ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

2 Μαρτίου 2017

Λόγια και υποσχέσεις

Λόγια και υποσχέσεις (Διήγημα)

Αφιερωμένο στον φίλο μου το Γιάννη. κι ας μην ψάχνει να βρει που κολλάει η ιστορία. Υπάρχει και η φαντασία

- Μαρία σ’ αγαπώ
-Λες αλήθεια Γιάννη; Μου το ορκίζεσαι;
-Ορκίζομαι.
-Ορκίσου.
Ατέλειωτο πινγκ-πονγκ αυτά τα λόγια γραμμένα σε κόλες τετραδίου που από εξηντάφυλλο κατάντησε εικοσάφυλλο. Άλλες φορές γινόντουσαν μπαλίτσες κι άλλες μικρές σαΐτες που διέγραφαν τις δικές τους χαμηλές πτήσεις για να στείλουν το μήνυμα στο κορίτσι του πόθου του την ώρα του μαθήματος. Λόγια και υποσχέσεις ατέλειωτες που έκαναν δυο δεκαεξάχρονα να πετάνε στ’ αστέρια. Λόγια που στο μεθύσι του άγουρου έρωτα τους, ούτε κάν σκέφτονταν πως ήταν απλά τιτιβίσματα, σαν των πουλιών που φλύαρα ολημερίς με ένα ασταμάτητο τσιου-τσιου λένε το σ’ αγαπώ στην αγαπημένη τους.

Κι έτσι ο Γιάννης και η Μαίρη έγιναν γρήγορα στα μάτια των συμμαθητών τους και ίσως όλου του σχολείου, ο Μιμίκος και η Μαίρη. Τι κατάκτηση, τι ενθουσιασμός. Μυστικά και φανερά, πάνε χέρι-χέρι, μαζί και τα λόγια, λόγια που επαναλαμβάνονται κάθε μέρα. Εκεί μέχρι να τα’ ακούσουνε κι οι τοίχοι, ο δρόμος, οι άνθρωποι. Σαν να πάσχιζαν να τα περάσουν με το ζόρι στην αιωνιότητα και να μην ξεχαστούνε ποτέ. Στο δασάκι τ’ Αϊ Γιάννη, έμελλε να σφραγιστούν οι όρκοι τους κάποιο βραδάκι, κάτω από τα πεύκα. Μάρτυράς τους, το ελαφρό αεράκι και το παγκάκι που χαράχτηκε από το Γιάννη που έλεγε ‘’Γιάννης & Μαρία Αγάπη για πάντα’’ Μόνο τι κρίμα. Ο μόνος που ξέρει καλά τι γίνεται μετά και σκάει από τα γέλια, είναι ο χρόνος. Ξέρει πολύ καλά πως τα λόγια μπορεί να γίνουνε φιλιά, να γίνουνε άγγιγμα σάρκας και ηδονής ανείπωτης, κάπως θα γίνει μια στιγμή και θα ξεστρατίσουν και μετά, μην τους είδατε το Γιάννη και τη Μαρία. Το ‘’Γιάννης & Μαρία Αγάπη για πάντα’’ και το παγκάκι του Αϊ Γιάννη θα έρθει μια μέρα ο νέος νοικάρης του, φιλόδοξος κι αυτός, να βάλει τη δική του σφραγίδα. «Στέλλα σ’ αγαπάω, Τάκης» κι έτσι ο Γιάννης κι η Μαρία, θα γίνουν παρελθόν. Η ιστορία τους θα ξεχαστεί. Πρώτα-πρώτα από τους ίδιους της τους πρωταγωνιστές. 

Δεν συναντήθηκαν για χρόνια. Χαμένοι σαν δυο συνηθισμένοι κοινοί άνθρωποι ζούνε πια τη ζωή τους φορτωμένοι μ’ ένα σωρό προβλήματα χωρίς όρκους και υποσχέσεις. Νέοι στόχοι χαράζουν πλέον την πορεία τους. Ο αγώνας για την επιβίωση είναι πια ο σημαντικότερος. Κι ένα πρωί η τύχη, έτσι για την πλάκα της, τους έστειλε να περπατούν στον ίδιο δρόμο. Με δεκαπέντε παραπάνω χρόνια στην πλάτη τον καθένα, με αραιωμένα τα μαλλιά του Γιάννη και τη Μαρία με κάποια παραπανίσια κιλά στην περιφέρεια. Πόσο αβάσταχτα πολύς χρόνος είναι δεκαπέντε χρόνια. Τι κάνουν στη μορφή και στην ψυχή σου. Πώς σου σκαλίζουν ένα πρόσωπο που πια δεν το γνωρίζεις μήτε εσύ μήτε κι αυτοί που, κάποτε, σε ’ξέραν. Και δεν θυμάσαι πια ποιος ήσουν ούτε ποιος είναι ο απέναντι γνωρίζεις.

Δεκαπέντε χρόνια, όσα χρειάζεται ένα παιδί να φτάσει εκεί σχεδόν που ξεκίνησαν οι ίδιοι. Όσα για να δεις την πρώτη σου ρυτίδα. Να στήσεις ένα σπιτικό, να ’χεις μια μίσθια δουλειά και μια μικροκατάθεση στην Τράπεζα.
Δεκαπέντε χρόνια, όσα χρειάζεται να γίνεις κάποιος άλλος, να σε ρουφήξει η χοάνη του χρόνου, να μην σε βρίσκει ο έρωτας ούτε με κιάλια.
Παρά τον χρόνο τον πολύ που κύλησε στ’ αυλάκι, οι συνηθισμένοι μας άνθρωποι, ο Γιάννης κι η Μαρία, αναγνωρίστηκαν.

Ο Γιάννης έβαλε το χέρι στην τσέπη του σακακιού να βρει το κινητό του κι άρχισε να μιλάει μόνος του, παριστάνοντας πως κάτι σπουδαίο έλεγε, για μια δουλειά εξόχως σοβαρή.
Η Μαρία, απέναντι, έκανε πως χαζεύει μια βιτρίνα, με κάτι είδη οικιακά, σερβίτσια πορσελάνινα και κρυστάλλινα ποτήρια, κολονάτα, χαραγμένα με διαμάντι.
Κανείς δεν τόλμησε τον δρόμο να διασχίσει. Ο Γιάννης προσπέρασε βιαστικά μιλώντας μόνος, με το κινητό στο αυτί κι η Μαρία, αφού αυτός προσπέρασε, σταμάτησε να κοιτά την αδιάφορη βιτρίνα, έβγαλε τα γυαλιά ηλίου από την τσάντα της, τα φόρεσε και συνέχισε τον δρόμο της.
Ντράπηκαν να μιλήσουν. Ντράπηκαν για τα λόγια που ’χαν πει. Τι θα μπορούσαν τώρα τάχα να πουν; Πώς χάρηκαν;
- Ορκίσου βρε Γιάννη, χάρηκες που με είδες;
- Χάρηκα
- Λες αλήθεια, ορκίσου;
-Ορκίζομαι.
Αυτά όμως ήτανε τα μόνα λόγια που δεν ειπώθηκαν ποτέ, γιατί όπως είπαμε, ο Γιάννης προσπέρασε βιαστικά μιλώντας μόνος, με το κινητό στο αυτί κι η Μαρία, αφού αυτός προσπέρασε, σταμάτησε να κοιτά την αδιάφορη βιτρίνα, έβγαλε τα γυαλιά ηλίου από την τσάντα της, τα φόρεσε και συνέχισε τον δρόμο της.


Μαντζούρης  Κων/νος
Συνταξιούχος
Λάτρης της φύσης και των ταξιδιών

Δεν υπάρχουν σχόλια: