οι άνθρωποι να της αναπτύξουν τη θεωρία της μεγάλης ευκαιρίας. Τα μαθηματικά με την παράθεση αριθμητικών στοιχείων ήταν αμίληκτα. Η πίεση εδώ που τα λέμε δεν ήταν των γονιών της. Τα στοιχεία που είχε να σταθμίσει ήταν πολλά και δύσκολα μπορούσε να τα κάνει λογαριασμό. Τι λες τώρα. Τρελάθηκε στη σκέψη ότι θα μπορούσε αν ήθελε σε πέντε μήνες, μετά το Πάσχα δηλαδή, να πίνει τον καφέ της στη δική της σπιταρόνα και να πάψει να ξεροπαγιάζει στο άβολο γκολφάκι που είχε για ΙΧ αυτοκίνητο ο Σταύρος.
-         Μη μου κρατάς κακία. Σ’ αγαπώ αλλά η ζωή δεν μας βοηθάει να συνεχίσουμε. Κοίταξε να βρείς το δρόμο σου και να πάρεις το πτυχίο σου. Θα σε θυμάμαι πάντα.
Και γιατί παρακαλώ να μην τον θυμάται. Ετσι γίνεται πάντα (τουλάχιστον εκείνα τα χρόνια) Πρώτα παίρναμε ένα παλιό αμάξι για να κάνουμε τα πρώτα μας χιλιόμετρα κι ύστερα μόλις πιάναμε λιγάκι την καλή, τσουπ, νάτο το λουσάτο αυτοκίνητο. Η πλάκα είναι πως το γράμμα το έγραψε λίγη ώρα πριν ασχοληθεί με τη βαλίτσα της εκδρομής.

Η Σούλα είχε κάθε λόγο να κάνει το επόμενο βήμα. Τα κίνητρα όπως είπαμε ήτανε πολλά. Ο Σταύρος όμως; Καθαρή περίπτωση σαν κι αυτές που παίρνεις τα παπούτσια σου στο χέρι και τρέχεις. Ε όχι αυτό δεν καταπίνεται. Στην αρχή λέγεται καψούρα. Αντιμετωπίζεται με ποτάκια στα μπαράκια και πολλά τσιγάρα. Μετά από λίγο καιρό παρεισδύουν και ψήγματα αντεκδίκησης του στυλ ‘’Να δεις τη σκρόφα τι θα της κάνω’’ κλπ. Κι ο καθένας προετοίμαζε τις δικές του κινήσεις κι όπως λέει και το τραγούδι ‘’’Αλλος για Χίο τράβηξε κι άλλος για Μυτιλήνη’’

Ο γάμος ορίστηκε για τα τέλη Ιουλίου ημέρα Σάββατο. Δυο μέρες πριν όπως ορίζει το έθιμο έχουμε το στρώσιμο του κρεβατιού. Οσοι από τους παροικούντες την Ιερουσαλήμ γνωρίζουν πραγματικά το τι ακριβώς έγινε εκείνο το βράδυ, δεν θα το ξεχάσουν ποτέ. Από το πρωί στη γειτονιά, έκανε την εμφάνιση του ο Στράτος και δεν φρόντιζε καθόλου να είναι αθέατος. Αντίθετα το επιδίωκε μάλιστα να κάνει αισθητή την παρουσία του. Το μήνυμα ‘’Θέλω να σου μιλήσω’’ έφτασε στη Σούλα δια στόματος της ίδιας της σουσουραδίτσας που έκανε τον ταχυδρόμο και την προηγούμενη φορά. Η Σούλα αφού ξέφυγε από την επιτήρηση των δικών της γύρω στο μεσημέρι, χώθηκε με κάθε προφύλαξη στο γκολφάκι του Σταύρου και απομακρύνθηκαν με ταχύτητα. Η ανησυχία στο σπίτι της άρχισε να φωλιάζει δύο ώρες μετά. Συνήθως στα κρεβάτια μαζεύονται νωρίς, αλλά η Σούλα πήγε πέντε κι ακόμα να φανεί. Στο τηλέφωνο ο Σταύρος έγινε πιεστικός γιατί ήθελε να της μιλήσει και οι δικαιολογίες έδιναν και έπαιρναν. Η πιο αληθοφανής (έτσι νόμιζαν τουλάχιστον) ήταν αυτή που ενέπλεκε και την αφεντιά μου ως φωτογράφο. Είπαν στο γαμπρό πως ήρθε και την πήρε ο φωτογράφος για κάποιες σπέσιαλ φωτογραφίες σε εξωτερικό χώρο, αλλά δεν ήξεραν που. Τότε φυσικά δυστυχώς ή ευτυχώς κινητά τηλέφωνα δεν υπήρχαν για να επαληθευτεί του λόγου το αληθές. Η ώρα έχει πάει επτά και όπου να ‘ταν θα κατέφθαναν οι πρώτοι καλεσμένοι και το χειρότερο ο φωτογράφος (δηλαδή εγώ) που υποτίθεται πως είναι με τη Σούλα, ήταν μέσα στο σαλόνι κι έπινε μπυρίτσα.
-         Πρέπει να φύγεις αμέσως, μου είπε ο μπαμπάς της Σούλας. Καήκαμε. Ολοι ξέρουν πως είναι μαζί σου για φωτογράφηση.
-         Και που να πάω;
-         Δεν ξέρω, πάντως εξαφανίσου και θα δω τι θα κάνω αργότερα αν δεν επιστρέψει. Ω ρε συμφορά που με βρήκε τον μαύρο. Θα σκάσω απόψε. Απόψε δεν το γλυτώνω το εγκεφαλικό.
Κι όπως έκανα να βγω από το σπίτι, νατην η σουσουραδίτσα, αυτή που έκανε τον ταχυδρόμο ντε, να μου γνέφει να πλησιάσω κάνοντας μου νόημα πως κάτι θέλει να μου πει.
-         Δεν ξέρω αν έχει σχέση η απουσία της Σούλας, πάντως το μεσημέρι, συναντήθηκαν εδώ παρά πίσω για να μιλήσουν
-         Μήπως ξέρεις τι είπανε τι κάνανε τέλος πάντων;
-         Όχι εγώ το ραντεβού κανόνισα μόνο. Όταν συναντήθηκαν εγώ δεν ήμουνα εδώ.

Ο από μηχανής θεός, δεν εμφανίζεται μόνο στις ταινίες, αλλά πολλές φορές και στην ίδια τη ζωή. Η πιθανότητα για το που βρίσκεται αυτή τη στιγμή ο Σταύρος και η Σούλα έπαιζε σε μια και μόνο κατεύθυνση. Θα έλεγα δυο, αλλά η πρώτη από χέρι αναιρείται γιατί δεν θα ρίσκαραν τέτοια μέρα να πίνουν τον καφέ τους στο αγαπημένο τους στέκι, κάτι που γνώριζε ο κόσμος όλος. Αρα τα πουλάκια μου χίλια τα εκατό, πρέπει να κούρνιασαν σ’ εκείνο το παραλιακό ξενοδοχείο όπου ξεδιψούσαν με τον έρωτα τους. Σε είκοσι λεπτά ήμουν εκεί. Το γκολφάκι παρκαρισμένο επίτηδες στο πίσω στενό κι εγώ στη ρεσεψιόν να πασχίζω να πείσω τον ρεσεψιονίστ ότι είναι ανάγκη πάση θυσία να τους ενοχλήσει γιατί συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό. Ο λεβέντης ήταν απελπιστικά ανέδοτος κι αρνητικός. Μόνο σαν με είδε διατεθειμένο να τηλεφωνήσω για συνδρομή στην αστυνομία, χαλάρωσε και πήρε τηλέφωνο στο δωμάτιο.
-         Δεσποινίς είναι εδώ κάποιος φίλος σας και απειλεί θεούς και δαιμόνους και θέλει να σας μιλήσει.
-         Δώστον μου σε παρακαλώ.
Και μου πασάρει απρόθυμα το ακουστικό.
-         Ναι έλα Σούλα εγώ είμαι. Ξέρεις γιατί είμαι εδώ. Ελα κάτω σε παρακαλώ. Τώρα αμέσως.
Δεν έφερε αντίρρηση. Σε λίγο σαν δαρμένο σκυλί ήρθε και κάθισε δίπλα μου στο σαλόνι. Η ώρα κόντευε οκτώ, καθώς κοίταξα το ρολόι στο βάθος του τοίχου και μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας από την αγωνία για το τι θα γίνει μετά.
-         Είσαι με τα καλά σου κοπέλα μου; Τι είναι αυτά που κάνεις;
-         Δεν ξέρω, απάντησε χαζά.
-         Τι δεν ξέρω κι άρχισα να ζορίζομαι και ν’ ανεβάζω τον τόνο της φωνής μου. Εβαλες φωτιά στα τόπια με τα καμώματα σου. Το ξέρεις ότι στο σπίτι σου θα γίνει το έλα να δεις έτσι και δεν εμφανιστείς.
-         Το ξέρω
-         Και παρ’ όλα αυτά, εσύ απολαμβάνεις τον έρωτα σου με τον πρώην σου. Θεέ μου τι κουφά πράγματα είναι αυτά που ακούω. Τον πατέρα σου δεν τον λυπάσαι; Θα πάθει εγκεφαλικό ο έρμος. Να ‘σουνα από μεριά να τον έβλεπες πως έκανε.
Δεν απόσωσα την κουβέντα μου και την πήρανε τα κλάματα, σημάδι πως μάλλον μέχρι στιγμής δεν έδειχνε να είχε καταλάβει τι κακό πήγαινε να κάνει στον πατέρα της στη μάνα της, και σ’ όλο το σόι της άλλης πλευράς και μόλις έκανα να της το θυμίσω, έσβησε νευρικά στο τασάκι το τσιγάρο που είχε ανάψει, αν και δεν ήταν σταθερός καπνιστής και συγχρόνως μου έβαλε τις φωνές.
-         Πάψε σου λέω, πάψε. Πως έμπλεξα έτσι θεέ μου. Τι να κάνω;
Τώρα τον ποιόν ρωτούσε δεν ξέρω. Τον εαυτό της, εμένα, τον θεό δεν ξέρω. Αλλά πόση ψυχραιμία μπορεί να περιμένει κανείς από ένα κορίτσι που μόλις είχε δρασκελίσει στα είκοσι της χρόνια και είπαμε, άλλοι καιροί τότε, άλλη κουλτούρα, αλλά μυαλά. Η Σούλα απλά μπήκε σ’ ένα περιβόλι και από μια πανέμορφη τριανταφυλλιά δεν ήξερε ποιο τριαντάφυλλα να διαλέξει αφού το ίδιο όμορφα της φάνταζαν όλα. Και η επιπολαιότητα δυο μέρες πριν το γάμο της να μπει σ’ ένα αμάξι και να εξαφανιστεί, ποιος της την συγχωρεί; Πάλη καλά λέω εγώ, γιατί έχω ακούσει και ιστορίες που το τέλος τους ήταν τραγικό.
-         Σήκω κι ετοιμάσου να φύγουμε, της είπα σαν να το ‘χα σίγουρο πως θα με ακολουθήσει χωρίς καν να τη ρωτήσω.
-         Που να πάμε. Κι ο Σταύρος; Τι να του πω; Δεν με έκλεψε, με τη θέληση μου ήρθα. Τον αγαπάω το καταλαβαίνεις;
-         Ναι κορίτσι μου το καταλαβαίνω. Θυμάσαι όμως τι μου είπες όταν σε ρώτησα πως και είπες το ‘’ναι’’ εκείνο το βράδυ στον Αλκη; Θυμάσαι; Να στο θυμίσω ξανά το λοιπόν. Είπες, ας πω ένα ‘’ναι’’ και μετά βλέπουμε. Ε το ίδιο θα κάνεις κι απόψε. Έλα να γυρίσουμε σπίτι που αυτή την ώρα είναι γεμάτο κόσμο κι αύριο που θα ‘σαι μόνη, αποφασίζεις ότι σου γουστάρει. Ένα μόνο κάνε απόψε. Γλύτωσε τους γονείς σου από τον εξευτελισμό και τον πατέρα σου από ένα πιθανό εγκεφαλικό.
Πρώτη φορά στη ζωή της ταρακουνήθηκε η σκέψη της στο άκουσμα της λέξεως γονείς. Μέχρι τώρα γι αυτήν, η έννοια ‘’γονείς’’ ήταν απλά τα πρόσωπα που όφειλαν να διεκπεραιώνουν κάποιες υποθέσεις που ενίοτε αφορούσαν και την ίδια. Αφού είχαν παιδιά, έπρεπε να το κάνουν. Η ίδια ένοιωθε πως δεν ήταν μέρος κανενός προβλήματος. Η ίδια ήταν απλά ένα παιδί που κάποτε σαν θα μεγαλώσει και παντρευτεί, ίσως να κληθεί να ζήσει κι αυτή τα δικά της προβλήματα. Ετσι νόμιζε, αλλά τι ήταν αυτό που τη συντάραξε συθέμελα τούτη τη στιγμή; Το ρεζίλεμα στη γειτονιά; Το εγκεφαλικό του μπαμπά; Αυτά πρέπει να ‘ταν που πρώτη φορά μίλησαν μέσα της σαν κανόνες. Μάλλον πρώτη φορά πρέπει να ένοιωσε το κορίτσι πως εδώ παραβιάστηκαν κάποιες αρχές και κάποιες κυρίαρχες αξίες για το θεσμό της οικογένειας. Πόσο απότομα μεγαλώνουμε καμιά φορά. Από τη μια στιγμή στην άλλη. Από τη μια στιγμή στην άλλη παίρνεις την πιο φάλτσα απόφαση για τη ζωή σου κι από τη μια στιγμή στην άλλη καλείσαι να υπερασπίσεις βωμούς και εστίες. Καλά το λένε λοιπόν πως ‘’Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου’’
Η ώρα είχε περάσει από οκτώ αλλά λόγω του καλοκαιριού φαίνονταν μέρα ακόμα. Ηλπιζα κατά τις οκτώμισι να έχουμε φτάσει στο σπίτι της. Κάναμε πρόβα το ψεματάκι μας και το διανθίσαμε και με ένα απρόσμενο συμβάν. Θα λέγαμε δηλαδή πως κάποια στιγμή παραπάτησε και πως έπαθε κάποιο μικρό διαστρεματάκι. Έτσι καλύπταμε δύο περιπτώσεις. Και τη μεγάλη καθυστέρηση στην ώρα, αλλά και το μαύρο της το χάλι στο κλαμένο της πρόσωπο, που μόνο για καλλιτεχνική φωτογράφιση δεν ήταν. Τον Στράτο εγώ προσωπικά δεν τον είχα δει καθόλου από την ώρα που πήγα στο ξενοδοχείο. Είχε μείνει στο δωμάτιο και εκεί ανέβηκε η Σούλα να τον ενημερώσει. Εκανα στη διαδρομή μια προσπάθεια να τη ρωτήσω τι του είπε πριν φύγει και μου απάτησε ξερά.
-         Οδήγα σε παρακαλώ.

Στο σπίτι όταν φτάσαμε ήταν γεμάτο φώτα, αλλά και κόσμο. Η αφεντιά μου μαζί με τη Σούλα κατευθυνθήκαμε αμέσως προς την κρεβατοκάμαρα αφού στη πορεία συμπαρέσυρα τραβώντας τον από το μπράτσο το γαμπρό ο οποίος πειθήνια ακολούθησε. Οι υπόλοιποι σαν να ήμασταν λες από πριν συνεννοημένοι, αρκέστηκαν σ’ ένα νεύμα δικό μου που μπορεί και να σήμαινε ‘’αφήστε όλα θα πάνε καλά’’ Έτσι και έγινε. Εξιστορήσαμε στον Αλκη το παραμυθάκι μας, Η Σούλα μυξόκλαψε λίγο θες από τον πόνο στο πόδι που ποτέ δεν πόνεσε, θες από την αναστάτωση που προκλήθηκε εξ αιτίας της που ποτέ όμως δεν νοιάστηκε πραγματικά για αυτή, κι ο γαμπρός βγήκε περιχαρής στο σαλόνι για να ανακοινώσει πως όλα είναι μια χαρά και πάμε για τη συνέχεια. Η διαδικασία εξελίσσονταν κανονικά. Κάποια Η Σούλα παρατήρησε πως ο Άλκης πριν το στρώσιμο του κρεβατιού, έκανε αρκετές προσπάθειες να τηλεφωνίσει κάπου και όταν έπιασε γραμμή μίλησε αρκετά. Αυτό την ανησύχησε. Που να θέλει να τηλεφωνήσει τέτοια ώρα; Σύμφωνα με τα δικά της τα μυαλά άρχισε να φοβάται πως κάτι κακό της μαγειρεύει αλλά τι. Δεν έβλεπε τίποτα μπροστά της απ’ όσα γίνονταν και έσπαγε το κεφάλι της να μαντέψει τι μέλει γενέσθαι. Κυκλοφορούσε μέσα σ’ ένα σπίτι που γύρω από τα πόδια της σουλατσάριζαν πάνω από πενήντα άτομα κι η κοπέλα, ένοιωθε μόνη και έξω από αυτό. Τι παράξενο συναίσθημα κι αυτό. Τόσος κόσμος σαν μελισσολόι τιτίβιζε απολαμβάνοντας το χαρμόσυνο γεγονός κι αυτή που έπρεπε να είναι ο πρωταγωνιστής της βραδιάς και να έδινε τον παλμό να νοιώθει μόνη. Μέσα στο ίδιο της το σπίτι. Εγώ σαν φωτογράφος που πάντα σχεδόν παρακινώ λεκτικά ειδικά τους γαμπρούς και τις νύφες να με προσέξουν την ώρα της φωτογράφισης, δεν τόλμησα ούτε στιγμή ν’ απευθυνθώ στη Σούλα και να τις πω το παραμικρό. Οι ματιές μας, ούτε καν συναντήθηκαν όλο το βράδυ κι όταν πήγαινε να συμβεί, μια αυτοματοποιημένη αποστροφή έσβηνε την εικόνα.

Όταν τέλειωσε το τελετουργικό με τις ευχές ‘’να ζήσετε’’ και τα τοιαύτα να στροβιλίζουν στην ατμόσφαιρα, ο Αλκης με στόμφο ρήτορα λες και θα απήφθηνε λόγο, ανακοινώνει στους καλεσμένους ότι μέχρι εδώ ήταν το πράγμα και τους παρακαλεί να αποχωρήσουν γιατί ενδεχόμενα να χρειαστεί να μεταβούν σε κάποιο νοσοκομείο γιατί κανείς δεν ξέρει το διάστρεμμα της Σούλας πόσο σοβαρό ήταν.

Αυτό ήταν. Το σενάριο έγινε εκατό τοις εκατό πιστευτό κι ο Αλκης νοιάζονταν στ’ αλήθεια να πάνε σε κάποιο εφημερεύον νοσοκομείο για να δουν τη σοβαρότητα της κατάστασης στο υποτιθέμενο διάστρεμμα.  Δεν χρειάστηκε βέβαια γιατί η Σούλα με τα ναζάκια της έπεισε πως δεν είναι απαραίτητο. Ζήτησε μόνο να ξαπλώσει γιατί πολύ αγχώθηκε με αυτή την ιστορία. Όντος ήταν αγχωμένη. Ράκος σωστό μετά από όσα συνέβηκαν σήμερα. Είδατε όμως που λέει και ο λαός ‘’Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες.’’ Που να το ‘ξερε αυτό ο Αλκης.

Η επόμενη μέρα, δεν άργησε να ‘ρθει. Σαν πως απείχαμε και πολύ. Ίσα με έξη ώρες κι αυτές πέρασαν ξάγρυπνα με τσιγάρο και καφέ. Οσο κάτω από αυτές τις συνθήκες η Σούλα πάσχιζε να βρει μια λύση, αυτή η λύση σαν να πήρε την απόφαση μόνη της και ως μια μοναδική κι αναντικατάστατη κλωθογύριζε στο μυαλό της, μπροστά στα μάτια της, πάνω στα χείλη της. Ακόμα και το θρόισμα της κληματαριάς που ακούγονταν από το ανοιχτό παράθυρο, λες και σιγομουρμούριζε ‘’Σήκω και φύγε. Πάρε τον καλό σου και σήκω και φύγε. Ο καπνός απ’ το τσιγάρο της σαν έβγαινε απ’ τα χείλη της έπαιρνε γραμμή για το παράθυρο σαν να ‘θελε κι αυτός να της δείξει το δρόμο. ‘’Από εδώ θα πας. Μην κάθεσαι’’ Ακόμα κι η μικρή της γατούλα καθότανε στην άκρη της πόρτας και γουργούριζε συνέχεια κοιτώντας πότε μέσα πότε έξω.

Το πρώτο φως της μέρας άρχισε να δίνει σχήμα στα λουλούδια της αυλής και σιγά-σιγά μέσα απ’ το παράθυρο να ρίχνει φως στο δωμάτιο κάτι που άρχισε να γαληνεύει την αγριάδα της νύχτας. Η απόφαση του κοριτσιού είθχε ήδη παρθεί. Εβαλε ότι ρούχα χωρούσε μια μικρή βαλίτσα που είχε, έγραψε ένα μικρό σημείωμα στους γονείς της για να μην ανησυχούν και τους υπόσχονταν ότι θα τους τηλεφωνούσε για να τους κρατά ενήμερους και βγήκε. Η πρωινή δροσούλα την αναζωογόνησε και με δύναμη και αποφασιστικότητα, πήγαινε να συναντήσει τη δικιά της μοίρα. Ετσι όπως την φαντάζονταν αυτή. Θα επισκέπτονταν για να την φιλοξενήσει μια αγαπημένη της Θεία για λίγες μέρες, μέχρι να συνεννοηθεί με τον αγαπημένο της για να δούνε τι θα κάνουν. Δεν χρειάστηκε να περάσουν ούτε δυο ημέρες για να πάρουν τα πράγματα ευχάριστη τροχιά. Όχι μόνο ο Σταύρος αλλά και οι γονείς του, άνοιξαν την αγκαλιά τους και δέχθηκαν στο σπίτι τους το κυνηγημένο σπουργιτάκι κι όλα πήραν το δρόμο τους.

Σήμερα το ζευγαράκι ο Σταύρος και η Σούλα, ζει ευτυχισμένο με τα δυο τους τα παιδάκια κι όπως λένε στα παραμύθια ‘’Ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα’’

ΥΓ
Είδατε που σας είπα στην αρχή πως δεν τράβηξα ούτε μια φωτογραφία. Βέβαια πώς να γίνει αφού όλα άρχισαν και τελείωσαν με το στρώσιμο του κρεβατιού κι ούτε γάμος έγινε ούτε πανηγύρι. Ήμουν όμως παρών στον άλλον γάμο τον επίσημο με τον αγαπημένο της. Απλά όμως σαν καλεσμένος και την καμάρωνα.



Φεβρουάριος 2015

Δεν υπάρχουν σχόλια: