ΠΩΣ ΘΑ ΕΠΙΛΕΞΕΤΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΘΕΛΕΤΕ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ

Παραπάνω βλέπετε τις λέξεις κλειδιά (ετικέτες) που η κάθε μια αντιπροσωπεύει μια ενότητα (Θεματολογία)

πχ Κάνοντας ΚΛΙΚ στη λέξη "ΝΟΥΒΕΛΕΣ" αυτόματα θα έρθουν στο προσκήνιο όλες οι αναρτήσεις αυτού του είδους (μόνο οι τίτλοι)

Φυσικά η σελίδα δεν χωρά όλες τις αναρτήσεις γιαυτό, στο τέλος της σελίδας καντε κλικ στη φράση ''Παλαιότερες αναρτήσεις'' μέχρι να φτάσετε στην τελευταία

Επιλέγοντας με ένα κλικ πάνω στον τίτλο, ανοίγει όλο το κείμενο για να το διαβάσετε.

Καλή ανάγνωση

19 Ιουλίου 2016

Τον καιρό που ήμουν στρατιώτης

Τον καιρό που ήμουν στρατιώτης
Νουβέλα

Ήταν αρκετά ήσυχα σε κείνο το μικρό καφέ μπαρ.  Πάνω στο μικρό πατάρι μόλις και μετά βίας έπαιρνε έξη μικρά τραπεζάκια. Είκοσι περίπου άτομα  μπορούσαν κάλλιστα να ρεμβάσουν πίνοντας τον καφέ τους έχοντας για θέα τη λίμνη της πόλης που την περίμετρο της έζωνε ο παράλιος δρόμος.  Έξω από τη βιτρίνα περνούσε όλος ο κόσμος που έκανε τη βόλτα του προς την κεντρική πλατεία, κάτι πολύ συνηθισμένο στην επαρχία.  Ουσιαστικά όμως για μένα πέρα από το βλέμμα μου δεν υπήρχε τίποτα,  καμιά εικόνα.  Ήμουν εντελώς βυθισμένος στις σκέψεις μου και τι σκέψεις, αόρατες, ασυνάρτητες, θολές.  Άλλωστε δεν μου έμενε κι τίποτα άλλο να κάνω από το να σκέπτομαι.  Το να κάθεσαι χαμογελαστός σε ένα τέτοιο μέρος  εντελώς μόνος,  δίνεις την εντύπωση του αστείου.

Μέσα σε αυτή τη δική μου σιωπή, μια γυναικεία λεπτή φωνή μου τράβηξε την προσοχή.  Είχε ανέβει σχεδόν τα μισά σκαλιά και γυρνώντας προς τα πίσω αποτελείωνε τις τελευταίες λεπτομέρειες με την παρέα της για την ώρα και το μέρος που θα συναντηθούν ξανά. Ανεβαίνοντας και τα τελευταία σκαλοπάτια πήγε να προχωρήσει αλλά αμέσως διαπίστωσε πως το πατάρι ήταν γεμάτο και κανένα τραπεζάκι δεν υπήρχε διαθέσιμο.
Κάτι με έσπρωξε να σηκωθώ και να προτείνω να βολευτούν στο δικό μου, αλλά δειλός κατά πως είμαι πάντα, δεν αποτελείωσα την κίνησή μου και στρογγυλοκάθισα ξανά στη βολή μου. Η πρόθεση μου όμως είχε ήδη προδοθεί και παρ’ ότι πήρα τη θέση μου, που κοίταζε προς την κεντρική πλατεία, με την άκρη των ματιών μου είδα να φτάνει σχεδόν πάνω απ’ το κεφάλι μου.
Την κοίταξα επιπόλαια με μια γρήγορη ματιά, απ’ αυτές που στο τέλος δεν αποκομίζεις τίποτα κι αρνήθηκα επίμονα στον εαυτό μου να την ξαναδεί, Το ότι σχεδόν της γύρισα την πλάτη δεν φάνηκε να την πείραξε καθόλου γιατί αμέσως μετά με ρώτησε.
-Θα σε πείραζε αν δεχόσουν να μας φιλοξενήσεις στο τραπέζι σου εμένα και τη φίλη μου; Νομίζω πως γίνεται;. 

Αυτή τη φορά γύρισα και την κοίταξα επίμονα.  Την περιεργάστηκε για αρκετά δευτερόλεπτα από τα νύχια ως την κορφή.  Ήταν αρκετά ψηλή και αρκετά λεπτή.  Τα μακριά καστανά μαλλιά της στο ύψος του μετώπου ήταν κομμένα σε μια ευθεία γραμμή ένα χιλιοστό πάνω από τα φρύδια.  Αυτό που κρατούσε όμως τα σκήπτρα στην ομορφιά της ήταν τα μεγάλα της μάτια. Σαν δύο μεγάλες θάλασσες που καθρεπτίζουν ακόμα και την όψη σου όταν σε κοιτούν γαληνεμένες.  Ήταν από τις γυναίκες που από την πρώτη ματιά πάντοτε λες, αυτή η γυναίκα μου αρέσει.
Μια και η δική μου απάντηση αργούσε, αφού είχα χαθεί στην περιπλάνηση του κορμιού της, πήρε μόνη της την πρωτοβουλία να ενημερώσει τη φίλη της κάνοντας της νεύμα να πλησιάσει, ενώ η ίδια άρχισε να συγυρίζει τα πράγματά της και κάθισε.
- Καλησπέρα, χαιρέτισε η δεύτερη κοπελιά, αρκούντος πιο ντροπαλή από την φίλη της. Τράβηξε μια καρέκλα όπως όπως και χωρίς διευθητίσεις κάθισε κι ακούμπησε στα πόδια της τα πράγματά της, κοιτώντας πάντα προς τα κάτω.
-Πως και μόνος σ’ ένα τόσο όμορφο και πολυσύχναστο μέρος; Με ρωτά, δοκιμάζοντας να σπάσει τον πάγο, ενώ ταυτόχρονα με γρήγορες κινήσεις είχε τραβήξει από την τσάντα της ένα πακέτο Marlboro κι άναψε βιαστικά ένα τσιγάρο.
Ξαφνιάστηκα ξανά. Δεν πιστεύω στις καλές νεράιδες των παραμυθιών αλλά ούτε και μπορούσα να εξηγήσω σε τι αποσκοπούσε ή εμμονή της κοπέλας να πιάσει συζήτηση μαζί μου. Το ντύσιμό μου ήταν απλό αλλά όλα πρόδιδαν από διάφορες λεπτομέρειες πως ένας στρατιώτης βρέθηκε εδώ για να πιει τον καφέ του σπαταλώντας στην κυριολεξία τις λίγες ώρες που του πρόσφερε η άδεια του διοικητή της μονάδας που υπηρετούσε. Τέτοια χάρη δεν θα ξαναζήσεις ποτέ, να τουφεκίζεις τις ώρες σου μια μια μέσα στα φτηνά καφενεία της μικρής κωμόπολης μέχρι να σου τελειώσουν οι σφαίρες κι επιστρέψεις στο ιερό καθήκον της νυχτερινής σκοπιάς δυο με τέσσερις στην βορινή πλευρά του στρατοπέδου. Η όποια ομορφιά μου χάνονταν μέσα στο τσαλακωμένο μου πουκάμισο, τα στραβοκουρεμένα μου μαλλιά και το κουρασμένο ύφος του στρατιώτη. Τι ήταν αυτό λοιπόν που με έκανε να ξεχωρίζω από τους υπόλοιπους θαμώνες. Έκανα μια ηλίθια γκριμάτσα,  μετά πήρα το πακέτο μου και κινήθηκα για να ανάψω ένα τσιγάρο.  Προφανώς τα είχα χαμένα και ήθελα έτσι να γεμίσω το χρόνο μου.  Κι αυτή είτε γιατί θέλησε να διασκεδάσει την περίπτωση είτε γιατί κατάλαβε τη σαστιμάρα μου, σε κλάσματα δευτερολέπτου αλλά χωρίς λόγια πρόλαβε να πάρει στα χέρια της το δικό της πακέτο και με ένα χαριτωμένο κλείσιμο του ματιού μου υπέδειξε να πάρω από τα δικά της. Με νεύμα κι εγώ το αρνήθηκα και μέχρι ν’ ανάψω κι εγώ το δικό μου τσιγάρο, εκείνη σηκώθηκε για λίγο από τη θέση της κι από τον διπλανό πάγκο στο σημείο που ο μπάρμαν είχε τοποθετημένες τις χαρτοπετσέτες, τράβηξε μια και έγραψε κάτι σ’ αυτή. Τράβηξε μια γερή ρουφηξιά από το τσιγάρο της που τόσην ώρα καίγονταν μόνο του στο τασάκι και φυσώντας με δύναμη τον καπνό προς τα πάνω σαν να ‘θελε να με προφυλάξει από αυτόν σπρώχνει με το δεξί της χέρι τη χαρτοπετσέτα περνώντας την κάτω από τον αριστερό της αγκώνα προς το μέρος μου ενώ η ματιά της παρακολουθούσε τα χνάρια του καπνού απ’ το τσιγάρο που σιγά σιγά χάνονταν, αποφεύγοντας να με κοιτάξει και ενισχύσει έτσι την αμηχανία μου.
    -Σήμερα γνώρισα ένα όροφο φανταράκι που ντρέπεται να φλερτάρει μια όμορφη κοπέλα, έγραφε.
Χωρίς να σηκώσω το κεφάλι μου πήρα το στυλό από τα χέρια της και συμπληρώνοντας στη ίδια χαρτοπετσέτα, της έγραψα. 
    -Μάλλον με δουλεύεις.
Το διάβασε, έριξε ένα αμυδρό χαμόγελο, ανασκουμπώθηκε λίγο στην καρέκλα  που κάθονταν, μάλλον για να έχει την ευκαιρία να έρθει λίγο πιο κοντά σε μένα. Η άλλη κοπελιά ως εκείνη τη στιγμή δεν είχε ακουστεί. Κατέθεσε εξ αρχής μια καλησπέρα και περίμενε να καταλαγιάσει, σαν τον γεωργό που περιμένει να περάσει η μπόρα, για ν’ αποφασίσει μετά κατά πως θα βολέψει τις δουλειές του. Γυρόφερνε τη ματιά της πότε προς τα γκρίζα εικόνα της πόλις που απλώνονταν πίσω από την πλατεία και πότε προς τη φίλη της, ποτέ όμως σ’ εμένα. Είχε ξανθά μοιραία μαλλιά που κάλυπταν τους γυμνούς της ώμους σαν να ξεκουράζονταν πάνω τους. Το ροζέ χρώμα του κραγιόν της, έδενε πανέμορφα με τη κατάξανθη θωριά της. Ήταν πολύ όμορφη κοπέλα. Αυτή η γλυκιά αθωότητα που εξέπεμπε της πρόσθετε πολύ στην αύρα και το sex-upill της. Ακόμα και το ότι  αισθάνονταν άβολα με την πρωτοβουλία της φίλης της, την έκανε περισσότερο χαριτωμένη. Το εμφανές τρακ που ένοιωθε προσπάθησε να το διοχετεύσει στο άναμμα ενός τσιγάρου. Καρέλια φίλτρο, ήταν η μάρκα της, το τσιγάρο που κάπνιζε σχεδόν η μισή Ελλάδα. Πριν προλάβει να το φέρει στα χείλη της, δέχθηκε το μάλωμα της φίλης της.
-      Χαρούλα δεν σου είπα με το μαλακό. Τι σ’ έπιασε. Είπαμε με μέτρο. Δεν έχω όρεξη να με βρίζει η μάνα σου.
-      Ναι μαμά, της απάντησε ειρωνικά κι αναδιπλώθηκε.
Στο άκουσμα του ονόματος της κοπέλας, θυμήθηκα πως ακόμα δεν έχουμε συστηθεί.  Δεν μπήκα όμως στον κόπο ν’ αποκαταστήσω την τάξη γιατί περίμενα πως μετά την παρέμβαση της προς τη Χαρούλα, ο νους της θα επέστρεφε στην απάντηση που μου όφειλε μετά το μήνυμα μου. Κι όντως, δεν είχε καθόλου ξεχαστεί.
-      Λοιπόν δεν θα το πιστέψεις. Εγώ προσωπικά δεν νοιώθω καθόλου άβολα που καθόμαστε στο ίδιο τραπέζι. Το βρίσκω μάλιστα πολύ ενδιαφέρον αυτό που προέκυψε. Και τι έγινε. Θα μας φας, δεν θα μας φας, έτσι δεν είναι; Τι λες κι εσύ Χαρούλα;
-      Ελένη το πήρες απ’ τα μούτρα το παιδί. Πω-πω, μια ζωή χαζομάρες θα κάνεις. Δε πα να φύγουμε λέω εγώ;
-      Όχι βρε κορίτσια προσπάθησα να σώσω την κατάσταση. Χαρά μου που μου δώσατε μια τέτοια ευκαιρία. Ξέρετε εδώ είναι άγρια τα πράγματα. Μικρή η πόλη, αυστηρά τα ήθη κι ούτε στον ύπνο μας δεν ελπίζουμε να βρούμε εμείς τα φανταράκια γυναικεία συντροφιά εδώ. Χαρούλα κάνε μου τη χάρη να μείνετε. Θα σας είμαι υπόχρεος.
Τελειώνοντας τη φράση μου έσκυψα χαμηλά το κεφάλι μου, σχεδόν στο επίπεδο του τραπεζιού για να κοιτάξω στα μάτια τη Χαρούλα και να διαβάσω μέσα από αυτά την απάντηση της. Για να μη χάσω την ισορροπία μου όμως, από την αλλαγή στο κέντρο βάρους του σώματός μου, έφερα γρήγορα για να στηριχθώ, το χέρι μου προς το τραπέζι. Κι επειδή δεν είχα δευτερόλεπτο για χάσιμο, αλλιώς θα βρισκόμουν σίγουρα στο πάτωμα, εκεί που το χέρι μου βρήκε ν’ ακουμπήσει, αντάμωσε θέλοντας και μη με τα χέρια της Χαρούλας που τα είχε αποθέσει σταυρωμένα στην άκρη του τραπεζιού. Σε κλάσματα δευτερολέπτου, το μυαλό μου έπιασε δουλειά και αναζητούσε λύση στο δείλημα, τώρα τι κάνουμε; Συνεχίζουμε να της κρατάμε το χέρι, ή το μαζεύουμε βιαστικά, για να μην δημιουργηθούν ερωτήματα, από την πλευρά της κοπέλας του τύπου «τι θέλει να πει ο ποιητής;» Πριν εκπνεύσει αυτό το περίφημο κλάσμα του δευτερολέπτου, το μυαλό μου πρόλαβε να θυμηθεί μια συμβουλή που πάντα μου επαναλάμβανε ο επιστήθιος φίλος μου ο Άρης. «αν τύχει κι ανταμώσεις τα χέρια σου με κοπέλα, μην το αφήνεις. Εκμεταλλεύσου την αδράνεια. Το πολύ πολύ να φροντίσει να αποτραβηχτεί (συνήθως σπάνια γιατί οι γυναίκες είναι κοτούλες), Εσύ όμως θα έχεις μια σαφή άποψη για το τι μέλει γεννέσθαι.»
- Α καλά τώρα δέσαμε, πετάχτηκε και είπε η Ελένη που πήρε μυρουδιά την κίνηση. Δε βλέπω να φεύγουμε από εδώ σήμερα. Μάλλον η παρέα μας πολύ φοβάμαι πως θα αναχωρήσει για Άμφισσα χωρίς εμάς. Δώς μου παιδάκι μου τη διεύθυνσή σου γιατί κατά πως βλέπω, εμείς θα ξανασυναντηθούμε.


Η Χαρούλα έγινε κατακόκκινη. Δεν ξέρω όμως γιατί, εγώ το βρήκα κι αυτό χαριτωμένο. Σαν φυλλαράκι του δέντρου την φαντάστηκα, να πλέει στην κοίτη του ποταμού. Άβουλο, μοναχούλι, χωρίς προορισμό. Το μόνο που του απόμεινε ήταν ακόμα το χρυσοκόκκινο χρώμα του να κλείνει ματιές με τις αχτίδες του ήλιου. Έτσι κι η Χαρούλα, παρέλυσε. Δοκίμασε να σηκωθεί, έφτιαξε λίγο στα όρθια τις ζάρες του παντελονιού της και μάλλον ήταν έτοιμη να θυμίσει στην Ελένη πως είναι η ώρα να αποχωρίσουν. Δεν πρόλαβε όμως. Η Ελένη σκέτος σίφουνας, έδειχνε καταφανέστατα πως δεν άφηνε ποτέ σε κανέναν την ευκαιρία να αποφασίσει για το τι μέλει γενέσθαι. Ήταν αυτό που λέμε ο αρχηγός της παρέας και φυσικά αρχηγού παρόντος, πάσα αρχή παυσάτω. Δεν πρόλαβε λοιπόν η Χαρούλα να ανοίξει το στοματάκι της κι η Ελένη με μια κοφτή χειρονομία με το αριστερό της χέρι, της κατέστησε σαφές πως εκείνη θα αποφασίσει την ώρα της αναχώρησης, ενώ ταυτόχρονα απευθυνόμενη σ’ εμένα είπε
- my name is Helen, Από εδώ η Χαρούλα κι του λόγου σου; Άντε να βάλω εγώ τα πράγματα στη θέση τους γιατί κάποιοι κατάπιανε τη γλώσσα τους, παναθεμά σας, κι εσύ μικρό κάτσε κάτω.
Φάνταζε σαν κόουτς που διαχειρίζεται την ομάδα του την ώρα του time out. Μοιράζει τις οδηγίες του και δεν παραχωρεί σε κανέναν το δικαίωμα να τον αμφισβητήσει. Αποδεχτήκαμε καταλυτικά τις προσταγές της κι εγώ πήρα βαθειά αναπνοή, αφού διαπίστωσα πως τα έχω κάνει σαλάτα σαν οικοδεσπότης. Άκου να μην έχουμε ακόμα συστηθεί.
-         Ντίνος, αποκρίνομαι και της δίνω το χέρι για την τυπική χειραψία.
-         Χαρήκαμε, μου απάντησε αλλά τι να το κάνεις το δικό μου χέρι. Εκεί δώστω κι έδειξε προς την κατεύθυνση της Χαρούλας.
-         Ελένη νομίζω πως το έχεις παρακάνει, απάντησε η κοπέλα. Δεν μπορώ να καταλάβω τι σε έπιασε σήμερα.
-         Έλα μωρέ πλάκα κάνω. Πιστεύω πω αυτό το περιστατικό θα το θυμάται ευχάριστα και το φιλαράκι μας το φανταράκι, αλλά και εμείς.
Τώρα άρχισα να ανησυχώ εγώ. Μου άρεσε η ιδέα να τους δώσω την διεύθυνση μου για να έχουμε μια αλληλογραφία. Μετά όμως από το «πλάκα κάνω» είπα από μέσα μου, έχει γούστο. Δεν υπήρχε μεγαλύτερη χαρά για έναν στρατιώτη που μετρά αργά και βασανιστικά το χρόνο, να περάσει μέσα σ’ ένα τοπίο από ομίχλη, στην ακροτελεύτια γη της Ελλάδας, στην πινέζα που λένε, παριστάνοντας για τριάντα μήνες τον φύλακα της εθνικής μας παρακαταθήκης. Ήδη μες’ το μυαλό μου αμυδρά, όπως το συνηθίζω άλλωστε, γράφτηκαν τα πρώτα σενάρια. «λοχίας Γαλανός Κων/νος, έχεις γράμμα». «Λοχίας Γαλανός Κων/νος αιτούμε δεκαήμερο άδεια για Άμφισσα. Και γιατί στην Άμφισσα λοχία; Εκεί μένει το κορίτσι μου Κύριε Διοικητά»  
Άντε τώρα να ξαναφέρεις τη συζήτηση εκεί που πρέπει για να αρπάξεις την ευκαιρία να δώσεις την στρατιωτική διεύθυνση.
Άφησα τα κορίτσια να λένε τα δικά τους κι εγώ βάλθηκα να βρω χαρτί και στυλό για να γράψω. Τα Καρέλια της Χαρούλας ήταν ότι πρέπει. Σε δέκα δευτερόλεπτα έτοιμο το μαγικό χαρτάκι κι αμέσως το έχωσα στην παλάμη της Ελένης. Τα κορίτσια είχαν ήδη συνθηκολογήσει και άρχισαν την προετοιμασία για αναχώρηση. Φαίνεται αυτό να λειτούργησε καταλυτικά στο άγχος της Χαρούλας. Πρώτη ήρθε κοντά μου και μου έδωσε το φιλί του αποχαιρετισμού. Ζήτησε συγνώμη για την αναστάτωση κι υποσχέθηκε αν τύχει άλλη φορά και συναντηθούμε, θα περάσουμε καλύτερα. Η Ελένη δήλωσε πως απόλαυσε το περιστατικό και με σιγουριά είπε πως θα συναντηθούμε σίγουρα.

Σε δέκα μέρες περίπου έλαβα το πρώτο γράμμα. Αποστολέας η Ελένη. Μια Ελένη όμως διαφορετική, τρυφερή, ρομαντική, αξιοπρεπείς. Σε γενικές γραμμές ξεκαθάρισε πως η συμπεριφορά του τύπου του χαβαλέ, δεν είναι αυτός που την χαρακτηρίζει. Είναι το κόλπο της για να ξεφεύγει από τις στεναχώριες. Μου έγραφε ακόμα πως η συνάντησή μας αν κι εντελώς τυχαία κι ευτράπελη, της έδωσε την ευκαιρία να διαπιστώσει πως γνώρισε ένα πολύ γλυκό αγόρι, που καμιά σχέση δεν έχει με τα ραμολιμέντα της μικρής κοινωνίας που ζούσε.
-         «Δεν θέλω να νομίσεις ότι προσπαθώ να σε πλευρώσω, έγραφε. Θα χαρώ ιδιαίτερα πάντως αν μπορέσεις να έρθεις στην Άμφισσα. Να είσαι σίγουρος πως θα κάνω ότι μπορώ για να περάσουμε ωραία.
Ξέρω πως από την πρώτη στιγμή γλυκοκοίταζες τη Χαρούλα. Θέλω όμως να σου πω και να το πάρεις σοβαρά υπ’ όψιν σου πως τον τελευταίο καιρό, αυτό το χαριτωμένο κορίτσι είχε ή έχει (δεν ξέρω πώς να το πω), δεσμό μ’ ένα κολόπαιδο από τη γειτονιά μας. Τον αγαπάει ακόμα, αλλά τη μια χωρίζουνε και την άλλη τα ξαναφτιάχνουν. Είναι πολύ κουτή γιατί μόλις της κάνει νόημα, τρέχει κοντά του. Αυτά σου τα γράφω  για να μην μπλέξεις μαζί της γιατί αυτή την εποχή τουλάχιστον, δεν ξέρει τι θέλει.»
Πήρα κι άλλα γράμματα από την Ελένη. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη γιατί μέσα στις γεμάτες πλήξη ώρες μου, βρήκα επιτέλους μια γλυκεία προσμονή. Μέσα από την αλληλογραφία ξεδιπλώναμε χιλιάδες σκέψεις κι ικανοποιούσε στο μέγιστο βαθμό τις προσωπικές μου ανησυχίες. Η Χαρούλα μου έγραψε κι αυτή δυο τρία γράμματα. Χάνονταν όμως μέσα στις αοριστολογίες γιατί φαίνεται πως πρόσεχε καλά την κάθε της λέξη για να μην αφήσει πιθανές σκέψεις που θα ξεστρατίσουν αυτή την περίεργη σχέση σε κάτι άλλο. Έλα όμως που εγώ έμεινα κολλημένος στον ολόλευκο μπούστο της που τον σκίαζαν τα ξανθά της μαλλιά. Σ’ εκείνο το απαλό και ζεστό χεράκι και στη φατσούλα που την ομόρφαιναν περισσότερο οι γκριμάτσες της ντροπής. Η Ελένη ήταν όλα τα αντίθετα της Χαρούλας. Το μόνο κοινό τους σημείο ήταν η καλή τους καρδιά. Δίνονταν απλόχερα στα πάντα, χωρίς ιδιοτέλεια, με αγάπη, έτσι να πάρε κόσμε. Ψυχανεμίστηκα αρκετά με αυτούς τους δυο αγγέλους που γνώρισα εκείνο το μουντό απόγευμα στην πόλη που υπηρετούσα. Ήθελα πάση θυσία να μη χαθεί αυτή η γνωριμία. Έπρεπε όμως η κάθε μια να αποκτήσει το στίγμα της. Δεν ήταν καθόλου σωστό να αιωρούνται σκέψεις που δεν μπορούσαν να έχουν αύριο. Ούτε να ελπίζω να χωθώ πίσω από τις κλειστές πόρτες της Χαρούλας, αλλά ούτε να αφήσω υποσχέσεις για κάτι διαφορετικό με την Ελένη με την οποία δεν ξέρω γιατί, από την αρχή την τοποθέτησα στους τύπους που δεν μου ταιριάζουν.

Μετά από πολλά παρακάλια και προσπάθειες προς τον λοχαγό μου, πήρα επιτέλους την πολυπόθητη άδεια των δέκα ημερών με οδοιπορικά. Η χαρά μου ήταν απερίγραπτη. Δεκάδες φανταστικές σκηνές περνούσαν κι έφευγαν απ το μυαλό μου. Σαν τους πρέσβεις που δίνουν τα διαπιστευτήρια τους. Ένας αέρας αισιοδοξίας κυλούσε με είχε κατακυριεύσει κι άφηνα πρόδηλα στο πρόσωπο μου ένα αμυδρό μειδίαμα χαράς. Οι ώρες όμως κυλούσαν απελπιστικά αργά. Η διαδρομή μέχρι την Αθήνα χρειάζονταν 16 ώρες περίπου και τέσσερες από την Αθήνα για την Άμφισσα. Κάπου μέσα στο μυαλό μου περνούσε σίρριζα, τοίχο τοίχο που λένε σαν κλέφτες αμυδρές σκέψεις πως αυτό το εγχείρημα που πάω να κάνω ήταν μια σκέτη βλακεία. Ποιος ήταν ο σκοπός του ταξιδιού; Τι περίμενα εγώ από δυο κορίτσια στην Άμφισσα. Δυο μέρες ταξίδι, άξιζε τον κόπο; Ο σκοπός μου καθαρά ιδιοτελής. Ότι ήθελε προκύψει. Μα δυο μέρες ταξίδι;. Αυτή η απορία ήρθε και θρονιάστηκε μέσα μου σαν την κακιά γειτόνισσα που έρχεται ακάλεστη σπίτι σου και σου λέει «ήρθα για καφέ» θα με κεράσεις; Αυτοί οι ενδοιασμοί έκαναν το ταξίδι περισσότερο κουραστικό κι αργόσυρτο. Τα χωράφια και τις κολώνες της ΔΕΗ μου φάνταζε πως τα είχα ξαναδεί. Σαν να πέρναγα δηλαδή από το ίδιο μέρος δύο φορές. Γιαυτό τα ξημερώματα που φτάσαμε στο σταθμό Λαρίσης ήμουν ένα σκέτο ράκος. Η διαδρομή από τον σταθμό μέχρι το ΚΤΕΛ της Άμφισσας ήταν μόνο δυο χιλιόμετρα ευθεία επί της οδού Λιοσίων. Με το κεφάλι σκυφτό τόσο από τη νύστα αλλά και λόγω μιας κάποιας ντροπής που παραμόνευε μέσα μου και νόμιζα πως όλοι γύρω μου γνώριζαν τον προορισμό μου και ήθελαν να μου πούνε «μην πας, γύρνα. Δεν έχεις τύχη .» εγώ επέμενα ακόμη να φτάσω στο τέρμα.

Κατά το μεσημέρι φτάσαμε στην Άμφισσα. Ο καιρός καλός ανοιξιάτικος. Ήταν ο μόνος σύμμαχος που συντρόφευε το ενχείριμα μου. Φυσικά και δεν με περίμενε κανείς στο σταθμό, ούτε και γνώριζε κανείς τον ερχομό μου. Στο τηλέφωνο που κάλεσα δεν απάντησε κανείς. Έφερα μια βόλτα στην πλατεία και κάθισα να πιω έναν καφέ. Ότι κοίταζα τρυγίρο μου έδενε απόλυτα με αυτό που ονομάζουμε μια μικρή κωμόπολη. Μικρά τα κτίρια, η πλατεία, τα μαγαζιά, οι δρόμοι, ακόμα και οι άνθρωποι μικροκαμωμένοι έδειχναν καθώς τους έβλεπες. Μικρή και η κίνηση στους δρόμους. Μόνο μια παρέα παιδιών που μάλλον γύριζαν στο σπίτι τους από το σχολείο, γέμισε για λίγο τη μικρή πλατεία με φωνές κι ύστερα σιωπή. Ήταν με λίγα λόγια αυτή η πόλη μια γειτονιά. Γιαυτό και δεν ήταν σύμπτωση που την ώρα που μπήκα στο εσωτερικό της μικρής καφετερίας για να πλύνω λίγο το κουρασμένο πρόσωπο μου διαπίστωσα πως στη γωνία του μαγαζιού κάθονταν η Ελένη και μιλούσε με μια παρέα αγοριών. Σάστισε σαν με είδε. Σηκώθηκε όμως αμέσως και περνώντας το χέρι της στο χέρι μου με οδήγησε προς την έξοδο του μαγαζιού, σημάδι πως δεν ήθελε να μάθει τίποτα η παρέα της για μένα.
-         Ο Χριστός και Κύριος,, που βρέθηκες εσύ εδώ;
-         Να είπα να σου κάνω έκπληξη
-         Μωρέ καλά έκανες, αλλά.
Αυτό το αλλά έκρυβε τελικά πολλά. Έκδηλη η ανυσιχία της αλλά γιατί σε τέτοιο βαθμό. Για να μη αγωνιά για το βασικότερο, της είπα πως θα κοιμηθώ στο ξενοδοχείο, δεν έφτανε όμως για να καταλαγιάσει. Της πρότεινα να καθίσουμε να πιούμε κάτι και να οργανωθούμε, ανέφικτο όμως.
-         Τι λες καλέ. Δεν βλέπεις πως εδώ, σκοντάφτει ο ένας επάνω στον άλλον. Το βράδυ κιόλας θα κυκλοφορήσει παράρτημα εφημερίδας. Σου είπα ο τόπος εδώ είναι μικρός.
-         Η Χαρούλα τι κάνει; Ρώτησα και για να μάθω νέα της αλλά και για να αλλάξω τη συζήτηση που άρχισε να μου δημιουργεί μια απροσδιόριστη ναυτία.
-         Καλά. Για να δούμε όμως θα μπορέσεις να τη δεις. Ο μπαμπάς της είναι παλαιών αρχών και φωνακλάς. Το βλέπω δύσκολο να κατέβει στην πλατεία.
Ταυτόχρονα με την κουβέντα της ήταν φανερό πως έξυνε το κεφάλι της για να βρει μια λύση.
-         Λοιπόν, μου είπε κοφτά. Κάνε καμιά βόλτα και κατά τις επτά που θα έχει σκοτεινιάσει θα σε βρω στην πλατεία. Μπορεί να έχω πείσει και τη Χαρούλα να έρθει μαζί.
-         Εντάξει, εντάξει βιάστηκα ν’ απαντήσω κι αυτό για να δώσω την ευκαιρία στον εαυτό μου να τελειώνει μια ώρα γρηγορότερα αυτή η συνάντηση.
Μέσα μου είχα ήδη πάρει την απόφασή μου. Μόλις η Ελένη στρίψει στο πρώτο στενό, θα πάω κατ’ ευθεία στο πρακτορείο των λεοφωρείων και γραμμή για το σπιτάκι μου στην Αθήνα. Ποιος ήμουν εγώ και ήρθα να αναστατώσω την καθημερινότητα δύο κοριτσιών. Ποιο ήταν το κίνητρό μου. Διεκδικούσα το απίθανο. Μια περιπέτεια, ή γιατί όχι μια χίμαιρα. Ήταν μια κίνηση που μόνο ένας φαντάρος θα την αποφάσιζε, κόντρα σε κάθε λογική, γιατί είχε αρκετή ώρα για σκότωμα. Μα το χειρότερο, αυτό που ούτε κι εγώ ο ίδιος δεν δικαιολογούσα στον εαυτό μου, ήταν η επιπολαιότητα στο να αποφασίσω να διανύσω μια διαδρομή χιλίων εξακοσίων χιλιομέτρων διεκδικώντας μια ανύπαρκτη σχέση, ή πιο απλά μια χίμαιρα.

Μαντζούρης Κων/νος

Οκτώμβρης 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: